Βγαίνοντας απ’ το κτίριο, στάθηκε ακίνητη για λίγο και σήκωσε το κεφάλι της κοιτάζοντας τον ουρανό. Το δυνατό φως του ήλιου, την ανάγκασε να στενέψει το βλέμμα, μα δεν το απέστρεψε, ενώ ένα αδιόρατο χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπό της. “Με τα έγγραφα είμαστε εντάξει, το μόνο πρόβλημα είναι πως θα πρέπει να ξεκινήσετε άμεσα. Η σεζόν έχει σχεδόν ξεκινήσει, καταλαβαίνετε…”, θυμόταν τα λόγια που της είπε λίγο πριν ο χοντρός κύριος που έμοιαζε να ασφυκτιά μέσα στο κοστούμι του και που την κοιτούσε βαθιά μέσα στα μάτια περιμένοντας την απάντησή της. “Καταλαβαίνω απόλυτα. Αύριο το πρωί θα είμαι εκεί. Σήμερα το βράδυ έχει δρομολόγιο για το νησί, το έχω κοιτάξει”. Εκείνος γούρλωσε τα μάτια κι εκείνη απλά του χαμογέλασε. Εκείνος δεν πίστευε στην τύχη του για την τόσο άμεση ανταπόκρισή της, μιας και οι ανάγκες για προσωπικό στο ξενοδοχείο ήταν άμεσες και εκείνη δεν πίστευε στη δική της τύχη, πως επιτέλους είχε βρει αντικλείδι για να βγει απ’ τη φυλακή της.
Πήρε μια βαθιά ανάσα κι άρχισε να περπατάει με γρήγορο βήμα, έπρεπε να βιαστεί, έπρεπε να προλάβει. Έπρεπε να ζήσει…
Το ταξί την άφησε μπροστά στην πόρτα του σπιτιού της. Κατέβηκε βιαστικά κι ανέβηκε στον τρίτο όροφο σχεδόν τρέχοντας. Κοίταξε το ρολόι της, δεν είχε πολύ χρόνο. Έβγαλε τη ζακέτα και τα παπούτσια της και σχεδόν έτρεξε στην κρεβατοκάμαρα. Τράβηξε κάτω απ’ το κρεβάτι μια μεγάλη, καφέ βαλίτσα, την άνοιξε και χαμογέλασε ικανοποιημένη κοιτώντας το ασφυκτικά γεμάτο περιεχόμενό της. Έκανε με το βλέμμα της ένα γύρο στο δωμάτιο. Στο προσεχτικά στρωμένο κρεβάτι, στην παλιά κουνιστή πολυθρόνα δίπλα στην μπαλκονόπορτα, στις πολύχρωμες χάρτινες πεταλούδες που στόλιζαν τη λευκή κουρτίνα. Στένεψε τα μάτια και κοίταξε στη γωνία του κρεβατιού, σε εκείνο το πληγωμένο στην άκρη ξύλο, αυτό που “την πλήρωσε” αντί της ίδιας, αφού για λίγο δεν πέτυχε εκείνη το σίδερο που πέταξε εκείνος με θυμό εκείνη τη μέρα που δεν βρήκε το γκρι πουκάμισό του σιδερωμένο. Κι έπειτα το βλέμμα της έπεσε στον μεγάλο καθρέφτη στον τοίχο, που βδομάδες τώρα έστεκε ραγισμένος, από τότε που την είχε σπρώξει πάνω του με οργή, γιατί του είχε πει πως δεν άντεχε άλλο κι ήθελε να φύγει απ’ αυτή τη σχέση, απ’ αυτό το σπίτι, απ’ αυτή τη ζωή. Τότε που τόλμησε και σήκωσε ανάστημα μπροστά στη βia, την καkoποίηση, την υποτίμηση που δεχόταν χρόνια τώρα τώρα. Ήταν τυχερή, ο καθρέφτης δεν έσπασε για να την τραυματίσει, η καρδιά της όμως ήταν από καιρό σπασμένη. Και της απαγόρευσε να πετάξει τον ραγισμένο καθρέφτη: “Εδώ θα μείνει! Έτσι, σπασμένος! Να τον βλέπεις και να θυμάσαι πως ‘φεύγω’ δεν θα μου ξαναπείς ποτέ! Άχρηστη! Ηλίθια! Που νομίζεις θα γυρίσει κανένας άλλος να σε κοιτάξει έτσι που είσαι! Σε φορτώθηκα εγώ και βγάζεις και γλώσσα ποutana!” της είχε πει φτύνοντας κάθε λέξη.
Αναστέναξε και στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, κοιτώντας το ραγισμένο είδωλό της. Χάιδεψε με το βλέμμα της το χλωμό πρόσωπό της, τις μικρές ρυτίδες δίπλα στα μάτια της, τα στεγνά σχεδόν από ζωή χείλη της. Προσπάθησε να χαμογελάσει, για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωθε πως μπορούσε, πως της άξιζε. Πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωθε τη μικρή φλογίτσα της ελπίδας να τρεμοπαίζει μέσα της. Υπήρχε ακόμη, δεν την είχαν σβήσει οι προσβολές, τα χαστούκια, οι βρισιές, η υποτίμηση. Ήταν ακόμη εκεί, εντός της και περίμενε υπομονετικά να θυμηθεί την ύπαρξή της η κάτοχός της και να την φυσήξει απαλά, κάνοντάς την πυρκαγιά που θα έκαιγε όλα τα άσχημα, που θα έκανε στάχτη κι αποκαΐδια όλα τα δύσκολα και θα άνοιγε το δρόμο για το φως, για τη ζωή που της άξιζε, για τη ζωή που αξίζει σε κάθε άνθρωπο.
Άνοιξε τη ντουλάπα δεξιά της και άρχισε να πετά με μανία ό,τι έβρισκε μπροστά της. Μόλις είδε τη μαύρη σακούλα που βρισκόταν στο πίσω μέρος, την πήρε προσεχτικά στα χέρια της. Την άνοιξε και κοίταξε εκείνες τις μαύρες γόβες που τόσο καιρό είχε κρυμμένες. Τις είχε αγοράσει πέρυσι στα γενέθλιά της, επειδή τις είδε σε μια βιτρίνα και της άρεσαν. “Τι είναι αυτά; Για πιάτσα θα βγεις; Σαν πουtana είσαι! Βγάλτα και πέτα τα!”, ήταν τα λόγια του αντί για “με γειά σου αγάπη μου”. Αγάπη μου… χρόνια είχε να την πει έτσι. Βούρκωσε στη σκέψη, αλλά αμέσως ταρακούνησε το κεφάλι της προσπαθώντας να αποτινάξει αυτές τις σκέψεις. Στρίμωξε τη σακούλα με τις γόβες στη βαλίτσα της και έκλεισε αποφασιστικά το φερμουάρ.
Κοίταξε το ρολόι της. Δύο ώρες μέχρι να επιστρέψει εκείνος από τη δουλειά. Οκτώ ώρες μέχρι το πλοίο να αφήσει το λιμάνι του Πειραιά για το νησί. Προλάβαινε. Έπρεπε να προλάβει.
Κρατώντας το εισιτήριο σφιχτά στο χέρι της, κάθισε σ’ ένα παγκάκι, άφησε δίπλα της τη βαλίτσα της κι έβγαλε το κινητό απ’ την τσάντα της. Αφαίρεσε την κάρτα sim και σχεδόν την συνέθλιψε μέσα στα χέρια της. Έβαλε στη θέση της την καινούρια sim που λίγες μέρες πριν είχε κρυφά αγοράσει και χαμογέλασε στον εαυτό της. Η καινούρια της ζωή της έκλεινε το μάτι, ένιωθε πως ήδη ανέπνεε καλύτερα. Επιτέλους θα άρχιζε να ζει ξανά!
Η δουλειά μακριά απ’ την Αθήνα -μακριά από εκείνον-, μια δουλειά που θα της παρείχε εκτός από μισθό, στέγη και διατροφή, ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να της συμβεί. Ήταν ίσως το μόνο που θα μπορούσε να την κρατήσει μακριά κι ασφαλή από το “τέρας” που την βασάνιζε, την τρομοκρατούσε, τη μηδένιζε. Δεν την ένοιαζε πόσο σκληρά θα έπρεπε να δουλέψει, πόσο θα δυσκολευόταν, το μόνο που την ένοιαζε ήταν που το είχε μπορέσει να ξεφύγει απ’ τα σκληρά δεσμά του. Δεν ήταν πια ισοβίτης του, ήταν ελεύθερη κι αυτό ήταν το μόνο που είχε σημασία. Θα ήταν όχι απλά μακριά του, αλλά εξαφανισμένη. Δεν είχε αφήσει πίσω της στίγμα, ούτε ίχνος. Δεν είχε αφήσει ούτε καν την ανάσα της στη φυλακή που της είχε χτίσει.
Σήκωσε την ζακέτα της, να κρύψει τη μελανιά στο δεξί της ώμο που την πονούσε ακόμη. Θα περνούσε, θα ξεθώριαζε κι αυτή, όπως είχε ξεθωριάσει εκείνος μέσα της. Νόμιζε πως την μηδένισε, μα τελικά πόσο λάθος είχε κάνει! Πόσο λάθος την είχε μετρήσει! Όσο κι αν την είχε υποτιμήσει, όσο κι αν την είχε απομονώσει, όσο κι αν την είχε πληγώσει, εκείνη ήταν ακόμη εκεί, ζωντανή, ακόμη και τις στιγμές που σχεδόν ψυχορραγούσε. Ήταν εκεί και κρυφά κι αθόρυβα σχεδίαζε, μετρούσε, υπολόγιζε την απόδραση απ’ τη φυλακή της.
Κοίταξε τη θάλασσα και χαμογέλασε. Θα ζούσε! Της άξιζε να ζήσει! Σ’ όλους αξίζει! Τι κι αν φοβόταν να το διεκδικήσει για τόσο καιρό; Τι κι αν είχε πειστεί πως μόνο στον ίσκιο του μπορούσε να επιβιώσει; Θέμα χρόνου ήταν να συνειδητοποιήσει, να τολμήσει, να δράσει. Θέμα χρόνου ήταν να βρει το αντικλείδι για να ξεφύγει και να τρέξει στο φως. Στο φως που της αξίζει. Στο φως που σε όλους αξίζει.
Υστερόγραφο: Η ιστορία γράφτηκε ακούγοντας στο repeat το τραγούδι “Τακούνια για καρφιά” των Ιουλία Καραπατάκη – Ορέστη Ντάντου. Η ιστορία γράφτηκε ακούγοντας στο repeat και κλαίγοντας για όλες εκείνες που δεν πρόλαβαν να “ποδοπατήσουν το τέρας”, αλλά και με τεράστια συγκίνηση και θαυμασμό σ’ εκείνες που πρόλαβαν, που κατάφεραν, που έζησαν…
Κική Γιοβανοπούλου
