Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Η Γουίλα και ο λυκάνθρωπος

[Σημείωση: Αυτό το χρονικό διάστημα, δημοσιεύονται τα τελευταία κεφάλαια της «Κόμισσας». Στο μεταξύ, δημοσιεύονται και μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]

*

Η Γουίλα και ο λυκάνθρωπος

του Σαμ Σνάμπε
(Τεύχος Δεκεμβρίου, 1898, σελ. 7-11)

Αγαπητέ αναγνώστη,
Έχουμε δημοσιεύσει ξανά διήγημα του κυρίου Σνάμπε («Η κοπέλα με τον πορφυρό μανδύα», Τεύχος Φεβρουαρίου, 1892, σελ. 6-12), στο οποίο ασχολιόταν επίσης με τα φοβερά αυτά όντα που αποκαλούμε λυκανθρώπους. Ο κύριος Σνάμπε εδώ μας δίνει μια εξίσου ενδιαφέρουσα οπτική πάνω στο θέμα, με αρκετά διαφορετική κατάληξη από το προηγούμενο κείμενό του.
Ομολογώ, αγαπημένε αναγνώστη, ότι με έβαλε σε σκέψεις η εν λόγω ιστορία. Τι θα έκανα εγώ στην θέση της Γουίλα και του Τομπίας… ειλικρινά, δυσκολεύομαι να πω.
Κλαρκ Μέιχεμ

«Σταμάτα! Σε παρακαλώ, αγόρι μου, σταμάτα!» είπε εκείνη και ο τεράστιος λυκάνθρωπος σήκωσε το κεφάλι του από τον άντρα που είχε γραπώσει και ετοιμαζόταν να τον δαγκώσει.

Το φεγγάρι ήταν ολόγιομο και το φως του αποκάλυπτε την πλάση γύρω από το καλύβι της ηλικιωμένης Γουίλα, μιας γυναίκας όπου τα χρόνια και οι καημοί της είχαν κάνει τα ασημένια μαλλιά της να πέφτουν και το κορμί της καμπούριαζε κάτω από το μαύρο φόρεμα που συνήθιζε να φοράει. Η Γουίλα και ο άντρας της, ο Φίτιε, ζούσαν απομονωμένοι στο καλύβι τους, με τα δύο αγόρια τους και τα ζωάκια τους. Ο Φίτιε και η Γουίλα, πριν καν αποκτήσουν τον πρώτο τους γιο, τον Τομπίας, είχαν επιλέξει να απομακρυνθούν από την πόλη που αρχικά έμεναν, γιατί ο κόσμος γινόταν ολοένα πιο απειλητικός και τα χρήματά τους έπαυαν να αρκούν για να τους συντηρήσουν, οπότε κατέφυγαν στο καλύβι στην μέση του δάσους, που ανήκε στην οικογένεια της Γουίλα και κανείς δεν το χρησιμοποιούσε. Είχαν ησυχάσει εκεί, τους άρεσε η φύση, ενώ είχαν και πολύ μεγάλο χώρο για τα ζωντανά τους, αλλά και για να μεγαλώσουν τα παιδιά που σκόπευαν να αποκτήσουν.

Και πράγματι, για σχεδόν είκοσι χρόνια η ζωή τους, που ήδη ήταν ονειρεμένη, έγινε ακόμα πιο όμορφη με την γέννηση του Τομπίας και δύο χρόνια αργότερα του άλλου τους γιου, του Γιόχαν. Ο Φίτιε και η Γουίλα τα ανέθρεψαν με όλες τις διδαχές που είχαν μάθει και οι ίδιοι και τα αγόρια κατάφεραν να έχουν δύο γονείς που τα αγαπούσαν πολύ. Καθώς μεγάλωναν, βοηθούσαν ολοένα και περισσότερο στις δουλειές, αλλά και να παίζουν μεταξύ τους ή και με τα ζωντανά που ανέθρεφαν. Το μόνο τους ίσως παράπονο ήταν που ο Φίτιε δεν τους έπαιρνε μαζί στην πόλη, όταν πήγαινε, οπότε η Γουίλα φρόντιζε να τα απασχολεί, για να μην το σκέφτονται. Δεν ήξερε, όμως, ότι ένα από τα παιδιά ήταν πολύ πικραμένο για αυτή την απόφαση του πατέρα και αργούσε να κοιμηθεί, γιατί φανταζόταν πώς θα ήταν ο κόσμος στην πόλη ή και στα χωριά.

Η ζωή της οικογένειας άρχισε να καταστρέφεται όταν ένα πρωί ο Φίτιε ξύπνησε από τις φωνές της Γουίλα, η οποία, με τη βοήθεια και του Τομπίας, είχε διαπιστώσει ότι ο δεκαπεντάχρονος Γιόχαν είχε εγκαταλείψει το σπίτι. Τον έψαξαν ώρες ολόκληρες μέσα στο δάσος, αλλά δεν κατάφεραν να τον βρουν. Ο Φίτιε είχε υποθέσει ότι δεν πρέπει να πήγε μακριά, γιατί το κάρο τους και τα άλογά τους ήταν στο μικρό στάβλο τους, αλλά η Γουίλα ανησυχούσε, γιατί υπήρχαν άγρια θηρία στο δάσος. Οι γονείς της ανέκαθεν έλεγαν ότι τούτα τα μέρη τα λυμαίνονται μέχρι και λυκάνθρωποι όταν τα βράδια το φεγγάρι αποκαλυπτόταν σε όλο του το μεγαλείο. Ο Φίτιε, που έφτασε να γυρεύει τον γιο του σε όλες τις γύρω πόλεις και τα χωριά, είχε πει πως δεν θα πάθαινε τίποτα ο μικρός και πως θα γυρνούσε σύντομα, αλλά έκανε λάθος. Κι αυτό το λάθος και ο αναπόφευκτος καημός, που κράτησαν για πολλά χρόνια, ήταν που τον σκότωσαν, αφήνοντας τη Γουίλα μόνη με τον Τομπίας, ο οποίος, όσο μεγάλωνε, όλο και μάλωνε με τον Γιόχαν, γιατί ο Τομπίας ήξερε τι περνούσε από το μυαλό του αδερφού του και τον κατέκρινε για αυτό, δίχως να του αλλάζει γνώμη ωστόσο. Το μόνο που κατάφερνε ήταν να τσακώνεται με τον Γιόχαν, κυρίως όταν οι γονείς τους δεν ήταν παρόντες.

Μέρες και νύχτες ήλθαν και παρήλθαν και ο Γιόχαν δεν έδειξε κανένα ίχνος ζωής. Ο Τομπίας προσπαθούσε να παρηγορεί την μητέρα του, όμως εκείνη πάντα είχε μερικά δάκρυα για τον άλλο χαμένο της γιο, ενώ έπαψε να νοιάζεται για τον εαυτό της και την υγεία της, κάνοντας τον Τομπίας να λυπάται που δεν κατάφερνε να τη βοηθήσει, αλλά κυρίως να μισεί τον Γιόχαν για όλα τα δεινά που τους είχε προκαλέσει.

Και τώρα, η Γουίλα στεκόταν με τη βοήθεια της μαγκούρας της στο κατώφλι του καλυβιού, κοιτάζοντας το τέρας για το οποίο τόσα είχε ακούσει στα μικράτα της. Το θολό βλέμμα της ήταν ήρεμο πλέον, γιατί είχε προλάβει το θανατικό που θα συνέβαινε. Ο λυκάνθρωπος, ένα πανύψηλο μαλλιαρό θηρίο με σκοτεινά μάτια και ανοιχτά σαγόνια που αποκάλυπταν δύο σειρές μακριών δοντιών, την κοίταξε με αδηφάγους σκοπούς, μη δίνοντας σημασία στον νεαρό που χτυπούσε τα στιβαρά χέρια του. Κοίταξε την ηλικιωμένη και ούρλιαξε υπό το φεγγαρόφωτο.
«Σε παρακαλώ, Γιόχαν» είπε η Γουίλα. «Μη σκοτώσεις τον αδερφό σου».

Ο λυκάνθρωπος φάνηκε να σαστίζει για μια στιγμή, αλλά έπειτα ταρακούνησε τον Τομπίας, ο οποίος νωρίτερα φώναζε στην μητέρα του να κρυφτεί στο καλύβι, αλλά τώρα κοιτούσε μια αυτή και μια τον λυκάνθρωπο, διερωτώμενος… Γιόχαν; Αυτός… Α-αυτό το τέρας είναι… ο χαμένος αδερφός μου; Και η μητέρα… τον αγαπάει ακόμα; Όταν, όμως, ο λυκάνθρωπος γύρισε ξανά προς το μέρος του, γεμίζοντάς τον σάλια και προβάλλοντας ξανά τα δόντια του, ο Τομπίας αποφάσισε πως, όποιος και να ήταν κάποτε, τώρα ήταν ένας φονικός δαίμονας. Έπρεπε να τον σκοτώσει, αλλά πώς; Το τσεκούρι του δεν το είχε πια και…
«Γιόχαν!» φώναξε ξανά η Γουίλα.

Ο λυκάνθρωπος την κοίταξε ξανά. Είδε την ηλικιωμένη γυναίκα να έχει ανοίξει τα τρεμάμενα χέρια της, χαμογελώντας του.
«Έλα να αγκαλιάσεις την μαμά σου, Γιόχαν. Έλειπες πολύ καιρό από το σπίτι σου».

Τότε το φεγγάρι, σαν να ντρεπόταν που είχε συμβάλλει στην αλλαγή της φύσης του νεαρού, κρύφτηκε και ο λυκάνθρωπος έκλεισε τα μάτια και το κορμί του μεταμορφώθηκε ξανά σε αυτό του δεκαπεντάχρονου αγοριού που είχε υπάρξει ως την νύχτα την πρώτη μακριά από το σπίτι, κατά την οποία του είχε επιτεθεί εκείνος ο λύκος. Ο γυμνός Γιόχαν κοίταξε για μια στιγμή τον έκπληκτο Τομπίας και τον αγκάλιασε, λέγοντάς του «Αδερφέ μου! Πόσο μου έλειψες!». Ο Τομπίας δεν απάντησε αμέσως, παρά έμεινε να παρατηρεί τον Γιόχαν ο οποίος έσπευσε στο σπίτι, κλαίγοντας, και αγκάλιασε και την Γουίλα, που άρχισε να κλαίει γοερά. Αυτό του φάνηκε λάθος, καθότι δεν μπορούσε να ξεχάσει τι ήταν πλέον ο Γιόχαν (ένα επικίνδυνο τέρας) και ποιος θα τους έσωζε από τη μανία του, αν μεταμορφωνόταν ξανά;

Ο Τομπίας είδε που είχε πέσει το τσεκούρι και πήγε και το πήρε. Ύστερα, στράφηκε προς το σπίτι και άρχισε να περπατάει με σταθερά βήματα, αποφασίζοντας πού θα χτυπήσει τον Γιόχαν.

Πάτησε στα πρώτα ξύλινα σκαλοπάτια και σήκωσε το τσεκούρι, όταν η μητέρα είπε «Τομπίας, έλα να υποδεχτείς και εσύ τον αδερφό σου».
Ο Τομπίας σταμάτησε απορημένος. «Μα μητέρα…» έκανε να πει.
«Έλα, Τομπίας» του είπε ήρεμα εκείνη και άπλωσε το άλλο της χέρι. «Έλα. Ο Γιόχαν επέστρεψε».
«Μα δεν κατάλαβες; Είναι…»
«Ο γιος μου και αδερφός σου. Αυτό είναι ο Γιόχαν». Όταν είδε τον Τομπίας να μην πείθεται, η μητέρα συνέχισε: «Είναι ο Γιόχαν. Έχει αρρωστήσει, ναι. Αλλά θα βρούμε γιατρειά. Για όλες τις αρρώστιες υπάρχει το σωστό φάρμακο. Κατέβασε το τσεκούρι σου, Τομπίας, και έλα μέσα στο σπίτι. Μπορεί να χάσαμε τον πατέρα σας, αλλά ο Γιόχαν επέστρεψε. Και θα μείνουμε όλοι όσοι μείναμε κάτω από αυτή τη στέγη».

Τότε ο Γιόχαν ρώτησε συγκλονισμένος τι εννοούσε η μητέρα τους, ότι ο πατέρας είχε χαθεί. Και η ειλικρινής θλίψη στη φωνή του έπεισε τον Τομπίας ότι η μητέρα είχε δίκιο: ο Γιόχαν, ο αδερφός του, άξιζε μια δεύτερη ευκαιρία.

Έτσι, τα εναπομείναντα μέλη της οικογένειας, αφού φρόντισαν τον Γιόχαν, πήγαν στον τάφο του Φίτιε, όπου ο μικρότερος γιος έσκυψε κλαίγοντας και παρακάλεσε τον πατέρα να τον συγχωρέσει. Κι η Γουίλα έλεγε μέσα της Ήρθε, Φίτιε. Ο γιος μας επέστρεψε. Και μην ανησυχείς, θα τον μεγαλώσω όπως πρέπει. Θα τον σώσω από την αρρώστια του και θα τον φροντίσω.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Σαμ Σνάμπε γεννήθηκε το 1860, είναι δάσκαλος και ζει στο Βερολίνο με την σύζυγο και την κόρη του. Όταν τα παιδιά στην τάξη του είναι ατίθασα, τους διαβάζει παραδοσιακά παραμύθια, που τους αρέσουν πολύ. Μερικές φορές γράφει δικές του ιστορίες, ενώ διαβάζει ανελλιπώς όταν δεν εργάζεται και όταν δεν έχει άλλες υποχρεώσεις.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading