Η Σταχτο… μπούτα ή μήπως όχι;

Να τα πάρουμε από την αρχή, παιδιά, για να μην σας μπερδεύω.
Εγώ που λέτε, ήμουν αυτό που λένε «αφελής» – να μην πω «μaλakas», γιατί θα με κόψει η αρχισυντάκτρια πάλι, επειδή βρίζω. Αλλά ελάτε τώρα, μεταξύ μας είμαστε.

Νόμιζα πως ο κόσμος είναι αγγελικά πλασμένος. Ροζ συννεφάκια, φτερωτοί άγγελοι, μουσική υπόκρουση Disney και όλα τα σχετικά. Μέχρι που… woke up.
Και τι woke up; Σαν να με ξύπνησε χαστούκι απ’ τον Chuck Norris. Άγριο. Ξύπνησα, που λέτε, με κάτι αλήθειες που σου έρχονται κατακούτελα, όχι απαλά – με φόρα.

Ήμουν το καλό παιδί. Το παιδί-χαλί. Αυτό που κάνει τα πάντα για τους πάντες. Η φίλη που σ’ ακούει στις 3 τα ξημερώματα, που θα τρέξει να σε μαζέψει απ’ τα πατώματα, που θα σου δώσει και τη ζακέτα της. Ξέρεις τώρα, η «καλή» – η καλή μaλakas, να το πούμε σωστά.

Μέχρι που με φάγανε. Με δαγκώσανε. Με πατήσανε. Με ρούφηξαν και με πέταξαν σαν χρησιμοποιημένο χαρτομάντηλο σε ξέφρενο πάρτι κλαμένων εφήβων.

Και ξέρεις τι; Πάντα είχα μια υποψία… μήπως είμαι δύο άνθρωποι.
Η μία: η απελπισμένα καλή, η γλυκιά, η υπεραναλυτική, που ψάχνει πάντα δικαιολογίες για όλους.
Η άλλη: εκείνη που αν βγει… ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΤΕ ΟΛΟΙ, ΡΕ.

Guess who’s back, bitches!

Δεν ξύπνησα γιατί κάποια με έβρισε στο Instagram. Ούτε γιατί κάποια άλλη την έπεσε στον γκόμενό μου (καλά, και για αυτό, αλλά λέμε τώρα). Ξύπνησα γιατί με πούλησαν.
Όχι απλά με πουλήσανε – με ξεπουλήσανε. Όπως δίνεις κάτι παλιό σε παζάρι και ούτε που σε νοιάζει ποιος θα το πάρει.
Θα μπορούσα να το πω ποιητικά, ότι με πρόδωσαν για τριάντα αργύρια, αλλά δεν είμαστε για μεταφορές. Το θέμα δεν ήταν τα λεφτά. Ήταν η προδοσία.

Και όχι, δεν γύρισα το άλλο μάγουλο.
Γύρισα σελίδα.
Και ξέρεις κάτι; Σ’ αυτή τη σελίδα, η «Σταχτομπούτα» φοράει combat boots και κρατάει τη στάχτη της για να την πετάξει στα μούτρα σας.

Που λες, φιλενάδα… Κάτσε να στα πω.
Α, κάτσε, μας διαβάζουν και άντρες.
Τέλος πάντων, βάλτε τον κwλο κάτω, όλοι.

Με πούλησαν.
Και όχι με την κομψότητα του «σε απογοήτευσα», αλλά με το μαχαίρι στο κόκαλο – κυριολεκτικά.
Η μία κόντεψε να με σκοτώσει με αρσενικό. Ναι, καλά διάβασες, Α-Ρ-Σ-Ε-Ν-Ι-Κ-Ο. Μου το πότιζε ευλαβικά μέσα στις πίτες, τα γλυκά και τις τυρόπιτες που μου έφερνε σπίτι.
Αχ τι καλή… Μια Αγία Σιγασμένη.
Και να ‘μαι εγώ κάθε τόσο: εμετούς, διάρροιες, ίσως και η ψυχή μου να βγήκε απ’ το ξερατό, ποιος ξέρει. Ίου.

Η άλλη πάλι, πήγε πιο εναλλακτικά. Με πότιζε παραισθησιογόνα.
Όχι ότι είχα παράπονο στην αρχή – μια Maleficent αισθανόμουν, χωρίς τα κέρατα αλλά με τα φτερά κομμένα.
Μέχρι που σε κάποια φάση είπα:
“Ώπα, μaλakes. Κάτι παίζει εδώ πέρα.”

Και για τι όλα αυτά;
Για το σπίτι της γιαγιάς μου.
Γιατί λέει ο παππούς είχε θάψει λίρες.
Οι κλώσσες το ήξεραν. Αυτό που δεν ήξεραν όμως, ήταν πως το έμαθα κι εγώ.
Και έδεσα ένα δαιμόνιο με τις λίρες.
Ναι, ναι, σωστά άκουσες.

Και τώρα ξεκινάει το καλό.

Έβγαιναν, που λες, κάθε νύχτα.
Όταν νόμιζαν ότι κοιμόμουν του καλού καιρού, το είχαν κάνει Mission Impossible, με ανιχνευτές μετάλλων, παστωμένες σε μαύρα σαν νίντζες.
Κι εγώ;
Εγώ είχα πάρει drone.
Το είχα μασκαρέψει σαν φάντασμα – άσπρο, με σεντόνι και μάτια από led – και το έστελνα πάνω απ’ τα κεφάλια τους.
ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧ
Δεν μπορώ, ακόμα γελάω!

Μπήκαν ουρλιάζοντας στο σπίτι.
Το δαιμόνιο που ενόχλησαν έκλεινε τα φώτα, κοπανούσε τις πόρτες, μουρμούραγε απόκοσμα από τις γωνίες.
Η μία πήγε στα επείγοντα με ασθενοφόρο.
Η άλλη στο Δαφνί.
Γιατί – λέει – την κυνηγούσε ο Εωσφόρος.

Καλά να πάθετε, καριoλes.
Για να δείτε και την άλλη πλευρά του νομίσματος.
Αυτή που δεν έχει ροζ συννεφάκια και καλοσυνάτες καρδούλες, αλλά… Maleficent με drone και δαιμόνια στη βεράντα.

Τώρα που σας γράφω, είναι 3:00. Ναι, η ώρα. Η epic demonic hour.
Και όχι, δεν ήρθα να κάνω προσευχή. Ήρθα να τελειώσω αυτό που άρχισα.

Έχω τρία κιλά συκωταριές.
Τρεις κιλάρες, φρέσκες, μυρωδάτες.
Και τις έχω κρεμάσει έξω απ’ τις πόρτες τους, να στάζουν αiματα πάνω στο χαλάκι “Welcome”.
Γιατί το κακό θέλει σκηνοθεσία, αγάπη μου.

Και για μουσική υπόκρουση;
Ο φίλος μου ο Γύφτος με το “Αχάριστη και αλήτισσα”.
Στη διαπασών.
Στην επανάληψη.
Με ηχεία μεγάλα σαν τη μνησικακία μου.
Γιατί έχω χιούμορ, καρiόλeς.
Και θα σας πάω π… ας μη το πω, έχουμε και μια συντάκτρια που ήδη με κοιτάει με απόγνωση.

Ναι, ξέρω, ούτε εγώ πιστεύω ότι θα δημοσιευτεί αυτή η ιστορία.
Σίγουρα θα την κόψει η κυρά-λογοκρισία παρέα με την απόλυσή μου από τον ΟΑΕΔ.

Αλλά ξέρεις κάτι; Who cares?

Έχει πάρα πολλή πλάκα να είσαι the villain.
Όταν το καταλάβεις, όταν το αποδεχτείς, όταν φορέσεις την καπαρντίνα και δεν ζητάς πια εξηγήσεις, τότε… ελευθερώνεσαι.

Suck it up, bitches.
Γιατί η “Σταχτομπούτα” δεν έψαχνε τον πρίγκιπα.
Έψαχνε τον διάολο — και τελικά τον βρήκε μέσα της.

Βασιλική Γκόγκα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading