Ένα μικρό σπίτι-μεζονέτα, χωμένο σε έναν ήσυχο δρόμο της Κηφισιάς. Απ’ έξω, έμοιαζε με όνειρο: πράσινα φυτά, παρτέρια περιποιημένα, λευκή καγκελόπορτα και ένα χάλκινο κουδούνι που ακουγόταν μελωδικά. Αλλά μέσα… Μέσα ήταν φρούριο.
Δύο πίτμπουλ φυλούσαν την αυλή. Σιωπηλά, εκπαιδευμένα, χωρίς λουριά.
Στις γωνίες: κάμερες — μικρές, διακριτικές, με εικόνα που μεταφερόταν κατευθείαν στο κινητό του Shqiponja.
Το WiFi του σπιτιού είχε ονόματα-δόλωμα, αλλά το πραγματικό δίκτυο ήταν offline, με δικούς του κωδικούς, δικά του firewalls.
Μέσα στο σαλόνι: αντίκες. Επιλεγμένες μία προς μία από τη Βίκυ.
Μικρά ξόρκια από την Ασία, μαντεία σε κάρτες ταρό, ένα ταμπλό με ρούνους από ξύλο καρυδιάς.
Η Βίκυ πίστευε στο αόρατο, στα σημάδια. Έλεγε πως αν κάτι χαλάσει την ισορροπία… πρώτα το νιώθεις στο σώμα.
Στον πάνω όροφο, το δωμάτιο του μωρού.
Μπλε και μπεζ. Το ταβάνι γεμάτο από αφράτα συννεφάκια από βαμβάκι.
Μια ξύλινη κούνια με τούλι και μικρά φυλαχτά δεμένα στις άκρες.
Και μέσα… το αγοράκι τους. Κοιμόταν ήσυχα.
Ένα νανούρισμα έπαιζε σιγανά. Λες και τίποτα δεν μπορούσε να το αγγίξει. Αλλά κάτω… Η καρδιά του σπιτιού ήταν αλλού.
Πίσω από μια βαριά βιβλιοθήκη, το μυστικό δωμάτιο.
Εκεί ήταν το αρχηγείο του Shqiponja.
Όπλα στοιχισμένα σαν στρατιώτες. Διαβατήρια — ιταλικά, γαλλικά, ισραηλινά.
Χαρτονομίσματα σε τρεις νομισματικές ζώνες.
Συστήματα παρακολούθησης, κάμερες, δορυφορικά τηλέφωνα, SIM με ανώνυμους αριθμούς.
Και δίπλα στην παλιά πολυθρόνα, ένα μοναδικό τηλέφωνο. Μαύρο. Στρατιωτικού τύπου.
Εκείνο που χτυπούσε μόνο όταν ήθελε κάποιος να μιλήσει στο «τέρας».
Το κινητό του δόνησε. Απόκρυψη.
Το σήκωσε απότομα.
– «Βίκυ;»
Μια σιωπή. Και μετά…
Μια φωνή γνώριμη. Παλιότερη. Από εκείνες που δεν ξεχνάς ποτέ, όσο κι αν προσπαθήσεις.
– «Έχω το κορίτσι σου. Έλα να το πάρεις. Ή… κοίτα να της ράψεις φέρετρο.»
Κλικ.
Το βλέμμα του πάγωσε. Το χέρι του έσφιξε το τηλέφωνο τόσο που ράγισε.
Μέσα του κάτι κόπηκε. Όχι απλά ο έλεγχος, αλλά η φλέβα που κρατούσε την οργή.
Πέταξε το τραπέζι. Άνοιξε με δύναμη τα συρτάρια. Ξήλωσε το δίκτυο.
Έσπασε το ποτήρι με το ουίσκι στον τοίχο. Φώναξε — όχι σαν άνθρωπος. Σαν θηρίο.
– «ΓΑΜW ΤΗΝ…….. ΣΑΣ! ΠΟΙΟΙ ΕΙΣΤΕ;!»
Μέσα σε τριάντα δευτερόλεπτα, φόρεσε το φούτερ, έδεσε το μαχαίρι στον αστράγαλο, έβαλε την Glock στη μέση. Και ύστερα, έπιασε εκείνο το μοναδικό τηλέφωνο. Το «τηλέφωνο επιστροφής». Πάτησε έναν αριθμό. Έναν και μοναδικό.
Δεν είπε τίποτα. Μόνο άφησε να ακουστεί η ανάσα του.
Η φωνή στην άλλη άκρη ήταν βαριά.
– «Έλα ρε Αετέ. Ήρθε η ώρα;»
Ο Shqiponja έκλεισε τα μάτια.
– «Μάζεψέ τους. Όλους. Μπαίνουμε ξανά.»
Ήταν και πάλι πίσω. Όχι σαν οικογενειάρχης. Όχι σαν επιχειρηματίας. Αλλά σαν αυτό που πάντα ήταν. Ο Αετός της Νύχτας.
Που όταν του παίρνεις το ταίρι του… σου κατεβάζει τον ουρανό. Με αίμα.
Βασιλική Γκόγκα
Συνεχίζεται…

One response to “Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ – LA REYNA – Κεφάλαιο 4ο – Ο κρότος μέσα στη σιωπή”
[…] Προηγούμενο […]