Το σκοτεινό ρολόι του χρόνου – Μέρος 1ο

Στο παλιό λιθόστρωτο σοκάκι της οδού Ευτέρπης, όπου οι σκιές των σπιτιών φώλιαζαν μέσα στους αρμούς της πέτρας, υπήρχε ένα κατάστημα με ραγισμένη ταμπέλα και σκονισμένες βιτρίνες. H λερωμένη από τον χρόνο ταμπέλα έγραφε: “Το ρολόι του χρόνου”. Κανείς δεν ήξερε τι πουλούσε. Κανείς δεν έμπαινε. Εκτός από εκείνη.

Η γριά γυναίκα με το μακρύ, μαύρο παλτό και το καπέλο με το βυσσινί φτερό, εμφανιζόταν κάθε Τετάρτη, ακριβώς στις 11:11. Ήταν πάντα μόνη, αμίλητη, και κρατούσε ένα μικρό σεντούκι από ξύλο βελανιδιάς. Κανείς δεν την ήξερε. Κανείς δεν την ακολουθούσε. Εκτός από τον Άρη.

Ο Άρης ήταν νεαρός φωτογράφος. Είχε πρόσφατα εγκατασταθεί στην παλιά συνοικία, σε μια σοφίτα με παράθυρο που έβλεπε το κατάστημα. Η μοναξιά του έδινε χώρο στο περίεργο. Και το περίεργο, έγινε εμμονή.
Κάθε φορά που την έβλεπε να μπαίνει, ένιωθε την ανάγκη να τη φωτογραφίσει. Η ψηφιακή του κάμερα κατέγραφε μόνο σκιές. Η γριά δεν φαινόταν ποτέ στις φωτογραφίες και το σημείο όπου θα έπρεπε να βρίσκεται στη φωτογραφία, θολωνόταν. Και τότε αποφάσισε να την ακολουθήσει.

Ένα πρωί του Οκτώβρη, κρύφτηκε πίσω από τις κολώνες και περίμενε. Όταν εκείνη βγήκε, ο Άρης την ακολούθησε αθόρυβα μέχρι ένα παλιό αρχοντικό, βυθισμένο στο πράσινο, με παράθυρα καρφωμένα και πόρτα βαριά από σίδερο. Την είδε να περνά μέσα χωρίς να ανοίξει τίποτα. Σαν να τη ρούφηξε το ίδιο τοίχωμα.
Από εκείνη τη μέρα, το κατάστημα έκλεισε.
Το «Ρολόι του Χρόνου» άδειασε.
Ο Άρης δεν ήξερε γιατί, αλλά ήξερε ότι είχε μπλέξει σε κάτι που ξέφευγε από τη λογική. Τι ήταν εκείνο το σεντούκι; Ποια ήταν η γριά; Και γιατί η ίδια σκιά εμφανιζόταν στις φωτογραφίες του από άλλες γειτονιές, από άλλες εποχές;

Δύο εβδομάδες μετά, εμφανίστηκε ένας άντρας έξω από την πόρτα του Άρη. Ήταν γύρω στα εξήντα, με κοστούμι εποχής και βλέμμα διαπεραστικό. Χωρίς να συστηθεί, του έδωσε μια καρτ-ποστάλ με ζωγραφισμένο το αρχοντικό και τη λεζάντα:
«Προσοχή σε όσα δεν βλέπεις. Όσα δεν καταγράφονται, δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν.»
Ο Άρης ένιωσε ρίγος. Ο άντρας εξαφανίστηκε, σαν να διαλύθηκε στον αέρα.

Την επόμενη μέρα, ο Άρης βρήκε το κουράγιο να πλησιάσει το αρχοντικό. Στην κλειδωμένη πόρτα είχε φυτρώσει μια λευκή παιώνια. Μονάχα μία.
Έσκυψε και βρήκε κάτω από το λουλούδι ένα κουμπί — παλιό, μεταλλικό, με σκαλισμένο το σύμβολο του απείρου.
Ο Άρης στάθηκε με το κουμπί στο χέρι. Ήταν βαρύ, παράξενα ζεστό στην αφή. Το έβαλε στην τσέπη του και απομακρύνθηκε αργά, κοιτάζοντας πίσω του κάθε τρία βήματα, σαν να περίμενε να δει κάποιον να τον παρακολουθεί.

Το ίδιο βράδυ, έψαξε παλιές εφημερίδες στη βιβλιοθήκη του δήμου. Μεταξύ κιτρινισμένων σελίδων, βρήκε ένα άρθρο του 1961:
«Μυστηριώδης εξαφάνιση έξι ατόμων από την οδό Ευτέρπης. Ο τελευταίος που θεάθηκε μαζί τους, ήταν μια γυναίκα με σκούρο παλτό και καπέλο. Η Αστυνομία απέκλεισε το ενδεχόμενο εγκληματικής ενέργειας. Η υπόθεση παρέμεινε ανεξιχνίαστη.»

Στη φωτογραφία του άρθρου, φαινόταν ξεκάθαρα η γριά γυναίκα. Ήταν ίδια. Δεν είχε αλλάξει στο παραμικρό.
Ο Άρης τράβηξε φωτογραφίες του άρθρου και έψαξε στοιχεία για τους εξαφανισμένους. Ένας από αυτούς ήταν ο Ερρίκος Χαλκιάς, ωρολογοποιός. Ο τελευταίος γνωστός του απόγονος, είχε ένα παλαιοπωλείο στα Άνω Πατήσια. Ο Άρης τον επισκέφθηκε. Ο γέρος τον υποδέχτηκε με επιφυλακτικότητα. Μόλις ο Άρης ανέφερε τη λέξη «Ρολόι του Χρόνου», το πρόσωπό του άλλαξε.
«Δεν έχεις ιδέα τι αγγίζεις, αγόρι μου…»
«Προσπαθώ μόνο να καταλάβω.»
Ο γέρος του έδειξε μια φωτογραφία: ο Ερρίκος με ένα ρολόι στο χέρι – ίδιο με εκείνο που είχε δει στη βιτρίνα του καταστήματος. Είπε πως το ρολόι είχε την ικανότητα να “μετακινεί” τον χρόνο — αλλά μόνο αν συντονιζόταν με τη “θέληση” του χρήστη. Ήταν έργο της γριάς, είπε, μιας φύλακα του χρόνου.

Εκείνος ονόμασε την ύπαρξή της «χρονική σκιά». Δεν ήταν άνθρωπος. Δεν ήταν θεός. Ήταν κάτι ενδιάμεσο.
«Οι εξαφανισμένοι δεν πέθαναν, Άρη. Μεταφέρθηκαν… αλλού. Εκεί που ο χρόνος δεν κυλά όπως εδώ.»
Ο Άρης ένιωσε τα γόνατά του να λυγίζουν.

Τις επόμενες μέρες, άρχισε να βλέπει τη γριά στα όνειρά του. Ήταν πάντα στο ίδιο δωμάτιο με καθρέφτες. Κάθε καθρέφτης έδειχνε άλλη εποχή. Άλλο πρόσωπο. Άλλη επιλογή.

«Διάλεξε», του έλεγε. «Αλλά να ξέρεις: κάθε επιλογή έχει το τίμημά της.»
Ξυπνούσε ιδρωμένος. Μα ήξερε πια: δεν μπορούσε να σταματήσει. Έπρεπε να βρει τι συνέβη στ’ αλήθεια. Και ίσως… να γυρίσει κάποιον πίσω.

Ένα βράδυ βρήκε ένα φάκελο στην πόρτα του. Χωρίς αποστολέα. Μέσα υπήρχε μια επιστολή:
«Η ώρα πλησιάζει. Αν θες να μάθεις την αλήθεια, θα πρέπει να ξανανοίξεις το κατάστημα. Το ρολόι δεν έχει σταματήσει — απλώς περιμένει τον επόμενο.»
Ο Άρης, παρά τον φόβο του, αποφάσισε να μπει.

Με δανεικά κλειδιά από τον ιδιοκτήτη του κτιρίου, μπήκε στο εσωτερικό του “Ρολογιού του Χρόνου”. Η μυρωδιά σκόνης, ξύλου και κάτι απροσδιόριστα μεταλλικού τον τύλιξε.
Περπατώντας αργά μέσα, ανακάλυψε μια σκάλα που δεν είχε προσέξει ποτέ. Κατέβηκε. Κάτω, σε έναν υπόγειο χώρο, βρισκόταν ένας κύκλος από καθρέφτες. Στο κέντρο, υπήρχε ένα μεταλλικό ρολόι, χτυπημένο και σκουριασμένο, αλλά ο δείκτης του κινούνταν μεθοδικά.

Ο Άρης στάθηκε μπροστά στο ρολόι. Ήταν φανερό πως δεν ήταν απλό αντικείμενο. Οι δείκτες του γύριζαν αθόρυβα, όχι με τη φυσική σειρά που γυρίζουν όλα τα ρολόγια, αλλά πηδώντας τα λεπτά και τις ώρες, επιστρέφοντας και σταματώντας κατά βούληση, σαν να υπάκουαν σε έναν άλλο κανόνα του χρόνου. Στον μεταλλικό του δίσκο υπήρχε μια υποδοχή — το κουμπί ταίριαζε απόλυτα.
Ο Άρης έβγαλε το κουμπί από την τσέπη του και δίστασε. Το τοποθέτησε μέσα.

Ένας χαμηλός βόμβο γέμισε τον χώρο και οι καθρέφτες γύρω του φώτισαν από μόνοι τους. Δεν έδειχναν πλέον τον ίδιο. Έδειχναν ζωές άλλων, έναν νέο που έτρεχε στους δρόμους του πολέμου, ένα κορίτσι με κλαμένα μάτια μπροστά από έναν γιατρό, έναν ηλικιωμένο άντρα που κοίταζε το ρολόι σαν να περίμενε λύτρωση.
Και μετά, εμφανίστηκε εκείνη — η γριά.
Μα αυτή τη φορά δεν ήταν αληθινά ηλικιωμένη. Τα χαρακτηριστικά της άλλαζαν καθώς μιλούσε. Μια στιγμή ήταν νέα γυναίκα, την άλλη φορά γριά, έπειτα παιδί. Η φωνή της όμως παρέμενε ίδια.
«Επέλεξες να δεις», του είπε. «Τώρα πρέπει να επιλέξεις τι θα κάνεις.»

Ο Άρης ένιωσε τον εαυτό του να μετακινείται, όχι με το σώμα, αλλά με την ψυχή. Ήταν σε ένα λιβάδι, σε έναν χρόνο που δεν αναγνώριζε. Μπροστά του ήταν ο Ερρίκος Χαλκιάς — νέος, χαμογελαστός.
«Μη με φέρνεις πίσω», του είπε ο Ερρίκος. «Εδώ ανήκω τώρα. Αλλά θέλω να πεις στους δικούς μου ότι δεν χάθηκα. Ότι βρήκα γαλήνη.»
Η φωνή της γριάς επέστρεψε:
«Ο χρόνος δεν είναι εχθρός σου. Είναι δοκιμασία. Οι απαντήσεις δεν είναι πάντα εκεί όπου τις ψάχνεις.»

Ο ήχος του ρολογιού άλλαξε. Από τακτικό, μηχανικό τικ τακ, μετατράπηκε σε κάτι πιο βαθύ, σχεδόν οργανικό — σαν παλμός καρδιάς. Ο Άρης στάθηκε απέναντί του, ενώ οι καθρέφτες γύρω του αναβόσβηναν, σάμπως να τον προετοίμαζαν.
Η γριά εμφανίστηκε ξανά. Μόνο που τώρα έμοιαζε… ανθρώπινη. Φορούσε ένα φόρεμα παλιό, σχεδόν μεταξωτό, και η φωνή της δεν ήταν απειλητική.
«Θα σου δείξω κάτι», είπε. «Θα σου δώσω την επιλογή να βρεθείς σε μία στιγμή του χρόνου. Όχι για να αλλάξεις κάτι — αλλά για να μάθεις. Η κατανόηση είναι πιο σπουδαία από τη δράση.»
Έκανε ένα νεύμα, και οι καθρέφτες γύρω από τον Άρη έδειξαν πέντε σκηνές. Η καθεμία ήταν μια πύλη. Ο Άρης τις κοίταξε μία-μία:

1. Η Αθήνα του 1922 — Ο κόσμος φωνάζει, καπνοί από τα Μικρασιατικά ξεπηδούν από κάθε γωνιά. Ένα παιδί ψάχνει τους γονείς του.
2. Η κατοχή του ’41 — Ένας άνδρας ταΐζει κρυφά μια οικογένεια με ραδιόφωνο κάτω από το τραπέζι.
3. Η Πλάκα του 1967 — Νέοι τραγουδούν με κιθάρες και λένε ιστορίες ελπίδας σε καιρό χούντας.
4. Η Αθήνα του μέλλοντος — Ρομπότ καθαρίζουν δρόμους, άνθρωποι με ηλεκτρονικά εμφυτεύματα αποφεύγουν τις κουβέντες.
5. Το κατάστημα του Ερρίκου, 1956 — Ο ιδιοκτήτης του Ρολογιού το δοκιμάζει για πρώτη φορά, τα χέρια του τρέμουν.
Ο Άρης ένιωσε το βλέμμα του να κολλά στην τελευταία εικόνα. Το βλέμμα του Ερρίκου ήταν το ίδιο με το δικό του. Μια απορία: “Αν πατήσω αυτό το κουμπί… τι θα συμβεί;”
Η γριά τον κοίταξε. «Μπορείς να δεις. Μόνο να δεις. Αν μπεις, θα φύγεις απ’ αυτόν τον χρόνο για λίγα λεπτά. Θα είσαι ξένος σε ξένο τόπο. Όχι για να παρέμβεις — μόνο για να νιώσεις.»

Ο Άρης πλησίασε τον καθρέφτη του 1956. Το γυαλί έγινε υγρό, σαν επιφάνεια λίμνης. Άπλωσε το χέρι. Τον τράβηξε μέσα του.

Ξαφνικά, το σώμα του ένιωσε βαρύτερο. Βρισκόταν σε ένα παλιό ξυλουργείο-εργαστήριο, με ρολόγια να χτυπούν παντού. Ο Ερρίκος, ένας άνδρας με λεπτό μουστάκι και βαθιές ρυτίδες, στεκόταν μπροστά στο πρωτότυπο του Ρολογιού του Χρόνου. Κρατούσε το κουμπί και δάκρυζε.
«Αν δουλέψει… ίσως δω ξανά τη γυναίκα μου», ψιθύρισε.
Ο Άρης ένιωσε ένα τράνταγμα στο στήθος. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά δυνατά. Τόσος πόνος, τόσος φόβος… και μια λάμψη πίστης. Εκείνη η στιγμή δεν ήταν για πείραμα. Ήταν από ανάγκη. Από έρωτα. Από απώλεια.
Ο Ερρίκος πάτησε το κουμπί. Και τότε… όλα άρχισαν να τρέμουν.
Ο Άρης εκτοξεύτηκε πίσω, έξω από τον καθρέφτη, με μια κραυγή. Ίδρωσε. Ανέπνεε βαριά.
Η γριά τον κοιτούσε με θλίψη.
«Τώρα ξέρεις. Δεν το έφτιαξε για να ελέγξει τον χρόνο. Το έφτιαξε για να αγαπήσει ξανά. Και γι’ αυτό… δεν λειτούργησε όπως έπρεπε.»
Ο Άρης δεν μίλησε. Αλλά εκείνο το βλέμμα του Ερρίκου — εκείνη η στιγμή ειλικρίνειας, αδυναμίας, ανάγκης — έμεινε χαραγμένη μέσα του.

Ήταν η πρώτη φορά που ο Άρης δεν ήθελε να γράψει απλώς την αλήθεια. Ήθελε να τη μεταδώσει. Και τώρα ήξερε πώς.

Αλεξάνδρα Καραφώτη

Συνεχίζεται…

One response to “Το σκοτεινό ρολόι του χρόνου – Μέρος 1ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading