Σίφουνας, αυτό ήταν, ένας σίφουνας που εισέβαλε πρώτα στο κουπέ και αργότερα στη ζωή του και την ανέτρεψε για πάντα. Πρωτοετής φοιτητής ο ίδιος, σε πολυτεχνική σχολή στη Βέροια, επέστρεφε για να περάσει τις διακοπές των Χριστουγέννων στο σπίτι του, στα Πομακοχώρια της Θράκης. Είχε φτάσει μέχρι τη Θεσσαλονίκη με το λεωφορείο και τώρα θα ταξίδευε με τρένο μέχρι τη Κομοτηνή για να εξοικονομήσει χρήματα από το ταξίδι. Έλεγξε ξανά το εισιτήριό του για να μη κάνει λάθος στο κουπέ. Ήθελε πάντα να είναι προσεκτικός και τυπικός για να μη χρειαστεί να έρθει σε αντιπαράθεση με κανέναν. Οι γονείς του τον είχαν προειδοποιήσει πως λόγω της καταγωγής και της προφοράς του θα αντιμετώπιζε ίσως κάποιες δυσκολίες. Δεν πτοήθηκε όμως, ήθελε να σπουδάσει, απλά θα κρατούσε χαμηλό προφίλ τόσο στη σχολή όσο και στο τρένο τώρα.
Όταν βρήκε το σωστό κουπέ και μπήκε μέσα, διαπίστωσε πως θα είχε συνεπιβάτες τρεις νεαρούς φοιτητές. Ανακουφίστηκε, γιατί δε θα ήταν υποχρεωμένος να απαντάει σε αδιάκριτες ερωτήσεις μεγαλύτερων ανθρώπων που ήθελαν να διασκεδάσουν την πλήξη τους. Αφού συστήθηκε και χαιρέτισε ευγενικά τα παιδιά, κάθισε σε μια γωνιά, όπως έκανε πάντα. Τα παιδιά μιλούσαν μεταξύ τους, ήταν όλοι από τις Σέρρες και σπούδαζαν και οι τρεις στη Θεσσαλονίκη. Δεν τους έπιασε τη κουβέντα, όχι πως δεν ήθελε, όμως ντρεπόταν για τη προφορά του. Όλους τους προηγούμενους μήνες στη σχολή προσπαθούσε να τελειοποιήσει τα ελληνικά του, όμως δεν αισθανόταν απόλυτα σίγουρος ακόμα.
Λίγη ώρα πριν την αναχώρηση, η πόρτα του κουπέ άνοιξε απότομα, στην είσοδο στεκόταν μια κοπέλα με ένα σακίδιο, εκείνη! Φαινόταν αλαφιασμένη, μάλλον έτρεχε να προλάβει το τρένο και αφού τους μέτρησε με το βλέμμα, εισέβαλε στο κουπέ. «Λοιπόν είστε τέσσερις, μια χαρά, κι εγώ μαζί πέντε, θα βολευτούμε. Πού να ψάχνω τώρα τη σωστή θέση βραδιάτικα; Άσε που μπορεί να τύχω με τίποτα βαρετούς και έχω και μεγάλο ταξίδι…». Πριν προλάβει κανένας να πει το οτιδήποτε, είχε τακτοποιήσει το σακίδιό της και είχε βολευτεί στο κάθισμα απέναντι από αυτόν. Θράσος, αυτό είχε η νεαρή εισβολέας! Δηλαδή αυτός χαζός ήταν που έψαξε επιμελώς τη θέση του; Τη θαύμασε κατά βάθος όμως. Μετά άρχισε να μιλάει ακατάπαυστα με τα παιδιά, για το πού σπούδαζαν, τι θα έκαναν στις γιορτές, πώς περνούσαν τη φοιτητική τους ζωή. Μέσα σε λίγη ώρα είχε γίνει η ψυχή της παρέας, εκείνος φυσικά δε μιλούσε. Αυτή η ανταλλαγή απόψεων και ιστοριών συνεχίστηκε επί μια ώρα μετά την αναχώρηση, τους είχε κερδίσει όλους απλά και αυθόρμητα. Και αυτόν τον είχε κερδίσει και ας μην συμμετείχε ο ίδιος στη κουβέντα. Ξαφνικά σταμάτησε τη συζήτηση για να τους ανακοινώσει πως έπρεπε να ξεκουραστεί, θα διάβαζε τώρα το βιβλίο της. Πράγματι έβγαλε ένα βιβλίο από το σακίδιό της, βολεύτηκε πιο αναπαυτικά και άρχισε να διαβάζει σαν να μην υπήρχαν. Σε αυτή τη στάση την αποθανάτισε ο φακός του φοιτητή που σπούδαζε στο τμήμα φωτογραφίας. Όταν όμως έφτασαν στις Σέρρες, βγήκε από τον κόσμο του βιβλίου της για να χαιρετήσει εγκάρδια τα παιδιά. Ίσως να ξαναντάμωναν σε κάποιο ταξίδι, τους είπε.
Έμειναν οι δυο τους στο κουπέ, αυτή να διαβάζει το βιβλίο της και αυτός να την παρατηρεί διακριτικά. Δεν έμοιαζε με τα κορίτσια του χωριού του. Δεν ήταν προκλητική από καμία άποψη, ούτε στα ρούχα ούτε στο μακιγιάζ, είχε όμως ένα εκτόπισμα αυτή η κοπέλα, το ένιωθε, μια αύρα που γέμιζε όλο τον χώρο. Το τρένο σταμάτησε απότομα πριν φτάσουν Κομοτηνή και τους ανακοίνωσαν πως θα υπήρχε καθυστέρηση λόγω χιονόπτωσης. Τότε ήταν που έκλεισε το βιβλίο της και τον κοίταξε εξεταστικά. «Τόση ώρα δεν έχεις πει κουβέντα, ούτε σ εμένα ούτε στα παιδιά πριν, το αμίλητο νερό ήπιες;». Είχε κάτι περιπαιχτικό το ύφος της, όμως ένιωθε πως κάπου παραφυλούσε και ένα γλυκό χαμόγελο. «Λοιπόν επειδή μάλλον θα μείνουμε για ώρα εδώ, λέω να ξαπλώσω, δε πιστεύω να σε πειράζει». Αυτό είπε και με το έτσι θέλω ήρθε από τη δική του πλευρά και ξάπλωσε με το κεφάλι ακουμπισμένο στα πόδια του. Σάστισε. «Μην ανησυχείς βρε, δε θα σε φάω, απλά να σε ακούσω θέλω. Πες μου τη δική σου ιστορία, αφού το βλέπεις μου αρέσουν οι ιστορίες». Και της είπε, της μίλησε για την οικογένειά του και τη ζωή στο χωριό, για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε στη σχολή, για τις ανασφάλειες που εκάστοτε τον έπιαναν, όλα της τα είπε. Ποτέ δεν είχε τολμήσει να τα ξεστομίσει όλα αυτά σε κανέναν. Ίσως έφταιγε η στιγμή ή ίσως απλά ήρθε και έσπασε όλες τις άμυνές του εκείνη. Το τρένο ξεκίνησε κάποια στιγμή και έφτασαν στην Κομοτηνή, για αποχαιρετισμό τον φίλησε απαλά στο μάγουλο και με έναν στυλό έγραψε τον αριθμό του κινητού της στο χέρι του.
Τους μήνες που ακολούθησαν, τη σκεφτόταν συνέχεια, όμως δεν έβρισκε το θάρρος να της τηλεφωνήσει. Τότε ήταν που ένας φίλος από τη σχολή με καταγωγή από τα Γιάννενα, του πρότεινε να έρθει μια εκδρομή να τον ξεναγήσει στη πόλη του πριν το Πάσχα. Αυτή σπούδαζε στα Γιάννενα, αρκεί να μην είχε προλάβει να φύγει για τις γιορτές! Επιτέλους της έστειλε μήνυμα, δεν ήξερε αν τον θυμόταν, ήταν το παιδί από το τρένο και θα ερχόταν σε ένα φίλο του, ίσως ήθελε να έπιναν έναν καφέ…;. Ευτυχώς του απάντησε σχεδόν αμέσως, θα χαιρόταν πολύ να βρεθούνε, όμως για λίγο, επειδή έπρεπε μετά τη σχολή να πάει στη δουλειά.
Το απόγευμα εκείνο στην καφετέρια δεν μίλησαν πολύ, γιατί εκείνη βιαζόταν να πιάσει βάρδια, όμως του πρότεινε αν ήθελε να βρεθούν το βράδυ στο στέκι που πήγαινε με την παρέα της. Εννοείται πως πήγε και έπεισε και τον φίλο του να έρθει. Η δική της παρέα βρισκόταν ήδη εκεί, μετά από λίγο εμφανίστηκε και η ίδια που είχε σχολάσει από τη δουλειά. Όπως πάντα σαν σίφουνας όρμησε στο μαγαζί, τον εντόπισε και τον φίλησε στο στόμα. Αφού τον σύστησε στη παρέα της, τον έβαλε να χορεύει και αυτός όλο το βράδυ μαζί της. Λίγο πριν φύγουν, του ανακοίνωσε ότι ήθελε να έρθει μαζί της να μείνει το βράδυ στο δωμάτιό της στην εστία. Δεν πρόβαλε προφανώς καμία αντίρρηση.
Την επόμενη μέρα που θα έφευγε, τη ρώτησε αν θα ξαναβρεθούν. «Γλυκό μου αγόρι, έτσι θα σε λέω πάντα, αφού το όνομά σου μου είναι δύσκολο να το θυμηθώ έτσι παράξενο που είναι…», τον κοιτούσε περιπαιχτικά και πάλι όμως ένιωθε τη γλύκα της φωνής της. «Λοιπόν ναι, μην ανησυχείς, θα τα ξαναπούμε κάποια στιγμή. Για την ακρίβεια όταν βρεις αυτό που σου λείπει. Τι με κοιτάς σαν χάνος; Αυτοεκτίμηση, αυτό σου λείπει! Είσαι ένα όμορφο και έξυπνο νέο παιδί, γιατί υποτιμάς τον εαυτό σου; Ειλικρινά δεν το καταλαβαίνω! Οι φίλες μου χθες απορούσαν γιατί ένα τόσο όμορφο παιδί γύρισε να με κοιτάξει. Ξέρεις τι τους απάντησα; Ότι την αντανάκλασή του γύρισε να κοιτάξει στο βλέμμα μου, γιατί μάλλον στο σπίτι του δεν έχει καθρέφτες. Πήγαινε τώρα μη χάσεις το λεωφορείο σου και θα σου στείλω αργότερα τον καινούριο μου αριθμό, θα αλλάξω εταιρεία». Έφυγε ναι και αυτή δεν του έστειλε ποτέ τον καινούριο εκείνο αριθμό της.
Στο γραφείο του υποδιευθυντή μιας κατασκευαστικής, τα θυμάται όλα αυτά κοιτάζοντας τη φωτογραφία της. Εκείνη την αυθόρμητη όπως ήταν η ίδια. Στάθηκε τυχερός όταν στο δρόμο της επιστροφής συναντήθηκε με τον φοιτητή φωτογράφο και τον ρώτησε μήπως είχε κρατήσει εκείνη τη φωτογραφία και ίσως μπορούσε να του τη δώσει. Ντράπηκε απίστευτα φυσικά, όμως έπρεπε να κάνει την υπέρβαση για να έχει κάτι να τη θυμάται. Πολλές υπερβάσεις έκανε αργότερα, αυτή τον ενέπνευσε και του έδωσε κίνητρο να σηκώσει το ανάστημά του και να παλέψει για τα θέλω του. Τα κατάφερε και με το παραπάνω, ήταν πλέον υποδιευθυντής και τώρα περίμενε να υποδεχτεί τον νέο υποψήφιο εμπειρογνώμονα για να του πάρει συνέντευξη.
Επιτέλους ήχησε το e-mail από τη γραμματεία. Έπρεπε να μελετήσει το βιογραφικό του εν’ δυνάμει νέου συναδέλφου πριν το ραντεβού τους. Μόνο που δεν υπήρχε βιογραφικό, αλλά μόνο μια πρόταση “Είμαι αυτή που χρειάζεστε”. Η πόρτα άνοιξε απότομα, κάτι του θύμισε αυτό. Σήκωσε το κεφάλι και έμεινε να κοιτάζει αποσβολωμένος μια τη φωτογραφία και μία τη θρασύτατη εισβολέα που στεκόταν μπροστά του. «Ναι, εγώ το έστειλα, είμαι αυτή που χρειάζεστε ή μάλλον αυτή που εσύ χρειάζεσαι, έπρεπε να γράψω καλύτερα. Άντε έλα να πιούμε έναν καφέ κάπου έξω, θα σου το πω αναλυτικά το βιογραφικό μου, μην ανησυχείς. Το δικό σου το ξέρω, δε σε άφησα ποτέ από τα μάτια μου τόσα χρόνια!”.
Πέντε χρόνια μετά, ξυπνώντας, βλέπει τον σίφουνά του να κοιμάται γαλήνια, κανείς δεν ξέρει τι προμηνύει η μέρα, ούτε τι θα σκαρφιστεί πάλι. Ευτυχώς τώρα που διανύει τον έβδομο μήνα της εγκυμοσύνης είναι λιγότερο δραστήρια, όμως και πάλι πρέπει να προσέχει. Σε λίγο καιρό θα προστεθεί και ένα μικρό σιφουνάκι στη ζωή τους και αν μοιάσει στη μητέρα του, αλίμονο του!!!
kolokufoula

One response to “Σίφουνας”
ΥΠΕΡΟΧΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΤΡΥΦΕΡΗ!