-Φεύγουν! Φορτώνουν στα κάρα πράγματα και φεύγουν! είπε σχεδόν ξεψυχισμένα η Ελένη, μπαίνοντας στο σπίτι τρέχοντας
Η Όλγα απόμεινε όρθια, σαν στήλη άλατος. Τα σερνικά του Φραγκόγιαννη, χάθηκαν από προσώπου γης τόσες μέρες και τώρα το έσκαγαν και τα θηλυκά, ποιος ξέρει για πού. Η Θεοχάρη, έβαλε το ένα της χέρι στην κοιλιά της και το άλλο στο στόμα της για να μη φωνάξει. Ο Λάμπρος κοκκάλωσε στη θέση του, δεν το χωρούσε ο νους του πως Μανιάτες άνθρωποι φέρονταν σαν δειλοί μετά από τέτοια αδικία που έκαναν. Κόλλησε τα μάτια του σ’ αυτά της μάνας του, περιμένοντας, ικετεύοντας σχεδόν για μια εντολή της, να του πει τι να κάνει.
-Τα σκυλιά! είπε μόνο κι άρπαξε το τουφέκι που κρεμόταν στην καρέκλα πίσω της κι έκανε να φύγει
–Μάνα, πού πας; της είπε και την έπιασε απ’ το χέρι
-Άσε με! Θα ξεκληρίσω ό,τι έχει αφήκει πίσω ο καταραμένος ο Φραγκόγιαννης, αφού εσείς τα σερνικά τίποτις δεν καταφέρατε τόσο καιρό!
-Τις γυναίκες μάνα; Τις…
-Γυναίκα είμαι κι εγώ και με γυναίκες θα τα βάνω! Φαίνεται πως τα σερνικά βάλατε όλοι την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια και φοβάστε να κάμετε το χρέος σας!
Η Όλγα ίσιωσε το μαύρο μαντήλι που φορούσε στο κεφάλι της με το ένα της χέρι και με το άλλο έπιασε γερά το τουφέκι.
-Άλλον καταραμένο Φραγκόγιαννη δε θα βγάλουν αυτές οι βρώμες! είπε και βγήκε βιαστικά απ’ την πόρτα
Η Θεοχάρη κοίταξε τον Λάμπρο στα μάτια γεμάτη απόγνωση. Εκείνος στάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα μη ξέροντας τι να κάνει, μετά πήρε το τουφέκι του πίσω απ’ την πόρτα και έφυγε στο κατόπι της Όλγας, να την προλάβει, να την σταματήσει. Αυτό ήταν αντρική δουλειά, οι γυναίκες δεν έπρεπε να εμπλακούν στο γδικιωμό. Όχι οι γυναίκες, όχι η Παρασκευούλα του.
Πρόφτασε τη μάνα του στα μισά του δρόμου για το σπίτι του Φραγκόγιαννη, προσπάθησε να την πείσει ότι θα έβρισκε τους αίτιους, προσπάθησε να τη σταματήσει, μα εκείνη, αντάρτισσα σωστή, δεν έβλεπε, δεν άκουγε, δεν καταλάβαινε, μόνο ένιωθε, ένιωθε πως αυτό ήταν το σωστό, αυτό έπρεπε να κάνει.
Οι δρόμοι ήταν έρημοι. Μετά που έμαθαν όλοι για το γδικιωμό, άλλοι τάχτηκαν υπέρ των Κατσουλέων, γνωρίζοντας πως όλα τα δίκια του κόσμου ήταν με το μέρος τους κι άλλοι παρέμειναν ουδέτεροι. Αυτοί, οι λίγοι, που κάτι τους έδενε με τους Φραγκογιάννηδες -συγγένεια, κουμπαριό, κλείδωσαν τα σπίτια τους κι έφυγαν, να γλιτώσουν τους εαυτούς τους απ’ το μένος των Κατσουλέων. Κανείς δεν τάχτηκε όμως στο πλευρό των Φραγκογιάννηδων. Κανείς! Όλοι ήξεραν βαθιά μέσα τους το δίκιο και δεν τους πήγαινε η καρδιά να ασπαστούν το άδικο.
Βαριά ακούγονταν τα βήματα της Όλγας, βαριά μα αποφασισμένα να πάρουν εκδίκηση, ακόμη κι απ’ τις γυναίκες αν έπρεπε, που Μανιάτισσες, αντί να υψώσουν ανάστημα, έφευγαν σαν τους κλέφτες νύχτα να συναντήσουν τους δειλούς, τους άνανδρους. Καμιά λέξη, καμιά παράκληση του Λάμπρου δεν την άγγιζε. Είχε πάρει εκείνη το τουφέκι, αφού κανένα απ’ τα σερνικά της οικογένειας τόσο καιρό δεν βρήκε τους καταραμένους να τους φυτέψουν από μια σφαίρα, να πάψουν ν’ αναπνέουν μια για πάντα. Μόνο ο Λιάς της παρέμενε κάτω απ’ το χώμα, χωρίς ανάσα, χωρίς ζωή. Αν εζούσε ο άντρας της, κανέναν τους δεν θα είχε αφήσει ζωντανό απ’ αυτή την άτιμη φάρα. Φωτιά θα είχε βάλει στα πάντα για να εκδικηθεί για το χαμό του γιού του. Μα μιας και δεν ήταν πια εδώ αυτός, θα έκαμε εκείνη το χρέος της, μιας και κανένας δεν φάνηκε άξιος να το κάνει.
Φτάνοντας μπροστά στην πόρτα τους, θολωμένη από μίσος και πόνο, η Όλγα σήκωσε το τουφέκι της κι έριξε μια στον αέρα. Μπροστά της ένα κάρο με φορτωμένα πράγματα, σκεπασμένα με κουρελούδες και μια σκιά να ξεχωρίζει στο μισοσκόταδο, μια μικροκαμωμένη σκιά να κρατά τα γκέμια των αλόγων και να είναι έτοιμη να τους δώσει εντολή να ξεκινήσουν. Μα φαίνεται δεν πρόλαβε, δεν πρόλαβε όπως όλοι οι υπόλοιποι. Το σπίτι φαινόταν σκοτεινό και άδειο, ό,τι είχαν αφήσει πίσω οι Φραγκογιάννηδες ήταν αυτό το κάρο, με την Παρασκευούλα, που θα την οδηγούσε κι αυτή μακριά απ’ το γδικιωμό, μακριά απ’ το δίκαιο μένος της Όλγας, αυτής της μάνας που στράγγιξε ολάκερη από αίμα, με το χαμό του πρωτότοκού της. Θα την οδηγούσε μακριά, αν προλάβαινε. Μα δεν πρόλαβε…
Η Όλγα χωρίς δεύτερη σκέψη, σήκωσε το τουφέκι και σημάδεψε. Η Παρασκευούλα έμεινε εκεί, ακίνητη, τρομαγμένη, ανήμπορη να κάνει τίποτα.
-Μη μάνα! πρόλαβε να φωνάξει ο Λάμπρος δίπλα της
Ο ήχος της τουφεκιάς, έσκισε στα δυο την βαριά ησυχία της νύχτας…
Κική Γιοβανοπούλου
Συνεχίζεται…

One response to “Γδικιωμός – 3”
[…] Προηγούμενο […]