Τις επόμενες δύο εβδομάδες, η Μαίρη πάλευε με τη σιωπή. Του έστελνε μηνύματα, του τηλεφωνούσε, ξανά και ξανά – μα η απάντηση ήταν πάντα η ίδια: τίποτα.
Η μοναξιά τύλιξε το σπίτι της σαν κρύο πέπλο, το οξυγόνο της τελείωνε αργά, και εκείνη πνιγόταν μέσα στη δική της απελπισία. Ερωτευμένη όσο ποτέ, η καρδιά της χτυπούσε σπασμωδικά από τον πόνο και την απουσία του.
Ο Αλέξης… Τον είχε χάσει. Την είχε μπλοκάρει από παντού, σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Ένα σκοτεινό τούνελ. Αυτό ζούσε. Και κάθε μέρα, βυθιζόταν και πιο βαθιά. Δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν· είχε αδυνατίσει τόσο που το πρόσωπό της είχε χάσει το χρώμα του.
Η Μαρία, η κολλητή της, δεν άντεχε άλλο. Δύο εβδομάδες μακριά της ήταν αρκετές. Χτύπησε δυνατά το κουδούνι. Η πόρτα άνοιξε αργά. Η Μαίρη στεκόταν εκεί, ένα φάντασμα του εαυτού της.
«Καλώς τη…» ψιθύρισε σιγανά.
Η Μαρία μπήκε μέσα. Το σπίτι σκοτεινό, γεμάτο στάχτες, μυρωδιά τσιγάρου και χαμένα όνειρα.
«Θεέ μου, παιδί μου… Τι χάλια είναι αυτά; Τι έπαθες;» φώναξε με απόγνωση.
«Δεν μπορώ, Μαρία… Δεν μπορώ…» ξέσπασε η Μαίρη και σωριάστηκε στην αγκαλιά της.
Η φίλη της την έσφιξε σφιχτά. «Ξέρω, μωρό μου, ξέρω… Ερωτεύτηκες. Πόνεσες. Αλλά άκουσέ με: αυτό δεν είναι αγάπη. Είναι πάθος. Είναι αρρώστια.»
Η Μαίρη σήκωσε το βλέμμα της, θολό απ’ τα δάκρυα.
«Τον θέλω… Μόνο αυτόν σκέφτομαι. Αν τον έβλεπα μόνο για λίγο… για λίγο…»
Η Μαρία δεν άντεξε άλλο. «Αρκετά! Σήμερα βγαίνουμε. Και δεν ακούω κουβέντα. Στις 10 θα είμαι εδώ. Ντύσου, στολίσου. Θα θυμηθείς ποια είσαι.»
Και η Μαίρη υπάκουσε. Είχε ανάγκη να αναπνεύσει έστω για λίγο.
Στο κλαμπ, τα πρώτα ποτά κύλησαν γρήγορα. Η Μαίρη άρχισε να χαμογελάει δειλά, να χορεύει, να γελάει σαν να ξυπνούσε μέσα της η ζωή.
Η Μαρία, συγκινημένη, ανέβασε μια φωτογραφία τους στα social media.
Και τότε… τον είδε. Ο Αλέξης. Ήταν εκεί, μέσα στο πλήθος, τα μάτια του καρφωμένα επάνω της, άγρια, ζηλιάρικα.
Λίγη ώρα αργότερα ήρθε κοντά της.
«Πώς από δω, μικρή;» της είπε με ένα χαμόγελο που έκρυβε θυμό και πόθο μαζί.
Η φωνή της έτρεμε. «Γιατί μου το έκανες αυτό; Γιατί χάθηκες;»
«Σταμάτα» της είπε απότομα. «Μην τα χαλάμε τώρα. Πέρνα καλά και μη σκέφτεσαι.»
«Θα φύγεις;» ψιθύρισε εκείνη.
«Θέλεις να φύγω;» ρώτησε.
Η Μαίρη έγνεψε αρνητικά.
Την άρπαξε ξαφνικά, τη φίλησε άγρια, αχόρταγα, σαν να ήθελε να σβήσει μέσα σε εκείνο το φιλί όλη την απόσταση. Η Μαίρη τον αγκάλιασε σφιχτά, τα κορμιά τους κόλλησαν σαν να ήταν φτιαγμένα το ένα για το άλλο.
