Η Αγγελική έκλεισε πίσω της με δύναμη την πόρτα του δωματίου της και τραντάχτηκε η κάσα. ” Ψυχραιμία Αγγελική, ψυχραιμία!”, επαναλάμβανε στον εαυτό της, όταν από την κουζίνα άκουγε την μαμά της να ψέλνει ακόμα. “Ναι, ναι, βρόντηξες την πόρτα και σκιάχτηκα εγώ τώρα! Βέβαια, όταν δεν σε συμφέρει, αυτό κάνεις, μπαμ την πόρτα και μέσα, στο λαγούμι!”.
Για να γλιτώσει την φυλακή, γιατί αν καθόταν λίγο ακόμα κοντά της, θα γινόταν μητροκτόνος σίγουρα, μπήκε στο δωμάτιό της, άρπαξε το ημερολόγιό της, το έβαλε στο μικρό σακιδιάκι πλάτης, πήρε και την ζακέτα της και σαν σίφουνας ξαναπέρασε από την κουζίνα, χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει, κλείνοντας απαλά, αυτή τη φορά, την εξώπορτα. Πήρε το ποδήλατο και πήγε στο ησυχαστήριό της. Στο φαράγγι, λίγα μόνο χιλιόμετρα μακριά από την πόλη. Έκατσε στις μεγάλες πέτρινες κερκίδες κι άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί στα βουνά, την χαράδρα ανάμεσά τους, τα σύννεφα. Ήταν πάντα τόσο ήσυχα εκεί. Το αεράκι, φυσούσε τα μαλλιά της, τα πουλιά της έκαναν παρέα κελαηδώντας και φτερουγίζοντας πολύ κοντά της. Ένιωθε την σύνδεση με την φύση και γαλήνευε η ψυχή της. Το είχε τόση ανάγκη, μετά την ένταση με την μαμά της. Δεν ήταν κάτι καινούργιο, μα είχε παραγίνει το κακό. Ποτέ δεν είχαν τις καλύτερες σχέσεις, ποτέ δεν ήταν η στοργική μαμά, πάντα είχαν μια άτυπη κόντρα, πάντα ένιωθε έναν ανταγωνισμό από πλευράς της, μα τους τελευταίους δέκα μήνες που πέθανε ο μπαμπάς της, η κατάσταση είχε ξεφύγει και δεν είχε εκείνον στήριγμα πια, μα ούτε και εκείνη ήταν πια καμιά μικρούλα, δεν είχε αντοχές.
Πήρε το στυλό κι άρχισε να αδειάζει τα παράπονά της, την ίδια της την ψυχή, στις σελίδες.
“Αγαπητό μου ημερολόγιο,
η κατάσταση στο σπίτι δεν παλεύεται. Τα ξέρεις, τα γράφω χρόνια. Τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια, μα κάποτε τελειώνει η υπομονή. Άσπρο εγώ; Μαύρο εκείνη. Έτσι, απλά, για να μου πάει κόντρα. Σήμερα από το πρωί, είχε οίστρο. Από τις επτά, άρχισε να φωνάζει, άντε καλέ, θα σηκωθείς; Δέκα πήγε, έχουμε και δουλειές. Πότε θα γίνουν όλα; Δεν χρειάστηκε να δω την ώρα, ήξερα ότι το δέκα είναι από τις γνωστές υπερβολές κι όπως πάντα, δεν έκανα λάθος. Θαρρείς και η σκούπα, το συμμάζεμα, αν ξεκινούσαν στις δέκα κι όχι στις επτά, θα είχε διαφορά. Αλλά πώς; Όπως πάντα, έπρεπε να γίνει ό,τι κι όταν ήθελε εκείνη. Σηκώθηκα, έκανα ό,τι μου ζήτησε κι όταν τελείωσα, έκατσα στο γραφείο μου να διορθώσω τα διαγωνίσματα των αρχαίων. Η μαμά, ξεκίνησε μαγείρεμα, φυσικά, με μουρμούρα για γαρνιτούρα. “Εεε βέβαια, εγώ να μαγειρέψω, η νέα. Κι εκείνη, στο γραφείο της, όπως πάντα”. Παράτησα τα γραπτά των παιδιών και βγήκα από το δωμάτιο μου, έξαλλη.
