Ήταν μια απλή Τρίτη στην Αθήνα. Η ώρα πλησίαζε εφτά και ο ήλιος έγερνε πίσω από τις πολυκατοικίες, βάφοντας τον ουρανό με αποχρώσεις από κεχριμπάρι και μοβ. Ο Οδυσσέας στεκόταν στη στάση του λεωφορείου επί της Πατησίων, κοντά στο Πεδίον του Άρεως, με το σακίδιό του στον ώμο και το βλέμμα καρφωμένο στο πεζοδρόμιο. Ήταν 34 χρονών, μοναχικός και μελαγχολικός τα απογεύματα – κάτι στο φως του δειλινού τού προκαλούσε πάντα ένα γλυκό βάρος στο στήθος.
Το λεωφορείο 622 έφτασε με έναν αναστεναγμό φρένων. Ο Οδυσσέας ανέβηκε τελευταίος. Το όχημα ήταν σχεδόν γεμάτο, εκτός από μια μονή θέση στο βάθος, δίπλα στο παράθυρο. Κάθισε εκεί. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε έξω, στο πλήθος που έσβηνε πίσω από το τζάμι, σαν φαντάσματα της καθημερινότητας.
Απέναντί του καθόταν μια ηλικιωμένη κυρία. Τα λευκά της μαλλιά ήταν πιασμένα σε κότσο, φορούσε ένα γκρι ταγέρ και κρατούσε μια δερμάτινη τσάντα σφιχτά στην αγκαλιά της. Το βλέμμα της ήταν καθαρό, γαλήνιο, μα κάτι μέσα του έμοιαζε να γνωρίζει περισσότερα απ’ όσο θα παραδεχόταν ποτέ. Εκείνη τον κοίταξε και χαμογέλασε διακριτικά. Εκείνος ανταπέδωσε με ένα αχνό νεύμα.
Το λεωφορείο προχωρούσε. Ένα μικρό παιδί, με την τσάντα του νηπιαγωγείου στην πλάτη, μπήκε μαζί με τη μητέρα του στην επόμενη στάση. Η γιαγιά σηκώθηκε χωρίς κουβέντα και πρόσφερε τη θέση της. Όταν το παιδί κάθισε, εκείνη στάθηκε δίπλα στον Οδυσσέα, κρατώντας τον στύλο για στήριξη.
Ο Οδυσσέας σηκώθηκε αμέσως. «Καθίστε, σας παρακαλώ.»
Εκείνη χαμογέλασε ξανά. «Όχι, παιδί μου. Δεν πειράζει. Εσύ να κοιτάς μπροστά σου.»
Τα λόγια της τον ξάφνιασαν. Πριν προλάβει να απαντήσει, η γιαγιά του άγγιξε ελαφρά τον ώμο και έγειρε ελαφρώς προς το μέρος του.
«Ξέρεις γιατί διάλεξες αυτή την καρέκλα;» ρώτησε με χαμηλή φωνή.
Ο Οδυσσέας σάστισε. «Τι εννοείτε;»
«Αυτή η καρέκλα έχει μια ιστορία. Δεν την βλέπεις, αλλά κουβαλάει πάνω της μια ανάμνηση. Κάθε μέρα, κάποιος διαφορετικός κάθεται εκεί – κι όμως, πάντα αφήνει κάτι πίσω.»
«Και τι άφησε ο προηγούμενος;» ρώτησε χωρίς να ξέρει γιατί συνέχιζε τη συζήτηση.
Η γυναίκα γέλασε ήσυχα. «Μια απόφαση. Πολύ δύσκολη. Εσύ σήμερα κάθισες πάνω σ’ αυτήν. Άρα, ήρθε η σειρά σου να αφήσεις κάτι. Ίσως μια σκέψη. Ίσως μια πράξη. Ποιος ξέρει.»
Ο Οδυσσέας έμεινε σιωπηλός. Το λεωφορείο συνέχισε. Η γιαγιά κατέβηκε τρεις στάσεις μετά, δίχως να ξαναμιλήσει. Εκείνος την παρακολούθησε να απομακρύνεται. Ύστερα κοίταξε την καρέκλα του. Δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Μα κάτι μέσα του είχε ήδη αλλάξει.
______________________________
Στις εβδομάδες που ακολούθησαν, ο Οδυσσέας άρχισε να παίρνει πάντα το ίδιο λεωφορείο, στην ίδια ώρα, και να ψάχνει εκείνη την καρέκλα. Όποτε ήταν κενή, καθόταν. Άλλες φορές, περίμενε το επόμενο λεωφορείο. Άρχισε να παρατηρεί τους συνεπιβάτες του με μια προσοχή που δεν είχε πριν. Τις εκφράσεις, τις μικρές κινήσεις, τις στιγμές σιωπής.
Μια μέρα, ένα νεαρό αγόρι, με δερμάτινο μπουφάν και χαραγμένο βλέμμα, μπήκε στο λεωφορείο και στάθηκε δίπλα του. Κρατούσε το κινητό του σφιχτά, μα τα μάτια του ήταν υγρά. Ο Οδυσσέας, αυθόρμητα, έγειρε προς το μέρος του.
«Όλα καλά;» ρώτησε ήσυχα.
Το αγόρι τον κοίταξε διστακτικά και μετά κούνησε το κεφάλι του. «Μόλις έχασα τον πατέρα μου. Δεν ξέρω πού να πάω.»
Ο Οδυσσέας τον κοίταξε με κατανόηση. «Κάθισε εδώ. Πάρε τον χρόνο σου.»
Του παραχώρησε την καρέκλα. Το αγόρι κάθισε και κοίταξε έξω. Δεν μίλησαν άλλο. Όμως η πράξη είχε ήδη γίνει. Η καρέκλα είχε προσφέρει ξανά παρηγοριά.
______________________________
Ήταν μια Παρασκευή απόγευμα, όταν ο Οδυσσέας είδε ξανά τη γυναίκα. Καθόταν ήδη στο βάθος, στην καρέκλα. Όταν τον είδε, του έκανε νόημα να πλησιάσει. Εκείνος κάθισε δίπλα της.
«Πολλοί έχουν περάσει από εδώ. Και εσύ άλλαξες,» είπε εκείνη. «Το βλέπω στα μάτια σου. Δεν είναι τόσο θλιμμένα πια.»
Ο Οδυσσέας χαμογέλασε. «Αυτό το λεωφορείο… με έκανε να δω τον κόσμο αλλιώς.»
Η γυναίκα έγνεψε. «Η καρέκλα έκανε αυτό που έπρεπε.»
«Τι είναι αυτή η καρέκλα τελικά;» τόλμησε να ρωτήσει.
Εκείνη έγειρε προς το μέρος του. «Ήταν του γιου μου. Πέθανε σ’ αυτό το σημείο, ένα απόγευμα σαν κι αυτό. Ήταν εθελοντής διασώστης και προσπαθούσε να βοηθήσει κάποιον. Έκτοτε… κάθεται δίπλα μου κάθε φορά που ανεβαίνω.»
Ο Οδυσσέας ένιωσε ένα ρίγος. Τα λόγια της τον διαπέρασαν σαν ψίθυρος.
Η γυναίκα του έσφιξε το χέρι. «Μην αφήνεις ποτέ μια θέση άδεια χωρίς λόγο. Όταν κάθεσαι, δίνε κάτι. Κάθε φορά.»
Το λεωφορείο έφτασε στην επόμενη στάση. Εκείνη σηκώθηκε.
«Ήταν χαρά μου που σε γνώρισα,» είπε και χάθηκε μες στο πλήθος.
Ο Οδυσσέας έμεινε να κοιτάζει την άδεια καρέκλα. Για πρώτη φορά, κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει.
Κατέβηκε στη στάση λίγο πριν τον τερματισμό. Πήρε το κινητό του και κάλεσε τον πατέρα του. Είχαν χρόνια να μιλήσουν.
«Μπαμπά; Είμαι εγώ… Θέλεις να πάμε μια βόλτα;»
Μια παύση στην άλλη άκρη.
«Ναι» ακούστηκε τελικά. «Πολύ θα το ήθελα.»
Ο Οδυσσέας χαμογέλασε. Πίσω του, το λεωφορείο συνέχισε την πορεία του, κουβαλώντας στην καρέκλα άλλη μια ιστορία. Κι ίσως, την επόμενη φορά, να καθίσει κάποιος που έχει κι αυτός να δώσει κάτι.
Ίσως, κάποιος σαν εσένα.
Αλεξάνδρα Καραφώτη