Η Μαρία έσκυψε κοντά της και ψιθύρισε: «Μαζέψου, Μαιρούλα… Όλοι σας κοιτάνε!»
Η Μαίρη την αγνόησε. Δεν άκουγε τίποτα πια. Μόνο εκείνον.
«Φύγαμε;» της είπε ο Αλέξης.
«Πάμε…» ψέλλισε εκείνη.
Όλη τη διαδρομή ως το σπίτι της, φιλιόντουσαν με πάθος, με λύσσα, με ανάγκη.
Μόλις μπήκαν μέσα, οι αναστολές χάθηκαν. Τα ρούχα σκορπίστηκαν στο πάτωμα. Τα σώματά τους ενώθηκαν βίαια, σαν να πάλευαν για να κατακτήσουν ο ένας τον άλλον και ταυτόχρονα να γιατρέψουν τις πληγές τους. Ήταν ένας έρωτας άγριος, αχόρταγος, σχεδόν τιμωρητικός.
Εκείνη τη νύχτα, ο Αλέξης έμεινε δίπλα της.
Το πρωί, η Μαίρη του έφερε καφέ στο κρεβάτι.
«Καλημέρα, αγάπη μου…» είπε με χαμόγελο που έσβησε πριν προλάβει να γεννηθεί.
Ο Αλέξης ήπιε μια γουλιά και χαμογέλασε πικρά. «Τα “αγάπη μου” να λείπουν, Μαίρη…»
Η καρδιά της ράγισε. Δεν ήταν όπως το φανταζόταν. Εκείνος, ψυχρός, απόμακρος. Ήπιε βιαστικά και ετοιμάστηκε να φύγει.
«Πότε θα σε ξαναδώ;» ρώτησε σχεδόν ψιθυριστά.
«Δεν ξέρω…» της πέταξε και έφυγε, κλείνοντας την πόρτα πίσω του σαν να έκλεινε κι ένα κεφάλαιο.
Η Μαίρη έμεινε εκεί, γυμνή, πληγωμένη, μπροστά στον καθρέφτη της.
«Ο Αλέξης είναι δικός μου…» ψιθύριζε ξανά και ξανά με πείσμα.
Όμως ο καιρός κυλούσε και η ιστορία επαναλαμβανόταν. Ξανά και ξανά. Βραδινές έξοδοι, κρυφά βλέμματα, άγρια φιλιά, κι ύστερα… σιωπή.
Δύο μήνες κράτησε αυτό το αρρωστημένο παιχνίδι. Η Μαρία, βλέποντάς την να καταστρέφεται, την έπιασε μια μέρα από τους ώμους.
«Ως πότε, Μαίρη;» της είπε θυμωμένα. «Ως πότε θα ζεις για λίγα ψίχουλα αγάπης; Δεν σου αξίζει αυτό!»
Κι εκείνο το βράδυ, αποφάσισαν: έξοδος χωρίς φωτογραφίες, χωρίς να ξέρει ο Αλέξης πού ήταν.
Η Μαίρη έλαμπε. Το μπορντό μίνι αγκάλιαζε το κορμί της, το χαμόγελό της έσπαγε καρδιές. Κι όμως… Ο Αλέξης τους βρήκε. Πάλι. Ήρθε, τη φίλησε μπροστά σε όλους, και της είπε με βραχνή φωνή: «Απόψε αλλάζουν όλα. Από τώρα είμαστε μαζί. Μόνο μαζί.»
Η καρδιά της Μαίρης ξαναχτύπησε. Όμως η ανάγκη της για αλήθεια είχε γίνει πια μεγαλύτερη από τον έρωτά της.
Στο σπίτι, όταν τα κορμιά τους έσμιξαν ξανά, η Μαίρη ψιθύρισε: «Αλέξη, αν ξαναπληγωθώ έτσι… δεν θα με ξαναδείς ποτέ.»
«Σου ορκίζομαι, μωρό μου… Τέλος όλα. Μόνο εσύ.»
—
Η Μαίρη είχε φύγει για μια εβδομάδα στη Θεσσαλονίκη, να δει τους δικούς της. Ήταν μια μικρή ανάσα, μα και ένα τεστ.
Ο καιρός περνούσε ήσυχα. Με τον Αλέξη μιλούσαν μια φορά τη μέρα, όσο κι αν παλιά δεν άντεχαν να περάσουν ώρες χωρίς μηνύματα και τηλεφωνήματα. Τώρα, οι κουβέντες τους ήταν λίγες. Σαν να μην είχαν πολλά να πουν πια. Σαν να έφτανε απλώς ένα «Καλημέρα» κι ένα «Καληνύχτα» για να κρατήσουν μια ψευδαίσθηση οικειότητας.
Έμενε μόνο μία μέρα μέχρι να επιστρέψει. Εκείνο το βράδυ, στις τρεις τα ξημερώματα, η Μαίρη γύριζε στο κρεβάτι της άυπνη. Ήξερε πως ο Αλέξης είχε βγει με τους φίλους του. Δεν ανησυχούσε – ή τουλάχιστον έτσι ήθελε να πιστεύει. Λίγο πριν την πάρει ο ύπνος, το κινητό της φωτίστηκε μέσα στο σκοτάδι. Ένα μήνυμα από τη Μαρία: «Ξέρεις πού είναι ο δικός σου, φιλενάδα;»
Χαμογέλασε κουρασμένα.
«Ναι ρε χαζό, μου είπε ότι θα βγει. Άντε καληνύχτα, αύριο σου έρχομαι!»
Έκλεισε σχεδόν τα μάτια της όταν ήρθε άλλο ένα μήνυμα. Αυτή τη φορά δεν ήταν λέξεις. Ήταν μια φωτογραφία. Την άνοιξε μηχανικά — και τότε σταμάτησε να ανασαίνει. Ήταν εκείνος. Ο Αλέξης. Μέσα σε ένα κλαμπ, χαμογελαστός, μες στη φασαρία και τα φώτα. Και στην αγκαλιά του, κολλητά πάνω του, μια άλλη κοπέλα. Τα χείλη του χαμηλωμένα στα δικά της. Ένα φιλί. Ένα φιλί που δεν ήταν δικό τους. Ένα φιλί που της τράβηξε το έδαφος κάτω από τα πόδια.
Η καρδιά της Μαίρης έσπασε σε χίλια μικρά κομμάτια, τόσο κοφτερά, που για μια στιγμή νόμισε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ ξανά να μαζέψει τον εαυτό της.
Όμως δεν έκλαψε.
Όχι αυτή τη φορά.
Τα μάτια της έμειναν ανοιχτά, στεγνά. Ήταν σαν κάποιος να είχε παγώσει μέσα της κάθε συναίσθημα, κάθε χτύπο.
Δεν ούρλιαξε, δεν έστειλε μήνυμα, δεν τον πήρε τηλέφωνο.
Δεν είπε τίποτα.
Κράτησε τη σιωπή της σαν ασπίδα, σαν τον μόνο τρόπο να προστατέψει την αξιοπρέπειά της μέσα σε εκείνη τη νύχτα που την κατάπινε. Και υποσχέθηκε στον εαυτό της πως την επόμενη μέρα, όταν θα γύριζε, τίποτα δεν θα ήταν πια το ίδιο.
Έσβησε την οθόνη του κινητού της, γύρισε πλευρό και αγκάλιασε το μαξιλάρι της. Το πρωί θα έπρεπε να γυρίσει πίσω και να παίξει για λίγο ακόμα το θέατρο της αδιαφορίας.
Η επόμενη μέρα πέρασε μηχανικά. Το αεροπλάνο προσγειώθηκε, πήρε τις βαλίτσες της, μπήκε σε ένα ταξί και γύρισε σπίτι της. Δεν του έστειλε μήνυμα. Ούτε εκείνος την αναζήτησε.
Το βράδυ, λίγο μετά τις δέκα, ο Αλέξης χτύπησε το κουδούνι. Μόλις του άνοιξε, εκείνος έπεσε πάνω της, την αγκάλιασε σφιχτά, τη φίλησε στο μέτωπο. «Μου έλειψες, μωρό μου», της είπε. Η Μαίρη χαμογέλασε αχνά. Τον άφησε να μπει. Ετοίμασε κάτι πρόχειρο να φάνε. Κατά τη διάρκεια του δείπνου γελούσε, της έλεγε ιστορίες, έκανε χαζομάρες για να την κάνει να γελάσει. Εκείνη τον παρακολουθούσε σαν ξένη. Είδαν μια ταινία αγκαλιά στον καναπέ. Εκείνος την χάιδευε απαλά στα μαλλιά. Ήταν τόσο γλυκός, τόσο τρυφερός… αλλά η καρδιά της είχε πάψει να χτυπά για αυτόν όπως πριν.
Έκαναν έρωτα εκείνο το βράδυ. Ήταν τρυφερός, την κοίταζε μέσα στα μάτια όπως παλιά. Όταν εκείνος αποκοιμήθηκε, η Μαίρη γύρισε πλάτη. Έμεινε ακίνητη για ώρα, ακούγοντας μόνο την ανάσα του. Ήξερε ότι δεν υπήρχε επιστροφή.
Σιγά σιγά πήρε το κινητό του από το κομοδίνο. Τα δάχτυλά της έτρεμαν ελαφρά, αλλά προχώρησε αποφασιστικά. Δεν είχε κωδικό. Το άνοιξε. Άρχισε να ψάχνει. Ήξερε τι έψαχνε και το βρήκε γρήγορα. Μια συνομιλία του με τον κολλητό του. Εκεί, με απλά λόγια, γεμάτα ενθουσιασμό, του περιέγραφε τη γνωριμία του με την άλλη κοπέλα. Και λίγο πιο κάτω, σε άλλο μήνυμα, καθησύχαζε τον φίλο του, γράφοντας: “Δεν έγινε τίποτα, μην αγχώνεσαι, μόνο τη Μαίρη αγαπάω. Αυτή είναι η ζωή μου”. Η Μαίρη έκλεισε το κινητό και το άφησε ξανά στη θέση του. Δεν έβγαλε άχνα. Τίποτα άλλο δεν είχε σημασία.
Το πρωί ξύπνησε νωρίς. Ετοίμασε καφέ, έστρωσε το τραπέζι με δυο φλιτζάνια και λίγα μπισκότα. Ο Αλέξης κατέβηκε νωχελικά από το κρεβάτι, την πλησίασε από πίσω, την αγκάλιασε και τη φίλησε στον ώμο.
«Καλημέρα ζωή μου», της ψιθύρισε.
Η Μαίρη έμεινε ακίνητη για ένα δευτερόλεπτο. Έπειτα, ήρεμα, με σταθερή φωνή, είπε:
«Αλέξη, θέλω να μιλήσουμε.»
Εκείνος σταμάτησε, την κοίταξε με μισό χαμόγελο.
«Ωχ… δεν μου αρέσει αυτό. Πόσο κακό είναι; Πες μου να προετοιμαστώ», της είπε προσπαθώντας να το ελαφρύνει.
Η Μαίρη κάθισε απέναντί του.
«Πες μου τι έγινε προχθές το βράδυ που βγήκες», του είπε.
Ο Αλέξης πήρε αμέσως ύφος αθώου παιδιού.
«Τι έγινε μωρό μου; Τίποτα! Βγήκα με τα παιδιά για ποτό και μετά σαν καλό παιδί πήγα σπίτι και κοιμήθηκα μόνος μου.»
Η Μαίρη δεν άλλαξε έκφραση. Σήκωσε απλά το κινητό της και του έδειξε τη φωτογραφία. Εκείνη τη μία φωτογραφία που έσπαγε όλα τα ψέματα. Ο Αλέξης πάγωσε. Έμεινε να κοιτάει την οθόνη.
«Τι… τι είναι αυτό; Τι λες τώρα ματάκια μου; Δεν καταλαβαίνω…», άρχισε να ψελλίζει.
«Πες μου, Αλέξη. Τι είναι αυτό;»
«Τίποτα μωρό μου! Τίποτα! Στ’ ορκίζομαι, δεν ξέρω ποιος το έστειλε αυτό… δεν είναι πρόσφατο!», απάντησε γρήγορα.
Η Μαίρη αναστέναξε.
«Άρα, κάποιος ήθελε να μας χωρίσει και μου έστειλε μια τυχαία φωτογραφία σου με μια άλλη γυναίκα, να φιλιέστε;»
«Ναι! Σε παρακαλώ, πίστεψέ με!»
«Αλέξη», είπε η Μαίρη με ήρεμη φωνή, «έχω διαβάσει τα μηνύματά σου στον φίλο σου. Μόνος σου περιγράφεις πώς τη γνώρισες. Μην το αρνείσαι. Δεν μου αρέσουν τα ψέματα.»
Ο Αλέξης έσκυψε το κεφάλι. Ηττημένος.
«Συγγνώμη… συγγνώμη, μωρό μου… σε παρακαλώ… είμαι αδικαιολόγητος, το ξέρω… δώσε μου μια ευκαιρία! Δε σήμαινε τίποτα! Ήταν απλά ένα φιλί… μόνο εσένα θέλω… σε αγαπώ… είμαι δικός σου!»
Η Μαίρη χαμογέλασε πικρά. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, αλλά δεν έπεσαν.
«Όχι, Αλέξη μου. Όχι. Τόσο καιρό με τιμωρούσες για κάτι που δεν έφταιγα. Δεν κοίταξα ποτέ κανέναν άλλον. Εγώ ήμουν δικιά σου. Εσύ δικός μου δεν ήσουν ποτέ.»
Ο Αλέξης πήγε να μιλήσει, αλλά εκείνη σήκωσε το χέρι της.
«Φύγε. Τελειώσαμε.»
«Μα…»
«Μην πεις κουβέντα. Αρκετά. Δεν θέλω τίποτα άλλο. Μόνο μία χάρη. Μη σε ξαναδώ μπροστά μου. Ποτέ.»
Ο Αλέξης σηκώθηκε αργά. Μάζεψε τα πράγματά του βουβά. Βγήκε από την πόρτα χωρίς να κοιτάξει πίσω.
Δεν την ενόχλησε ποτέ ξανά.
Ήταν δική του. Ήταν δικός της. Μα όσο κι αν αγαπήθηκαν, όσο κι αν κάηκαν ο ένας για τον άλλον, η κτητικότητα, το ψέμα, το άρρωστο πάθος ήταν πιο δυνατά από την αγάπη τους.
Πέρασαν χρόνια από τότε.
Συνεχίζουν να ζουν στην ίδια πόλη.
Αλλά δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ.
Ούτε καν τυχαία.
—
Πέρασαν τα χρόνια. Η Μαίρη προχώρησε στη ζωή της, αγάπησε ξανά, πληγώθηκε ξανά, αλλά ποτέ όπως τότε.
Καμιά φορά, όταν περπατούσε στους δρόμους της πόλης, αναρωτιόταν αν θα τον δει κάπου ξαφνικά. Σε μια καφετέρια, σε ένα φανάρι, να περνάει βιαστικός. Αλλά ποτέ δεν συνέβη. Ήταν σαν ένα αόρατο χέρι να τους κρατούσε πάντα μακριά. Και κάπως έτσι έπρεπε να γίνει. Γιατί, με τον καιρό, κατάλαβε κάτι που τότε, με τα μάτια κλειστά από τον έρωτα, δεν έβλεπε: Η αγάπη δεν πονάει. Δεν σε τιμωρεί. Δεν σε κάνει να αμφιβάλλεις. Δεν σε προδίδει. Η πραγματική αγάπη δεν χρειάζεται να την κυνηγήσεις. Ούτε να την αποδείξεις. Είναι εκεί, σταθερή, απλή, αληθινή.
Η Μαίρη δεν τον μίσησε ποτέ. Δεν κουβαλούσε πια θυμό ή κακία. Μόνο ένα απαλό, μακρινό αίσθημα λύπης για εκείνον τον ανεκπλήρωτο έρωτα που, όσο δυνατός κι αν φαινόταν, δεν μπόρεσε να σταθεί στο ύψος των λέξεων και των υποσχέσεων του. Και κάθε φορά που ένιωθε την καρδιά της να βαραίνει από αναμνήσεις, ψιθύριζε στον εαυτό της: «Ό,τι δεν είναι αληθινό, δεν κρατάει. Και ό,τι δεν κρατάει, δεν άξιζε ποτέ στ’ αλήθεια.»
Και συνέχιζε να περπατά, με το κεφάλι ψηλά.
Παναγιώτα Τσάμπρα
Τέλος
