Τατουάζ – Μέρος 1ο

Η Εριέττα οδηγούσε ώρα τώρα, χωρίς προορισμό, με θολά μάτια.
“Πώς είναι δυνατόν να με απάτησε μέσα στο ίδιο μας το σπίτι;”, έλεγε δυνατά, ενώ τα δάκρυα δεν σταματούσαν να τρέχουν στα μάγουλά της.
Μέχρι που ένιωσε ένα δυνατό τράνταγμα!

Της πήρε κάποια δευτερόλεπτα να καταλάβει τι συμβαίνει. Μόλις σκούπισε τα μάτια της, συνειδητοποιησε πως είχε περάσει “STOP” και είχε τρακάρει με ένα μεγάλο μαύρο τζιπ. Από το σοκ που υπέστη σταμάτησε να κλαίει και βγήκε με κόκκινα μάτια και κατεβασμένα μούτρα έξω. Μόνο όταν άνοιξε η ίδια την πόρτα της, την άνοιξε και ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου.

Κοίταξε το μπροστινό μέρος του αμαξιού της και έπιασε το μέτωπό της. Ο προφυλακτήρας είχε ‘κατέβει’ όλος κάτω και νερά έτρεχαν από το ψυγείο. “Αμάν ζημιά! Ποιος τη φτιάχνει τώρα;”, σκέφτηκε. Αμέσως μετά κοίταξε και το αυτοκίνητο που είχε χτυπήσει. Ένα μικρό βαθούλωμα είχε μόνο στη δεξιά πλευρά προς την πόρτα. “Έτσι είναι, άμα πας με τον κουβά να χτυπήσεις τζιπ, αυτά συμβαίνουν!”, συνέχισε να σκέφτεται η Εριέττα και μετά έστρεψε το βλέμμα της στον ιδιοκτήτη του οχήματος. Στιγμιαία χάθηκε στην εικόνα που είχε μπροστά της. Ψηλός, μελαχρινός, κουστουμαρισμένος, με προσεγμένα μαλλιά και δύο μεγάλα στρογγυλά πράσινα μάτια. Μόνο όταν την πλησίασε αρκετά, ένιωσε ντροπή. Μόλις πριν λίγο έκλαιγε για τον σύντροφό της και τώρα τα μάτια της κόλλησαν πάνω σε έναν τυχαίο άντρα;

“Είστε καλά;”, τη ρώτησε με βαριά φωνή που την έκανε να ξαναστρέψει το βλέμμα της πάνω του
“Εεε ναι, εγώ καλά είμαι, το αμάξι δεν ξέρω… Σας οφείλω και μια συγνώμη που πέρασα όπως να ‘ναι το ‘STOP’. Να καλέσουμε τις ασφαλιστικές. Εσείς είστε καλά;”
Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι, έβγαλε από τη τσέπη το κινητό του και αναζήτησε το τηλέφωνο της ασφαλιστικής. Τις κινήσεις του μιμήθηκε και η Εριέττα. Αφού ενημέρωσαν, έπρεπε να περιμένουν. Κατάφερε όπως – όπως να μετακινήσει το αυτοκίνητο της στα δεξιά, ώστε να μην παρακωλύει την κυκλοφορία και το ίδιο έκανε και ο οδηγός του τζιπ. Έκατσε στο πεζοδρόμιο και άναψε ένα τσιγάρο.

“Μπορώ;”, την ρώτησε ο άγνωστος, μέχρι πρότινος, άντρας
“Βέβαια”, απάντησε εκείνη και του πρόσφερε ένα τσιγάρο. Άπλωσε το χέρι του να πάρει ένα από το πακέτο και η Εριέττα δεν μπορούσε να μην προσέξει το τατουάζ στο χέρι του, που απεικόνιζε ένα πρόσωπο που συνδυάζε ανθρώπινα χαρακτηριστικά με αρκούδας. Της άρεσαν πολύ τα τατουάζ και ηταν κάτι που πάντα πρόσεχε στους άλλους.
“Αναπτήρα;”, τη ρώτησε και εκείνη ένιωσε άβολα με την στάση της για ακόμη μια φορά.
Τον άναψε και τότε πλησίασε στο χέρι της με το τσιγάρο στο στόμα. Ρούφηξε μια γενναία τζούρα και αφού την κράτησε για λίγο, εξέπνευσε.

“Δεν έχω μάθει το όνομά σου ακόμα. Μου επιτρέπεις τον ενικό, έτσι;”
“Βέβαια… Εριέττα”, του απάντησε, ενώ το άρωμά του είχε κυριεύσει τις αισθήσεις της. Δεν ήθελε να γυρίσει να τον κοιτάξει ξανά! Ένιωθε ένοχη αυτή τη στιγμή για τόσα πράγματα! Για το ατύχημα που προκάλεσε η απροσεξία της, για τους λόγους που μπορεί να οδήγησαν τον σύντροφό της να την απατήσει, για αυτά που ένιωσε μόλις είδε τον οδηγό του τζιπ να στέκεται μπροστά της…

Έμειναν για λίγο αμίλητοι.
“Φίλιππος”
“Πω πω είμαι απαράδεκτη! Συγνώμη! Και σε τράκαρα και είμαι αγενής! Χάρηκα πολύ!”, του απάντησε και εκείνος έτεινε το χέρι του για τη χειραψία. Η Εριέττα τότε ανταπέδωσε και σήκωσε το βλέμμα να τον κοιτάξει. Τα μάτια της τώρα ήταν πρησμένα από το κλάμα κάτι που ο Φίλιππος πρόσεξε.
“Αυτός που σε έκανε να βγεις στους δρόμους με κίνδυνο της ζωής σου, δεν αξίζει!”, μιλούσε αργά, με βαριά φωνή, ίσως και λίγο τραχιά, πράγμα που την έκανε να εστιάζει ακόμα περισσότερο στα λόγια του και τελικά στον ίδιο. “Μην με κοιτάς έτσι, παιδί της νύχτας είμαι, ξέρω”, συνέχισε στον ίδιο τόνο, αφήνοντας τον καπνό να βγει από το στόμα του.

Πριν προλάβει να απαντήσει κάτι η Εριέττα, κατέφτασε ο πραγματογνώμονας της δικής της ασφαλιστικής. Πήρε τα μάτι της από πάνω του και σηκώθηκε απότομα.
“Καλησπέρα σας, περάσαμε το ‘STOP’;”
“Καλησπέρα σας, ναι, δυστυχώς”

Ο ειδικός έριξε μια γρήγορη ματιά, τράβηξε κάποιες φωτογραφίες και από τα δύο οχήματα και μετά λύπης του την ενημέρωσε ότι όχι μόνο έφταιγε, αλλά η ζημιά στο αμάξι της είναι μεγάλη, σε σημείο που πιθανόν να μην παίρνει μπρος. Και δεν βγήκε ψεύτης!

Στο μεταξύ είχε φτάσει αντιπρόσωπος και από την ασφαλιστική του Φιλίππου και προτάθηκε φιλική δήλωση. Την υπέγραψαν και οι δύο και οι πραγματογνώμονες αποχώρησαν.

Η Εριέττα έκατσε κάτω. “Τι θα κάνω τώρα;”, αναρωτήθηκε δυνατά.
“Θα αναλάβω εγώ να μεταφερθεί το αμάξι σου σε δικό μου συνεργείο και θα σε πάω σπίτι”, της είπε αυστηρά ο Φίλιππος
Η Εριέττα σήκωσε το βλέμμα της. “Πού να με πάει; Στο σπίτι με τον Αλέκο; Που με κεράτωνε στο κρεβάτι με την άλλη; Εγώ θέλω να φύγω από εκεί μέσα!”, σκεφτόταν και δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της
“Κλαις;”
“Όχι”

Ο Φίλιππος της γύρισε την πλάτη. Έβγαλε το κινητό από την τσέπη του και κάλεσε έναν Αντώνη που θα ερχόταν με ρυμουλκό να πάρει το αμάξι της και να το πάει στο συνεργείο του.
“Αυτή είναι η κάρτα του Αντώνη. Μου χρωστάει, θα σε προσέξει” της είπε ο Φίλιππος. Αν και πρότεινε ξανά να την γυρίσει σπίτι, εκείνη επέμεινε να πάρει ένα ταξί. Έτσι, μπήκε στο τζιπ και με μια γκαζιά εξαφανίστηκε.

Η Εριέττα έμεινε όρθια στην άκρη του πεζοδρομίου με την κάρτα του ιδιοκτήτη του συνεργείου στα χέρια της.
“Τη Μαίρη! Να πάρω τη Μαίρη!”, μονολόγησε και με τρεμάμενα χέρια πήρε την αδερφή της. Της εξιστόρησε όλα όσα είχαν συμβεί, η οποία μετά από λίγα λεπτά ήταν στο σημείο του ατυχήματος. Την ίδια στιγμή έφτασε κι εκείνος ο Αντώνης. Φόρτωσε το αμάξι της, την ενημέρωσε πού βρίσκεται το συνεργείο κι έφυγε.
Η Μαίρη πήρε την Εριέττα και πήγαν σπίτι της. Ευτυχώς έμενε μόνη της και μπορούσε να φιλοξενήσει άνετα την αδελφή της.

Αφού έκανε ένα μπάνιο η Εριέττα, έκατσαν να φάνε κάτι και να πιούν λίγο κρασί.
“Από πού να αρχίσω δεν ξέρω…”, είπε και ξεφύσηξε η Μαίρη. “Αρχικά, αύριο πρωί θα είσαι σπίτι του μ@λ@κ@ , που τόσο καιρό σου μιλάω αλλά με γράφεις, να πάρεις τα πράγματά σου! Ούτε ερωτήσεις, ούτε εξηγήσεις, ούτε τίποτα!”
Η Εριέττα εγνευσε καταφατικά.
“Επιτέλους θα γλυτώσεις απο αυτόν! Έπρεπε να γίνει με τον δύσκολο τρόπο, αλλά ουδέν κακόν αμιγές καλού…” και ενώ η Μαίρη συνέχιζε τον μονόλογο κατά του Αλέκου, η Εριέττα ήταν χαμένη στις σκέψεις της. Αναλογιζοταν πόσα συνέβησαν σήμερα μέσα σε λίγες ώρες και πόσες εναλλαγές συναισθημάτων προκάλεσαν.

“Δεν έχεις ακούσει λέξη, έτσι;”
Η Εριέττα κοίταξε την αδελφή της.
“Πού είναι το μυαλό σου;”
“Είμαι πολύ κουρασμένη και αύριο με περιμένει μεγάλη μέρα! Θα πρέπει να μπορέσω να αντεπεξέλθω σωματικά και ψυχολογικά. Πάω για ύπνο, εντάξει;”
Η Μαίρη την αγκάλιασε σφιχτά και τη φίλησε στο μέτωπο.

Η Εριέττα ξάπλωσε στον καναπέ. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στο ταβάνι. Σχηματιζε με το νου της τη μορφή του Φίλιππου, ενώ έφερνε τη φωνή του και το άρωμά του στο νου της. Και την ίδια στιγμή έβαζε τα κλάματα, γιατί μέσα στο σκοτάδι αναπαραγόταν μέσα στο μυαλό της η εικόνα του Αλέκου με εκείνη τη γυναίκα, πάνω στο κρεβάτι τους.
Δεν κατάφερε να κοιμηθεί και οι πρώτες ακτίνες του ηλίου ήταν η λύτρωσή της. Η μέρα που θα άλλαζε όλη της η ζωή, ξεκινούσε.

Αγγελική Ανδριοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Τατουάζ – Μέρος 1ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading