28 Νοεμβρίου 2050, Νορβηγία
Ο ουρανός πάνω από το πάρκο με τα αγάλματα, δεν μοιάζει πια ο ίδιος. Ούτε ο αέρας, ούτε τα σύννεφα. Μονάχα ο χρόνος κυλάει με τον ίδιο ρυθμό. Για λίγο ακόμη… ακόμα.
Εδώ και αρκετή ώρα, δυο κοράκια πετούσαν γύρω από «Το Κορίτσι της Λίμνης». Μαύρες σκιές πάνω στον γκρίζο ουρανό, σαν προάγγελοι. Μήπως νόμισαν πως και το δικό της τέλος είναι κοντά; Μα βρίσκει ποτέ το τέλος τα αγάλματα;
Η εξώσφαιρα είχε κληθεί στη θέση της υποδοχής. Στο σημείο όπου το κοσμικό διάστημα συνδέει την αλήθεια της Γης με το άπειρο.
Στη βάση του αγάλματος, βαθιά χαραγμένο με σύμβολα αρχαϊκά και ξεθωριασμένα από τον καιρό, έστεκε το όνομά της: «ΨΥΧΗ 1050 μ.Χ.»
Λίγοι γνώριζαν την ιστορία της. Η Ψυχή, θνητή κόρη μιας γυναίκας από το δάσος του Vang και του θεού Όντιν. Γεννημένη στα χρόνια των σιδερένιων θεών και των σκοτεινών βουνών. Ήταν προικισμένη με την όραση πέρα από το χρόνο. Ένα κορίτσι που μπορούσε να διαβάζει στα σύννεφα τα μελλούμενα και να συνομιλεί με τις ψυχές των νεκρών. Όταν η μάνα της κάηκε στην πυρά, τη βρήκαν να στέκει ατάραχη μπροστά στη φωτιά. Μονάχα ένα δάκρυ έσταξε στο χώμα. Ο Όντιν την πήρε υπό την προστασία του και την ονόμασε Ψυχή της Χιλιετίας.
Σύμφωνα με την παλιά προφητεία, στην αυγή της επόμενης χιλιετίας, η Ψυχή θα ξαναγεννιόταν. Το άγαλμά της, που έκρυβε τη φλόγα της, θα ζωντάνευε για να φέρει το νέο ξεκίνημα. Το σημάδι θα ήταν τα κοράκια και μια πεταλούδα.
Ένας μοναχικός επισκέπτης, που κανείς δεν γνώριζε το όνομά του, περπατούσε εκείνο το απόγευμα στο πάρκο με τα αγάλματα. Ο άνεμος φυσούσε παράξενα, και εκείνος ένιωθε πως κάτι αφύσικο γλιστρούσε ανάμεσα στα δέντρα. Περπάτησε ανάμεσα σε μορφές από μάρμαρο και γρανίτη. Άνδρες με ακόντια, γυναίκες με σπαθιά, μορφές που θύμιζαν άλλες εποχές. Μα το βλέμμα του καρφώθηκε σ’ ένα συγκεκριμένο άγαλμα. Ήταν εκείνη.
Μια νεαρή γυναίκα από λευκό μάρμαρο, με τα μάτια στραμμένα στον ουρανό και τα χείλη να σχηματίζουν τον κύκλο του πόνου. Σαν να ετοιμαζόταν να φωνάξει, μα η κραυγή της είχε αιχμαλωτιστεί στην πέτρα. Διαδοχή λεπτό προς λεπτό, επιλογή του χρόνου περίγυρα. Τα μάτια της διάλεγαν το πιο γαλάζιο χρώμα του ουρανού, τα χείλη της τον κύκλο του πόνου και η κραυγή που βγήκε γεννούσε το πέταγμα μιας πεταλούδας.
Ο άντρας το είδε καθαρά, μια μικρή γαλάζια πεταλούδα ξέφυγε από τα χείλη της πέτρας. Χόρεψε στον αέρα και απαλά ξαπόστασε στο κρανίο ενός παλιού σκελετού, θαμμένου στη βάση του γλυπτού.
Ένα κύμα παγωμένου αέρα τύλιξε το πάρκο. Ο ουρανός σκούρυνε. Τα δυο κοράκια σταμάτησαν να πετούν και κάθισαν αμίλητα πάνω στα δέντρα. Μια φλόγα σαν σκιά φάνηκε να κινείται μέσα από το σώμα του αγάλματος.
Το μάρμαρο άρχισε να ραγίζει. Ο επισκέπτης έμεινε ακίνητος, ανήμπορος να απομακρυνθεί. Τα πόδια του σαν να ρίζωσαν στη γη. Το άγαλμα έσπασε, λεπτό κέλυφος. Από μέσα πρόβαλε μια γυναίκα. Ζωντανή. Αγέρωχη και σίγουρη. Το δέρμα της είχε την απόχρωση του φεγγαριού, τα μαλλιά της έπεφταν ξανθά μέχρι τη μέση και στα μάτια της καθρεφτιζόταν το ίδιο γαλάζιο του ουρανού που είχε επιλέξει.
Το θρόισμα των φύλλων μετατράπηκε σε ψίθυρο ρυθμών ξεχασμένων. Πανάρχαια Μυθωδία. Σαν συνοδεία λύκων, ιππέων με ακόντια και Βαλκυρίες. Βαλχάλα. Φλόγες σαν γλώσσες όμιλούντες. Η επιγραφή στον προαύλιο χώρο του πάρκου, που ως τότε είχε σχεδόν σβήσει, έλαμψε ξανά.
«Το Κορίτσι της Λίμνης είναι απόγονος του θεού Όντιν και θα εκπληρώσει τα λεγόμενα της προφητείας μια χιλιετία αργότερα.»
Η γυναίκα στάθηκε στο κέντρο του πάρκου, κοιτώντας το άπειρο.
Τα χείλη της ψιθύρισαν:
«Ψυχή στο τέλος του κόσμου, χάρισε το χαμόγελό σου. Ο πόνος φιλά βαθιά τα φτερά μας. Η προσμονή της προνύμφης, πεταλούδας πέταγμα στο φως. Αδέλφια μου, να σηκωθούμε αγκαλιά, με χέρια πλεγμένα και πλάτες αντίθετα στον άνεμο. Βαδίζοντας σε έναν κόσμο άγνωστα γνωστό. Βήματα έξω από τις 540 πόρτες και η ιστορία μας θα ξαναγραφτεί. Εκείνα που μοιάζουν δεν θα είναι, και όταν το κέρας θα ηχήσει, όταν το μάρμαρο περπατήσει, τότε η δική μας φωνή θα αναγεννηθεί».
Ο ουρανός ράγισε. Ένα παράξενο φως ξεχύθηκε από τις ρωγμές. Σκιές όρθιες, παλιές μορφές, άρχισαν να βγαίνουν από τα αγάλματα. Ήταν οι παλιοί πολεμιστές, οι χαμένες ψυχές, οι Βαλκυρίες, οι λύκοι, οι πεσόντες από τις μάχες.
Ο άντρας, ανήμπορος να κοιτάξει αλλού, είδε το κορίτσι της λίμνης να σηκώνει το χέρι. Ένα χρυσό κέρας εμφανίστηκε στην ανοιχτή της παλάμη. Το έφερε στα χείλη της και φύσηξε. Ο ήχος διαπέρασε τον αέρα, τη γη, το νερό. Ξύπνησε τον κόσμο. Η λίμνη δίπλα άρχισε να βράζει. Οι σταγόνες έλαμπαν σαν ασημένια σπαθιά στον αέρα. Η γη έτρεμε. Ο ουρανός ξεχείλισε φως και σκοτάδι μαζί.
Το Κορίτσι της Λίμνης χαμογέλασε. Για πρώτη φορά εδώ και χίλια χρόνια. Η προφητεία είχε ξεκινήσει.
Αγάπη Κοντοπούλου

One response to “Το κορίτσι της λίμνης”
[…] Οι Δίδυμες Φλόγες Το κορίτσι της λίμνης […]