-Ρε μάνα, θα μας τρελάνεις; Όταν σου λέω να μαγειρέψω εγώ, να σε ξεκουράσω, αρχίζεις τα ‘δύο αυγά δεν ξέρεις να βράσεις, να μαγειρέψεις θέλεις!’.
– Εγώ φταίω; Τόσα χρόνια με βλέπεις να μαγειρεύω, τίποτα δεν έμαθες; Δεν είσαι παιδί μου εσύ, τέλος. Εγώ, από μικρή, είχα ξεπεράσει την μάνα μου, αριστουργήματα έφτιαχνα. Όλοι στη γειτονιά έλεγαν η Ζαχαρούλα μαγειρεύει, μοσχομύριζε όλο το τετράγωνο.
– Πώς να μάθω, όταν είσαι από πάνω μου και με πρήζεις; Όλα λάθος τα βρίσκεις. Πώς έκοψες έτσι την πατάτα, φτάνει, μη ρίχνεις άλλο αλάτι, λύσσα θα το κάνεις, κοίτα κοίτα πόσο λάδι έριξε, όχι έτσι, αλλιώς, όχι τόσο, τόσο, όχι πολύ, λίγο, όχι λίγο, πολύ. Άσε με πια!
– Ε, αφού τίποτα δεν μπορείς να κάνεις. Τα κάνω λοιπόν εγώ, να γίνουν όλα όπως πρέπει.
– Ε, τότε τι παραπονιέσαι; Κάν’ τα να τελειώνουμε.
– Ωραία, μπράβο! Κι εσύ εδώ, ξενοδοχείο, μαγειρείο. Εγώ, από μικρή στα βαθιά, χωρίς βοήθεια, όλα τα κατάφερνα, ενώ εσύ μια ζωή κακομαθημένη, επάνω μου στηρίζεσαι.
Αυτό το κακομαθημένη, με χτύπησε σαν ηλεκτροσόκ. Βρόντηξα την πόρτα, σε πήρα παράμασχαλα και να ‘μαστε, ημερολογιάκι μου.
Αυτό το “εγώ” δε, σε κάθε πρόταση, πόσο ενοχλητικό πια! Αυτή η σύγκριση μεταξύ μας, εξουθενωτική. Αυτή η αίσθηση ότι για τα πάντα κρίνομαι, ανυπόφορη.
Εγώ στα νιάτα μου, ήμουν κλαράκι, ενώ εσύ, κοίτα, νταρντάνα.
Εγώ στα νιάτα μου περνούσα και έτριζαν τα πεζοδρόμια. Με ήθελαν όλοι. Εσύ πώς να αρέσεις στους άντρες;
Εγώ τον κατάφερα τον μπαμπά σου αμέσως, εσύ μια σοβαρή σχέση δεν είχες ποτέ. Δεν μπορεί, κάτι λάθος κάνεις. Τους διώχνεις από κοντά σου.
Εγώ χωρίς να σπουδάσω, τους έπαιζα όλους στα δάχτυλα. Εσύ φιλόλογος, τόσα λεφτά έφυγαν, τίποτα δεν κατάφερες. Ό,τι θέλουν σε κάνουν όλοι.
Ούτε να ξεσκονίσεις, ούτε να σκουπίσεις όπως πρέπει μπορείς.
Εγώ αν ήμουν, μέχρι τώρα θα έμπαινα στο δημόσιο. Εσύ εκεί, στο φροντιστήριο, κολλημένη.
Εγώ στην ηλικία σου είχα εσένα δεκαπέντε χρονών. Εσύ σε ένα μήνα γίνεσαι σαράντα και ούτε σχέση έχεις. Στο ράφι θα μείνεις κι ούτε σε νοιάζει.
Εγώ κρατούσα σπιτικό, τον μπαμπά σου, εσένα, με τις πίτες μου, τα φαγητά, τα τσουρέκια, τα κουλουράκια, το νοικοκυριό κι εσύ εδώ, στο σπίτι με τους γονείς. Ούτε σε δικό σου σπίτι δεν είσαι άξια να πας, να μείνεις μόνη. Τα πλυμένα σου, τα σιδερωμένα, τα φαγητά, όλα εγώ.
Εγώ μαγειρεύω, εσύ τρως τις βλακείες τις παχυντικές. Κοίτα κοίτα τι τρως και μετά δεν χωράς στα παντελόνια σου, πώς να βρεις άντρα! Εγώ είμαι πιο αδύνατη από σένα. Εμένα όλα τα ρούχα σου μου πλέουν.
Πώς κουρεύτηκες έτσι; Δεν σου πηγαίνει.
Πώς χτενίστηκες έτσι; Δεν σου πηγαίνει.
Τι μπλούζα είναι αυτή; Δεν σου πηγαίνει.
Τι χρώμα κραγιόν είναι αυτό; Δεν σου ταιριάζει.
Αφού πάχυνες, πιο μεγάλο νούμερο πάρε, δε βλέπεις ότι σου είναι κολλητό;
Τώρα αυτό, πρέπει να το φας; Τον κwλο σου δεν τον βλέπεις που φάρδυνε;
Βάψου λίγο, χτένισε τα μαλλιά σου, μπας και ξεστραβωθεί κανείς.
Ίδια ο μπαμπάς σου, τρέχεις για όλους. Για σένα ποιος θα τρέξει; Κανείς. Χαζή, ε χαζή!
Μάζεψες εδώ μέσα ένα σωρό λούτρινα από τους μαθητές σου. Τι τα θες; Όλο το δωμάτιο πιάνουν, πέτα τα. Καλά, καλά, θα γυρίσεις καμία μέρα και δε θα βρεις τίποτα, όλα θα τα πετάξω.
Όλες οι φίλες σου τακτοποιήθηκαν, έκαναν οικογένειες, εσύ τίποτα.
Βέβαια, κάνετε κόμμα μπαμπάς και κόρη και νομίζετε με κοροϊδεύετε εμένα. Βρε εγώ σαν εσάς θέλω δέκα!
Όταν πεθάνουμε, τι θα κάνεις; Σα την καλαμιά στον κάμπο, γεροντοκόρη. Λίγο μωρέ, λίγο δε μου έμοιασες!
Φταίει κι εκείνος, πίσω από την πλάτη μου, στήριζε ό,τι έκανες, νόμιζε καλό σου έκανε.
Με ρωτάνε οι φίλες μου πότε θα παντρευτείς και δεν ξέρω τι να απαντήσω, ντρέπομαι.
Ο μπαμπάς σου με τον καημό σου πέθανε, που θα μείνεις μόνη.
Θα πεθάνω κι εγώ κι ένα εγγόνι δε θα δω, όπως όλες οι φίλες μου.
Ειλικρινά ημερολογιάκι μου, κάποτε τα έπαιρνα στην πλάκα. Όμως πια, δεν μπορώ. Όλα την ενοχλούν, για όλα γκρινιάζει. Όλα ήταν αλλιώς όταν είχα τον μπαμπά μου. Σε κάθε πρότασή της, ένα δικό του σήκωμα του φρυδιού, μια αστεία γκριμάτσα του κρυφά, ένα τρυφερό του βλέμμα, τα απάλυνε όλα, τα γλύκαινε όλα, τα ελάφρυνε όλα. Όταν μέναμε μόνοι, μου έλεγε, “μη της δίνεις σημασία, δεν ξέρει πώς να εκφράσει την αγάπη της, δεν έμαθε από την γιαγιά σου”. Ο μπαμπάκας μου κατάφερνε να μην αφήνω να εισχωρεί τίποτα μέσα μου, να μη βασανίζομαι ή πιο σωστά, νόμιζα ότι τα απέβαλλα, αλλά τώρα καταλαβαίνω ότι είμαι γεμάτη πληγές. Σχεδόν την λυπόμουν που δεν είχε πάρει αγάπη και δεν είχε να δώσει. Είχα τον μπαμπά, πυλώνα ηλεκτρικού φορτίου αγκαλιάς και αγγίγματος. Ό,τι δεν έπαιρνα από την μαμά, εις διπλούν τα είχα από κείνον κι έτσι, όλα ήταν ελεγχόμενα. Όλους αυτούς τους μήνες όμως, με την απουσία του, κάθε κουβέντα της, καρφί στην ψυχή μου. Κατ’ ευφημισμό το όνομά της. Η Ζαχαρούλα που στάζει φαρμάκι, που πονάει την ψυχή μου με τα λόγια της.
