Η Μαρουσώ, ζούσε σε οικισμό των Ρομά, σε μια υποβαθμισμένη περιοχή της Αθήνας, με άθλιες συνθήκες διαβίωσης, χωρίς ούτε καν βασικές υποδομές ύδρευσης και ηλεκτροδότησης, σε καλύβια και παράγκες, στο έλεος των καιρικών συνθηκών, συσσωρευμένα σκουπίδια, παλιά αντικείμενα, σπασμένα έπιπλα, χωρίς ίχνος υγιεινής και με τα τρωκτικά να παρελαύνουν. Όντας το τελευταίο και μοναδικό κορίτσι από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας, τον μπαμπά της τον γνώρισε στα δύο της χρόνια, όταν εκείνος βγήκε από τη φυλακή και από τότε, τα μπες βγες στην στενή ήταν συχνά. Πιο πολύ ήταν μέσα παρά έξω. Δεν ήταν όμως ούτε η μάνα της για τα δύσκολα. Μην έχοντας την στήριξη του άντρα της, με τις ευθύνες να βαραίνουν την πλάτη της, λιποτάκτησε, εγκαταλείποντας τα παιδιά της στο έλεος του Θεού και από τότε δεν έδωσε κανένα σημείο ζωής. Η Μαρουσώ σαν όνειρο είχε κάποιες μνήμες από κείνη.
Ο παππούς των παιδιών, ήταν ο μόνος συγγενής που τους είχε απομείνει. Ο Παύλος, από τους σεβάσμιους του καταυλισμού, δεν φοβόταν για την απώλεια της ταυτότητάς τους και δεν επαναπαυόταν στον τρόπο ζωής που τους ήταν γνωστός, ήταν επαναστατικό πνεύμα με δυνατό μυαλό και ιδέες, μα δεν του δόθηκαν οι ευκαιρίες σε νεότερη ηλικία να εξελιχθεί, συμβιβάστηκε στη ζωή που του είχαν διδάξει, που του είχαν αφήσει. Μερικά πράγματα όμως στον κόσμο των Ρομά, ακόμα και για κείνον ήταν αδιαπραγμάτευτα και ένιωθε ντροπιασμένος από την κόρη του, αφού στη φυλή του, δεν εγκαταλείπουν την οικογένεια στα δύσκολα. Στάθηκε δίπλα στα τέσσερα εγγόνια του και βοηθούσε όσο μπορούσε, με το επίδομα του κράτους. Ταυτόχρονα, έβγαινε στη ζητιανιά για να μαζεύει χρήματα και πρόσφερε βοήθεια σε τσιγγάνους άλλων καταυλισμών που είχαν πάγκους στη λαϊκή, στο στήσιμο, στο ξεστήσιμο, στο κουβάλημα, στην πώληση, για να του δίνουν στο τέλος τα χτυπημένα, τα ώριμα, αυτά που περίσσευαν. Έτρωγε πάντα τελευταίος και μόνο αν έφτανε το φαγητό της ημέρας και πάλευε να έχει καλύτερο μέλλον η εγγονή του. Την έβλεπε, δεν ήταν σαν τα αδέρφια της. Όταν έγινε έξι, την έγραψε στο δημοτικό. Της αγόρασε για αρχή δύο τετράδια κι ένα μολύβι. Αυτά ήταν όλα κι όλα τα εφόδια που της παρείχε, για σχολική τσάντα ούτε λόγος, μα δεν την ένοιαζε. Τα μάτια της έλαμπαν από χαρά. Με ένα μικρό κατσαρολάκι, ζέσταινε λιγοστό νεράκι και την έλουζε κάθε βδομάδα, να πηγαίνει όσο πιο καθαρή γινόταν. Ζήτησε από άλλες τσιγγάνες με κορίτσια, δύο ρουχαλάκια, για να τα συναλλάζει και η ανταμοιβή του ήταν οι σειρές των τετραδίων που τις έβλεπε γεμάτες. Καμάρωνε για την εγγονή του και είχε μια κρυφή ελπίδα, εκείνη να κάνει την διαφορά.
Τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια, κατά κύριο λόγο ζητιάνευαν κι αυτά, για να φέρνουν στο καλύβι τους φαγητό. Υπήρχαν όμως μέρες που αυτό δεν έφτανε για τα πέντε στόματα. Έβγαιναν στους δρόμους ψάχνοντας να κάνουν χαμαλίκια, αγγαρείες, έναντι μηδαμινού ποσού μα πολύ σπάνια κάποιος έδειχνε εμπιστοσύνη σε ένα τσιγγανάκι. Βλέπεις αυτά ήταν παιδιά ενός κατώτερου Θεού, με σκούρο δέρμα, βρώμικα, σκισμένα, αταίριαστα ρούχα, άλουστα μαλλιά, μύριζαν μπόχα από μέτρα μακριά και τους συνόδευε το στίγμα της κλεψιάς και της απατεωνιάς, στη συνείδηση του κόσμου. Όταν ζητιάνευαν στις γειτονιές ή έξω από εκκλησίες και μαγαζιά, έβλεπαν τα βλέμματα απαξίωσης, άκουγαν τους ανθρώπους να τους κατηγορούν ότι ζουν παρασιτικά από ελεημοσύνες, ότι οι γονείς εκμεταλλεύονται τα μικρά παιδιά προκαλώντας την λύπηση του κόσμου, ότι αντί να δουλέψουν, ανοίγουν το χέρι, επικαλούμενοι προβλήματα υγείας, ότι με ψευτιές κι ενώ έχουν περιουσίες, βολεύονται σε αυτή την κατάσταση. Υπήρχαν κι εκείνοι που όχι μόνο αρνιόταν την όποια βοήθεια, αλλά τους έδιωχναν με σπρωξίματα και βία. Υπήρχαν όμως και οι άλλοι, που τους βοηθούσαν είτε χρηματικά είτε με τρόφιμα και που η ματιά τους δεν έβγαζε έχθρα. Η Μαρουσώ, ένα μικρό παιδί, βλέποντας με τα μάτια της ψυχής, δεν καταλάβαινε γιατί όλοι κατηγορούσαν την φυλή της κι ας είχαν, εκείνη και τα αδέρφια της, την σκιά της εγκατάλειψης από τους γονείς τους, στο βλέμμα. Για παράδειγμα είχε τον παππού της και πολλούς ακόμα όταν τριγυρνούσε στον καταυλισμό κι έπαιζε με τα κορίτσια της ηλικίας της. Οι συνθήκες ήταν δύσκολες για όλους, μα έβλεπε τα άλλα παιδιά που ήταν συγκεντρωμένα γύρω από τις μάνες τους που κάποιες τα τάιζαν στο στόμα, τα αγκάλιαζαν, τα φιλούσαν, τα ξεψείριζαν. Έπαιζαν μικροί μεγάλοι, με σκισμένες μπάλες, δεν είχαν πάντα γεμάτο στομάχι, μα έδειχναν χαρούμενοι. Έβλεπε πατεράδες, να βάζουν τραγούδια σε ένα ραδιοφωνάκι με σπασμένη κεραία, να βάζουν στους ώμους τα μικρά τους, να κρατούν από το χέρι τα μεγαλύτερα και να στήνουν χορό, τραγουδώντας, όλοι μαζί, χαμογελαστοί, κόντρα στην πείνα και την εξαθλίωση.
Όπως, όμως σε κάθε φυλή και σε κάθε κατηγορία ανθρώπων, παντού, υπάρχουν κι εκείνοι, που σκορπούν φόβο και κάνουν κακό. Ο Νίκος, ήταν ένας τέτοιος άντρας, τεμπέλης, που ανάγκαζε την γυναίκα του και τα παιδιά τους να ζητιανεύουν, να κλέβουν, να ψάχνουν στα σκουπίδια, για να φέρνουν το φαγητό τους και κυρίως το ποτό του. Γινόταν βίαιος όταν όσα μάζευαν δεν ήταν αρκετά για να εξασφαλίσει το αλκοόλ που έπινε κάθε μέρα και ξεσπούσε στα σώματα όλων τους. Δεν τον ενδιέφερε αν είχαν τα παιδιά του να φάνε. Η Μαρουσώ, βλέποντας τον φόβο στα μάτια τους, διαπίστωνε την διαφορετικότητα των ανθρώπων και πληγωνόταν γιατί έβγαινε αληθινός ο κόσμος που άκουγε τόσα χρόνια να λένε μόνο κακά πράγματα για τους τσιγγάνους.
Πολλές ήταν οι φορές που τον είχε πιάσει να την κοιτάζει με τρόπο που της προκαλούσε ρίγη αηδίας και πανικού, μα δεν το είπε στον παππού της. Τι να του έλεγε άλλωστε, ήταν μικρό κορίτσι και δεν καταλάβαινε τις προθέσεις του. Δεν ήξερε πώς να εξηγήσει την άσχημη αίσθηση της ανατριχίλας στο δέρμα της, όταν το βλέμμα του την διαπερνούσε.
Ένα βράδυ, στο τέλος του Αυγούστου, η Μαρουσώ ξάπλωνε στο χώμα ανάσκελα, με τα χέρια πίσω από το κεφάλι, για μαξιλάρι και χάζευε την τελευταία πανσέληνο του καλοκαιριού, απομακρυσμένη από τα καλύβια του καταυλισμού. Ήταν η αγαπημένη της συνήθεια. Κάπου είχε ακούσει, ότι όταν πέφτει ένα αστέρι, κάνεις μια ευχή. Κι εκείνο το βράδυ, είδε δύο πεφταστέρια.
“Να έχω τον παππού δίπλα μου και να τελειώσω το λύκειο”, ευχήθηκε η Μαρουσώ, με το αίσθημα της ευγνωμοσύνη προς τον παππού της, αφού της είχε δώσει όρκο ότι δε θα την πάντρευε στις μικρές ηλικίες που συνηθίζονταν, εκεί κάπου στα δεκατέσσερα και θα έκανε τα πάντα για να συνεχίσει το σχολείο, αρκεί κι εκείνη να του ορκιζόταν ότι δεν θα τον ντρόπιαζε, ότι θα διατηρούσε την παρθενιά της κι όταν έβρισκε την αγάπη, θα της έδινε την ευχή του.
Ήταν τόσο όμορφη βραδιά και την κατέκλυσε ένα κύμα αισιοδοξίας ότι οι ευχές της αργά ή γρήγορα θα πραγματοποιούνταν. Μέχρι που λίγο πιο πέρα, άκουσε τον μέθυσο να φωνάζει το όνομά της και από τον ήχο της φωνής του, κατάλαβε ότι είχε πιει. Ο τρόμος την κυρίευσε και χωρίς να κάνει θόρυβο, σηκώθηκε, πήγε λίγο πιο πέρα, να κρυφτεί πίσω από κάτι θάμνους, στο σκοτάδι. Εκείνος όμως που ήξερε τις κινήσεις της αφού την παρατηρούσε από παιδί, ήξερε ότι ήταν κάπου εκεί, κατάλαβε ότι τον είχε ακούσει και ότι κρύφτηκε. Άναψε τον φακό του και γρήγορα την βρήκε. Τύφλα από το μεθύσι, απότομα και βίαια την πέταξε κάτω στο χώμα, προκαλώντας γρατσουνιές στα μπράτσα της, σαν αγρίμι ανέβηκε επάνω της, ακινητοποιώντας την από τη μέση και κάτω, της έκλεισε το στόμα με το χέρι του, για να μη μπορεί να φωνάξει και με το άλλο έπιασε τα δικά της χέρια ψηλά, πάνω από το κεφάλι της, για τον απόλυτο έλεγχο του σώματός της. Προσπαθούσε απεγνωσμένα να τον απομακρύνει, μα ήταν ακατόρθωτο. Ήταν πολύ αδύνατη και μικροκαμωμένη κι εκείνος θηρίο ολόκληρο. Με τον φακό, να χτυπάει στο πρόσωπό της, έβλεπε τον φόβο στα μάτια της, τα δάκρυα να τρέχουν και ένιωθε πανίσχυρος. Άφησε την γλώσσα του να γευτεί τα νεανικά, στητά στήθη της, ρουφώντας με τα χείλη του τις ρώγες της και παραμερίζοντας το εσώρουχό της, εισχώρησε μέσα της ξανά και ξανά, δυνατά, αδιαφορώντας για τον πόνο που προκαλούσε στο παρθένο κορίτσι και βογγούσε από την ηδονή. Μόλις τελείωσε την λεηλασία του νεαρού κορμιού, μάζεψε το παντελόνι του και τρικλίζοντας απομακρύνθηκε.
Η κοπέλα με αργές κινήσεις, τρομαγμένη, μάζεψε τα κομμάτια της και με τα δάκρυά της σαν πυρωμένο σίδερο στα μάγουλά της, επέστεψε στο καλύβι τους. Όταν την αντίκρυσε ο παππούς της, πετάχτηκε όρθιος και μόλις που πρόλαβε να την συγκρατήσει στα χέρια του. Την άφησε μαλακά στην πλαστική καρέκλα και ούρλιαζε “Μαρουσώ! Μαρουσώ! Μίλα μου”! Τα μάτια της όμως δεν άνοιγαν, είχε λιποθυμήσει. Άρχισε να της ρίχνει ελαφριά χαστούκια μπας και τη συνεφέρει και σήκωσε τα πόδια της από το πάτωμα, κρατώντας τα λίγο ψηλά. “Μαρουσώ! “Μαρουσώ”! Το κορίτσι άρχισε να συνέρχεται κι εκείνος ένιωσε την καρδιά του να επιστρέφει.
– Τι έγινε, γιατί είναι ματωμένα τα μπράτσα σου;
– Παππού!, είπε μόνο, έπεσε στην αγκαλιά του κι έκλαιγε. Ο Νίκος, ο Νίκος…, μπόρεσε μόνο να πει και σταμάτησε ξανά.
– Ε! Τι; Πες μου!
– Ήρθε εκεί που άραζα και…
– Και; ο παππούς άρχισε να ψιλιάζεται.
– Με βίασε παππού!
Δεν πρόλαβε ούτε ανάσα να συμπληρώσει στην πρότασή της. Σαν αστραπή έφυγε από δίπλα της. Έτρεχε πίσω του ζαλισμένη και αποδυναμωμένη.
Ο Νίκος ήδη είχε σωριαστεί στο στρώμα που ήταν στο πάτωμα και ροχάλιζε. Η γυναίκα και τα παιδιά του δεν ήταν μέσα κι αυτό τον εξυπηρετούσε πολύ, αν και ήταν τόσο θολωμένος και οργισμένος, που ίσως δεν είχε και διαφορά. Η δυνατή κλωτσιά που έφαγε στην κοιλιά τον έκανε να ξυπνήσει για τα καλά. Μόλις που πρόλαβε να διακρίνει στο ημισκόταδο τον Παύλο, η γροθιά στο μάτι τον έκανε να βογγήξει, από τον πόνο αυτή τη φορά. “Μη, σε παρακαλώ!”, ήταν οι τρεις τελευταίες του κουβέντες. Το αίμα πετάχτηκε παντού, οι μαχαιριές επανωτές. Ο Παύλος στεκόταν όρθιος, με το μαχαίρι να στάζει αίμα, γύρισε στο μέρος της εγγονής του, που μόλις είχε καταφτάσει και τον κοιτούσε σοκαρισμένη, μέσα στα αίματα. “Δεν θα σε ξαναπειράξει” της είπε μόνο κι έφυγε γρήγορα πριν μαζευτούν όλοι οι τσιγγάνοι.
Παραδόθηκε στην αστυνομία, κατέθεσε τα γεγονότα και μπήκε φυλακή. Κατέθεσε και η Μαρουσώ για τον βιασμό. Θα σχηματιζόταν δικογραφία. Το κορίτσι είχε χάσει την γη κάτω από τα πόδια του, όλη της η ζωή, γύρισε ανάποδα. Δεν την σήκωνε το κλίμα στον καταυλισμό. Μάζεψε τα λιγοστά ρούχα της σε μια σακούλα και τράβηξε για την γέφυρα, σε κείνον τον πολυσύχναστο δρόμο της πόλης, λίγο παραπάνω από μία ώρα απόσταση, από τον καταυλισμό που έμενε. Περπατώντας, είχε συνοδεύσει κάποιες φορές στο παρελθόν τον μεγάλο της αδερφό, που είχε έναν φίλο του εκεί. Της είχε κάνει εντύπωση το μέγεθος της γέφυρας, που ένωνε τις δύο πλευρές, τα πολλά αμάξια πάνω και κάτω από αυτήν και οι λιγοστοί τσιγγάνοι που έμεναν σε σκηνές κάτω από τη γέφυρα, στο άνοιγμά της, πίσω από τα προστατευτικά κιγκλιδώματα του δρόμου. Ήταν στριμωγμένοι, αλλά προστατευμένοι από την βροχή και τον ήλιο. Λίγα μέτρα πιο κάτω, στα φανάρια, πουλούσαν χαρτομάντιλα, καθάριζαν τα τζάμια των αυτοκινήτων ή απλά στέκονταν κι άνοιγαν το χέρι περιμένοντας ελεημοσύνη. Έφτασε αναψοκοκκινισμένη από τη ζέστη, διψασμένη και πεινασμένη.
– Επ! Μόνη; Πού είναι ο φίλος μου;
– Μόνη.
– Συμβαίνει κάτι;
Δεν χρειάστηκε να πει τίποτα. Ο πόνος στο βλέμμα, τα δάκρυα και οι γρατσουνιές στα χέρια που ακόμα υπήρχαν, ήταν αρκετά. Δεν την ρώτησε τίποτα.
– Στην σκηνή μου δεν χωράς, είμαστε ήδη τέσσερις, το ξέρεις.
– Καταλαβαίνω, απάντησε και μια τσιμπιά απελπισίας την τρύπησε, σκύβοντας το κεφάλι.
– Χωράς όμως στης μάνας μου, που την μοιράζεται μόνο με την γιαγιά μου.
– Αλήθεια; η Μαρουσώ για μια απειροελάχιστη στιγμή, ένιωσε πως θα νικούσε την ερημιά που είχε τρυπώσει μέσα της.
– Μάνα, το θυμάσαι το κορίτσι; Τι λες; Να μείνει κοντά μας;
– Όμορφο θηλυκό, δεν ξεχνιέται. Να μείνει γιε μου, αρκεί να φέρνει λεφτά.
– Θα πουλάω χαρτομάντιλα, θα βγαίνω όποτε και όσο θέλετε στα φανάρια. Σας παρακαλώ, δεν θέλω να γυρίσω πίσω.
Δώσανε τα χέρια, τα συμφώνησαν.
Περνούσαν οι μέρες και η κυρά Άννα ήταν πολύ ευχαριστημένη από την Μαρουσώ. Σπίρτο αναμμένο η μικρή, ευέλικτη, είχε όπλο το παρουσιαστικό και τον αέρα της πλανεύτρας τσιγγάνας κι ας ήταν μικρή. Έφερνε καλό μεροκάματο στις σκηνές, το φαγητό της το έβγαζε με το παραπάνω.
Πέρασαν δύο μήνες από τότε που ήταν μαζί τους και τελευταία είχε αναγούλες, έκανε μια με δύο φορές τη μέρα εμετό και αισθανόταν χάλια. Όλο αυτό, δεν πέρασε απαρατήρητο από την κυρά Άννα. Λίγα λεπτά μετά αφού είχε βγάλει τα σωθικά της η Μαρουσώ, την πλησίασε.
– Μωρή, γκαστρώθηκες;, της είπε με απότομο ύφος και άσχημο τόνο στη φωνή της.
– Τι λες κυρ’ Άννα;
– Τι λέω; Επτά παιδιά έκανα. Λες να μη καταλαβαίνω μια γκαστρωμένη;
– Μα εγώ, δ… δεν… δεν μπορεί! σταμάτησε απότομα τα λόγια της, αφού στο μυαλό της επέστρεψαν οι μνήμες του βιασμού της.
– Τι έγινε; Θυμήθηκες σε ποιον άνοιξες τα πόδια σου;
– Κυρά Άννα, εγώ…
– Σκάσε! Μωρή μπας και ξελόγιασες τον γιο μου, ενώ εμείς σε βάλαμε στο τσαρδί μας;
– Όχι, όχι τι είναι αυτά που λες!, κλαψούρισε μη μπορώντας να συγκρατήσει τα δάκρυα.
– Δεν ξέρω τι κάνετε εσείς εκεί που ήσουν, εμείς εδώ κρατάμε την οικογένεια.
– Στ’ ορκίζομαι, δεν θα έκανα ποτέ κακό στην οικογένειά σου!
– Τίνος είναι μωρή τότες το παιδί;
Και της τα είπε όλα. Ξανά έζησε εκείνη τη νύχτα που έχασε την παρθενιά της, τον παππού της και την ψυχή της. Η έμπειρη γυναίκα, άλλαξε ύφος. Είχαν δει πολλά τα μάτια της. Ήξερε πότε κάποιος λέει αλήθεια και πότε όχι. Γλύκανε ξανά το βλέμμα της και της έδωσε ψωμί να φάει. Η νεαρή εγκυμονούσα ένιωσε ευγνωμοσύνη και έπεσε στην αγκαλιά της.
– Τι θα κάνω τώρα;
– Θα το γεννήσεις. Παιδιά δεν δολοφονούμε. Άσε που είσαι μικρή και χωρίς λεφτά. Ποιος να αναλάβει να στο σκοτώσει;
– Ήθελα να τελειώσω το σχολείο.
– Σχολείο; Ξέχασέ το. Τι να το κάνεις το σχολείο;
– Ο παππούς μου, πάλεψε γι’ αυτό, είπε η κοπέλα και τα δάκρυα πάλι ξεπήδησαν.
– Κοίτα να μη σταματήσεις να φέρνεις λεφτά κακομοίρα μου. Τόσα στόματα. Κι άσε τα σχολεία.
– Δεν θα σταματήσω, μέχρι τη μέρα που θα γεννήσω, το υπόσχομαι, είπε η Μαρουσώ και έφερε στο μυαλό τον παππού της που ήταν ο μόνος που πίστεψε σε κείνη.
Τελικά, υποτάχθηκε στη μοίρα της. Στη μοίρα των τσιγγάνων, την προδιαγεγραμμένη. Επισκεπτόταν τον παππού της στη φυλακή κι εκείνος, απο τη μια χαιρόταν που την έβλεπε, από την άλλη, η εγκυμοσύνη της ήταν καρφί στην καρδιά του. Δεν υπήρχε περίπτωση ποτέ να μπορέσει να βρει άντρα να παντρευτεί. Ήταν ατιμασμένη, με ένα μωρό σε λίγο καιρό κι εκείνος ανήμπορος να την βοηθήσει.
Διανύοντας τον πέμπτο μήνα, με την πόλη ντυμένη στα λευκά και με τσουχτερό κρύο, η Μαρουσώ, στο γνωστό φανάρι, πουλούσε χαρτομάντιλα. Ένα διερχόμενο αυτοκίνητο, έχοντας μεγάλη ταχύτητα και με την ολισθηρότητα του δρόμου, έχασε τον έλεγχο. Ανέβηκε στο πεζοδρόμιο, παρέσυρε την Μαρουσώ που βρισκόταν στην άκρη. Ο νεαρός οδηγός, δεν σταμάτησε, την εγκατέλειψε. Ίσως να σκέφτηκε ότι δεν άξιζε η ζωή μιας γύφτισσας. Η αστυνομία τον ανακάλυψε, την ίδια μέρα, από αυτόπτες μάρτυρες και από τις κάμερες της περιοχής. Το ασθενοφόρο, αρκετή ώρα αργότερα, την μετέφερε στο νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός της. Μαζί και του μωρού που είχε στα σπλάχνα της. Ο παππούς της όταν έμαθε το τραγικό συμβάν, σκίστηκαν τα σωθικά του. Ανείπωτος ο πόνος.
Λίγους μήνες μόνο πριν, τα πεφταστέρια της είχαν δώσει την ελπίδα για αλλαγή του σκοτεινού ριζικού της. Η ζωή παρερμήνευσε τις ευχές, τις μετέτρεψε σε κοφτερή λεπίδα. Η μοίρα είχε υφάνει το μαύρο πέπλο της σύντομης ζωής της. Ήταν απλά ένα παιδί Ρομά, που η είδηση του συμβάντος στα κανάλια, δίχασε τις γνώμες. Άλλοι λυπήθηκαν, γιατί ήταν ένα μικρό κορίτσι, με όλη τη ζωή μπροστά του και δεν του άξιζε. Άλλοι, σκέφτηκαν ότι ήταν φυσική κατάληξη αφού ήταν Ρομά, το παιδί των φαναριών, ποιος της έφταιγε, αφού ζητιάνευε, αφού ήταν η ζωή που επέλεξε, της τεμπελιάς, της αγραμματοσύνης, του τίποτα. Όταν είσαι Ρομά, είσαι παιδί ενός κατώτερου Θεού, μπολιασμένο με νοοτροπίες αιώνων, που πρέπει να παλέψεις στιγμή την στιγμή, με σθένος, αν θες να αλλάξεις την μοίρα σου. Η Μαρουσώ, δεν πρόλαβε, άφησε το άψυχο σώμα της στα φανάρια. Είθε, η ψυχούλα της να τριγυρνάει ελεύθερη στο Φως, εκεί όπου όλοι είναι ίσοι.
Χρυσούλα Καμτσίκη
