Η Ναυσικά, από μωρό λάτρευε κάθε λογής ζώου. Από παιδάκι, περίμενε πώς και πώς τις επισκέψεις στο χωριό, στην μεγάλη αυλή του παππού και της γιαγιάς. Είχαν κότες, κόκορες, κατσίκια και την Κανέλα, τη γάτα. Λάτρευε να μπαίνει στο κοτέτσι, να μαζεύει τα αυγά σε ένα καλαθάκι που της έδινε η γιαγιά. Ήταν τόσο προσεκτική, παρά το νεαρό της ηλικίας. Άκουγε ιστορίες, με το πόσο υπέφεραν οι δόλιες στα χέρια του αδερφού της και του ξαδέρφου της όταν ήταν μικρότεροι, που κυνηγούσαν όλα τα πουλερικά, τα ξεσήκωναν, τους πετούσαν πέτρες, έτρεχαν να τα πιάσουν για να τα ταΐσουν σκουλήκια και γενικά, τα ζωντανά, μόλις τους έβλεπαν είχαν ένταση, ήξεραν ότι θα δεινοπαθήσουν. Με έκπληξη ρωτούσε τον παππού, πώς επέτρεπε εκείνος όλη αυτή τη συμπεριφορά και η απάντηση, όταν ο αδερφός της ήταν μαζί της, ερχόταν από τον ίδιο, ανάμεσα από πνιχτά γέλια, “όσο κι αν με μάλωνε, εγώ συνέχιζα!”. Ο παππούς κουνούσε αποδοκιμαστικά το κεφάλι και συμπλήρωνε “άλλο πράμα τα αγόρια Ναυσικά μου!”. Πόσες φορές είχε ακούσει τις περιβόητες σκανταλιές των αγοριών και θύμωνε. Εκείνη ήταν τόσο διαφορετική, προστατευτική, όταν έμπαινε στο κοτέτσι τα ζώα την πλησίαζαν, την περικύκλωναν. Σήκωνε το χεράκι της κι έριχνε καλαμπόκι κι εκείνα φτερούγιζαν και σήκωναν σκόνη από το χώμα. Πόσο απολάμβανε την συνύπαρξή της με τα πουλερικά μέσα στο κοτέτσι!
Τα κατσικάκια, άλλη μεγάλη αδυναμία της μικρούλας. Ήθελε συνέχεια να τα χαϊδεύει, είχε πάρει μια μαλακή βούρτσα μαλλιών από την μαμά της και τα χτένιζε, τα τάιζε σανό, τρυφίλλι και μήλα. Η αίσθηση του να παίρνει το ζώο, την τροφή από το χέρι της, της έδινε μεγάλη χαρά.
Η Κανέλα, ήταν η καλύτερή της φίλη. Όπου πήγαινε η Ναυσικά, από κοντά και η γάτα. Όταν χάιδευε τα υπόλοιπα ζώα, η καφετιά τετράποδη, γρύλιζε από ζήλια. Την ήθελε κατά αποκλειστικότητα και το έδειχνε. Τι παιχνίδια κάνανε παρέα! Τρέχανε, παίζανε με ένα λούτρινο μικρό δελφινάκι που άφηνε πάντα εκεί η μικρή, την τάιζε στο στόμα, γυρνούσε ανάσκελα το γατί και με το ποδαράκι της, έσπρωχνε το χέρι του κοριτσιού, αναζητώντας χάδια.
Κάπου εκεί κοντά στα έξι της, έμελλε να ζήσει μια τραυματική εμπειρία. Παρέα με τον παππού, μόλις είχαν μαζέψει τα αυγά και γεμάτη χαρά κρατούσε το καλαθάκι, για να το πάει στη γιαγιά, όταν την είδε να σφάζει μια κότα. “Γιαγιά!”, έβγαλε μια κραυγή από τα έγκατα της ψυχής της, παράτησε το καλάθι που κρατούσε στο χώμα και έτρεξε μακριά, με τα δάκρυα να θολώνουν τα μάτια της. Ήθελε να αφήσει πίσω της την εικόνα που είχε αντικρίσει, να την εξαφανίσει από μέσα της. Η γιαγιά της, φώναζε να γυρίσει πίσω, ενώ ο παππούς της, την πήρε στο κατόπι. Κάποια στιγμή κουράστηκε, δεν ήταν και κανένας νέος, της φώναζε με παρακλητικό τόνο να σταματήσει. Αφού είχαν απομακρυνθεί αρκετά από τον τόπο του εγκλήματος, σταμάτησε και γύρισε πίσω της να δει πού ακριβώς ήταν ο παππούς της. Με τα χέρια, της ζητούσε να έρθει κοντά του. Λίγα μέτρα τους χώριζαν όταν άνοιξε τα χέρια του σε μια κίνηση αγκαλιάς – ανακωχής.
– Παππού, δεν θα μιλήσω ποτέ ξανά στη γιαγιά!, του είπε θυμωμένα, χωρίς να έχει αποδεχθεί την πρόσκληση.
– Μάτια μου, με συγχωρείς, δεν έπρεπε να το δεις αυτό…, απάντησε εκείνος και συνέχιζε να έχει ανοιχτά τα χέρια, περιμένοντάς την.
– Δεν έπρεπε να συμβεί γενικά!, είπε κλαμένη η μικρή και χώθηκε στην αγκαλιά του.
Τήρησε τον λόγο της κι ας μη το περίμενε κανείς. “Παιδί είναι, θα το ξεχάσει”, έλεγαν. Δεν το ξέχασε, δεν απευθυνόταν στη γιαγιά της, δεν απαντούσε όταν εκείνη της μιλούσε. “Ρε πείσμα!”, μουρμούριζε η ηλικιωμένη γυναίκα και η ψυχή της πονούσε που η εγγονή της, την είχε αποκλείσει. Πέρασαν κάτι παραπάνω από τρεις μήνες και η Ναυσικά ήταν σταθερή στην απόφασή της, μέχρι που η γιαγιά της, της υποσχέθηκε ότι δεν θα ξαναπείραζε ποτέ τα κοτόπουλά τους. “Να θυμάσαι, έδωσες όρκο!”, τόνισε η μικρή και ήταν η αρχή της επανένωσης γιαγιάς και εγγονής.
Μεγαλώνοντας, η σχέση της με τα ζώα, κυρίως τα αδέσποτα, ήταν μαγική και αειθαλής. Όποιο ζώο έχρηζε βοήθειας, ήταν πάντα εκεί, πρόθυμη. Μαθήτρια λυκείου ακόμα, προστέθηκε στην εθελοντική ομάδα για το καταφύγιο αδέσποτων, συμμετείχε σε διασώσεις, στο τάισμα και την φροντίδα τους, στην προσπάθεια εύρεσης οικογένειας και στέγης για τους τετράποδους φίλους της. Θεωρούσε πολύτιμο κάθε πλάσμα του Θεού και αγωνιζόταν να ενστερνιστούν όσοι περισσότεροι γινόταν, αυτή τη φιλοσοφία. Κάπου εκεί, στην ηλικία των δεκαεφτά, αποφάσισε να γίνει χορτοφάγος. Η σκέψη ότι σκοτώνονται ζώα για να τρέφονται με πτώματα οι άνθρωποι, της δημιουργούσε συνειδησιακά θέματα, δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι βασανίζονται τα ζώα για να έχουμε εμείς διατροφικές απολαύσεις. Λίγο καιρό μετά, έπαψε να καταναλώνει κάθε προϊόν ζωικής προέλευσης, αυγά, τυρί, γάλα.
Τον Θοδωρή τον γνώρισε όταν μια γειτόνισσά της φώναξε την πυροσβεστική, για να κατεβάσουν τον γάτο της, που είχε εγκλωβιστεί, ακουμπώντας με την κοιλιά του, στο ψηλότερο κλαδί ενός δέντρου. Νεαρός, με την στολή να του πηγαίνει απίστευτα, με ένα φωτεινό χαμόγελο και ένα γλυκό, ευγενικό βλέμμα, την εντυπωσίασε. Αυτό όμως που την κέρδισε, ήταν ο τρόπος του με τον γάτο. Προσεκτικός, εφευρετικός, ήρεμος, κέρδισε την εμπιστοσύνη του τρομαγμένου ζώου κι όταν το έπιασε, του χάρισε μια ζεστή, τρυφερή αγκαλιά.
Το ενδιαφέρον της για το τετράποδο και την γειτόνισσα, ο τρόπος που το εκδήλωνε, η αύρα της, η ζεστασιά στη φωνή της, ήταν τα στοιχεία που έκαναν τον γοητευτικό πυροσβέστη να θέλει να μάθει για κείνη, ρωτώντας την αφεντικίνα του γάτου. Την επόμενη μέρα, όταν τον είδε μπροστά της στο καταφύγιο, σάστισε, τα μάγουλά της πρόδωσαν την έξαψη της.
– Γεια σου Ναυσικά.
– Γ… γεια σου και σένα…, κόμπιασε η κοπέλα, μη μπορώντας να κρύψει την αμηχανία της.
– Αν πω ότι περνούσα από δω τυχαία, δεν θα με πιστέψεις ε;, γέλασε για να σπάσει κάπως τον πάγο.
– Εεε, όχι μάλλον…, ξεροκατάπιε εκείνη.
– Η κυρία Μαίρη, χθες, μου έδωσε κάποιες πληροφορίες για σένα, όταν την ρώτησα.
– Την ρώτησες για μένα; Δεν μου είπε τίποτα.
Και κάπως έτσι, έγιναν ζευγάρι. Με τον Θοδωρή, ήταν ο εαυτός της. Όχι μόνο δέχτηκε την αδυναμία της για τα ζώα και τις ώρες που αφιέρωνε σε αυτά, αλλά την στήριζε κιόλας και πολλές φορές την συνόδευε. Τρία χρόνια μετρούσε η σχέση τους και ο Θοδωρής της πρότεινε να γνωρίσει τους γονείς του. Πλησίαζε το Πάσχα και θα έφευγε στον τόπο του, την Λιβαδειά.
– Μήπως ήρθε η ώρα μωρό μου; Ευκαιρία, να γνωρίσεις όλο το σόι.
– Είσαι σίγουρος; Να μπερδεύομαι στα πόδια σας;
– Τι λες ρε αγάπη μου; Η μαμά μου δε θυμάσαι που το έλεγε από πέρυσι;
– Ναι, θυμάμαι. Οκ, ας το κάνουμε. Κάποτε θα γινόταν…
Μεγάλο Σάββατο απόγευμα, έφτασαν. Χαρές, αγκαλιές, “τι όμορφο κορίτσι”, “πόσο καιρό θέλαμε να σε γνωρίσουμε” κι άλλα τέτοια θετικά της πρώτης επαφής, μέχρι το “έλα από δω Ναυσικά μου να γνωρίσεις και τον μεγάλο μας γιο”.
Το σοκ ήταν μεγάλο. Μπροστά της ένας άντρας περνούσε την σούβλα από το κέντρο του κεφαλιού του αρνιού. Κάτω εφημερίδες με αίματα, τα χέρια του ματωμένα και το χαμόγελο της ικανοποίησης, τεράστιο.
Ένιωσε μια ανακατοσούρα στο στομάχι, μια σκοτοδίνη, γύρισε κατευθείαν την πλάτη της στο όλο σκηνικό, ζήτησε συγγνώμη και έτρεξε στην κουζίνα που ήταν μαζεμένοι πριν.
Όλοι έμειναν απορημένοι, με το στόμα ανοιχτό, αφού δεν πρόλαβαν να βγάλουν λέξη. Ο Θοδωρής, δεν έμεινε να τους εξηγήσει, “αγάπη μου περίμενε”, φώναξε κι έτρεξε πίσω της.
– Το ήξερες;
– Ε φυσικά το ήξερα!
– Αλήθεια τώρα; Και δε σου πέρασε από το μυαλό ότι εγώ θα φρίκαρα;
– Ρε μωρό μου, αφού ξέρεις ότι τρώμε κρέας.
– Ρε Θοδωρή, τι λες; Άλλο τρώτε κρέας κι άλλο αυτό. Δεν μπορώ να παραβρεθώ στο αυριανό τραπέζι, με συγχωρείς. Δεν υπάρχει περίπτωση να το βλέπω να γυρνάει στη σούβλα το δόλιο κι εμείς από πάνω του να χορεύουμε και να διασκεδάζουμε.
Την κουβέντα τους διέκοψε η κυρία Στέλλα.
– Σε καταλαβαίνω κορίτσι μου. Μας είπε ο γιος μου ότι είσαι βίγκαν και να σου πω, κάπου το περίμενα. Δεν είσαι υποχρεωμένη να ανεχτείς το γλέντι γύρω από την σούβλα. Θοδωρή, αύριο θα πάτε μια βόλτα και θα έρθετε για το γλυκό. Σου έχω ετοιμάσει βιγκανογλυκό, που βρήκα στο διαδίκτυο!, είπε η μέλλουσα πεθερά και της έκλεισε το μάτι.
– Κυρία Στέλλα μου, σας ευχαριστώ τόσο πολύ. Ειλικρινά, είναι πάνω από τις δυνάμεις μου.
– Μην απολογείσαι κορίτσι μου. Ο καθένας έχει τα πιστεύω του.
– Μα ήρθαμε υποτίθεται για Πάσχα, ειλικρινά σας ζητώ συγγνώμη.
– Ο Θοδωρής μιλάει με ενθουσιασμό για το έργο που προσφέρεις σε όλα τα ζωντανά και σε καμαρώνουμε και μεις. Μη σκας για τίποτα. Θα περάσουμε όλοι μαζί σε λίγες ώρες την Ανάσταση, θα τσουγκρίσουμε αυγουλάκια κι ας μη το φας εσύ…
– Κυρία Στέλλα μου, σας δυσκολεύω…
– Μη το ξαναπείς. Θα περάσουμε όμορφα γιατί είστε εδώ, μαζί μας. Αύριο, ξεκινάει το νταβαντούρι από τις οχτώ. Κανονίστε το πρόγραμμά σας, ευκαιρία να δεις τα μέρη που μεγάλωσε το αγόρι σου. Αν θέλεις, όταν έρθει η ώρα να κατεβάσουμε το αρνί και στρώσουμε τραπέζι, θα σας ενημερώσω, να έρθετε να τσουγκρίσουμε τα ποτήρια και να φάμε όλοι μαζί. Αλλιώς, στο γλυκό, όπως σου είπα.
– Όχι φυσικά, θα χάσει που θα χάσει ο Θοδωρής τα τσιπουράκια από το πρωί, μη χάσει και το φαγητό.
– Κορίτσι μου, έπρεπε να το σκεφτώ, πριν σου ζητήσω να έρθεις μαζί μου, με συγχωρείς…, την έσφιξε πάνω του, με το ένα χέρι, ο Θοδωρής.
– Όλα λύνονται, αν υπάρχει καλή θέληση!, επιδίωξε η οικοδέσποινα να λήξει το θέμα.
– Α ρε μάνα, δεν παίζεσαι!, με το άλλο χέρι, έσφιξε πάνω του την Στέλλα.
Έγιναν και οι τρεις μια αγκαλιά και τότε στο δωμάτιο μπήκαν και οι υπόλοιποι.
– Όλα καλά;, ρώτησε ο μπαμπάς του.
– Όλα καλά, όλα ανθηρά!, απάντησε ο Θοδωρής και η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή και οικογενειακή, όπως όταν έφτασε το ζευγάρι.
Λίγη ώρα μετά, που οι δύο γυναίκες έμειναν μόνες, η Ναυσικά την κοίταξε στα μάτια απολογητικά.
– Κυρία Στέλλα, σας άλλαξα τα σχέδια. Θα με περνάτε για κακομαθημένη, για περίεργη.
– Τι είναι αυτά που λες παιδί μου; Η ζωή προχωράει. Εσείς οι νέοι οφείλετε να αλλάξετε τα κακώς κείμενα του κόσμου που σας αφήνουμε. Να κάνεις αυτό που αισθάνεσαι.
Φαινόταν ότι εννοούσε όσα έλεγε και η Ναυσικά, ένιωθε ευγνώμων. Την αγκάλιασε, την ευχαρίστησε ξανά και έφυγε στο υπνοδωμάτιο να ετοιμάσει τα ρούχα που θα έβαζε εκείνη και ο Θοδωρής.
“Επτά θανάσιμες πεθερές και χαζομάρες”, σκεφτόταν η Ναυσικά και γελούσε μόνη της, καθώς έβγαζε τα ρούχα από τη βαλίτσα και έκανε τον σταυρό της, που η κυρία Στέλλα ήταν η εξαίρεση του κανόνα.
Χρυσούλα Καμτσίκη