Δεν με πλησίασε ποτέ σαν μάνα, να ρωτήσει πώς είμαι, τι νιώθω. Όλη μου τη ζωή, είχα αντίβαρο τον μπαμπά και είχα την ψευδαίσθηση ότι δεν με πείραζε. Συνειδητοποιώ όμως, ότι είναι βαρίδι μέσα μου. Σα να μη τη νοιάζει για μένα. Σα να υπάρχω για να τροφοδοτεί το εγώ της εις βάρος μου. Όλα μου τα χρόνια, υπομένω τα σχόλιά της, κάνοντας τα στραβά μάτια. Τελικά όμως, αποδεικνύεται λάθος. Δείχνοντάς της ότι αδιαφορώ, ότι δεν με ενοχλεί, ότι αντέχω, ότι το επιτρέπω, της δίνω το δικαίωμα να το συνεχίζει”.
Έκλεισε το ημερολόγιο, σήκωσε το κεφάλι ψηλά, προς τα σύννεφα και ήρθε στο νου της η εικόνα του μπαμπά της, να λέει στη μαμά της, “γλύκανε λίγο μωρέ Ζαχαρούλα μου, να είσαι όνομα και χάρη”. Πόσο της έλειπε… Ένα δάκρυ κύλησε στη σκέψη του, μα γρήγορα χαμογέλασε. Εκείνος πάντα αυτό ήθελε να βλέπει, το χαμόγελό της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και υποσχέθηκε στον εαυτό της πως θα προσπαθούσε να μη δίνει βαρύτητα στα λόγια της μαμάς της, για δικό της καλό, για να αντέχει την καθημερινότητα. Ίσως και να έπρεπε να κάνει μια κίνηση ανακωχής. Να την πλησιάσει και να κάτσουν να μιλήσουν, ήρεμα, σαν μάνα με κόρη. Να βρουν μια μέση λύση, μια γέφυρα επικοινωνίας. Ήξερε πως είναι εξαιρετικά δύσκολο, μα το χρωστούσε στον εαυτό της και τον μπαμπά της. Έφυγε αποφασισμένη. Όταν άνοιξε την πόρτα, την πέτυχε να σιδερώνει.
“Μπα, τον βρήκες τον δρόμο; Εντάξει; Πήρες τον αέρα σου; Μείνε ήσυχη, η δούλα, τα έκανε όλα!” της είπε με ύφος ειρωνικό και η Αγγελική, έχασε μονομιάς κάθε διάθεση συμφιλίωσης. Δεν απάντησε, μόνο την κοίταξε απογοητευμένη και κλείστηκε στο δωμάτιό της. Είχε διαγωνίσματα να διορθώσει κι ο χρόνος της ήταν πολύτιμος. Η μουρμούρα πίσω από την κλειστή της πόρτα, συνεχιζόταν. Κάποια πράγματα στη ζωή άλλωστε, απλά, διαιωνίζονται. Πήρε άλλη μία βαθιά ανάσα, από κείνες, που έπαιρνε συχνά, έβαλε τα ακουστικά της, μια απαλή, χαλαρωτική μουσική και συνέχισε την δουλειά της, που είχε αφήσει στη μέση.
Χρυσούλα Καμτσίκη
