Κάπου στο 1930, σε ένα απομακρυσμένο χωριό, χαμένο μέσα σε ατέλειωτα δάση και κρυφά μονοπάτια, υπήρχε ένα μοναστήρι. Ένα μοναστήρι που οι κάτοικοι είχαν πάψει να αποκαλούν με το παλιό του όνομα. Πλέον, το έλεγαν ψιθυριστά: Το Μοναστήρι της Κολάσεως.
Στο χωριό κυκλοφορούσε ένας μύθος. Έλεγαν πως μια μαύρη γάτα, με μάτια σαν καμένα κάρβουνα, έπνιγε τα μικρά παιδιά στον ύπνο τους. Άλλοι μιλούσαν για μια άμορφη μαύρη σκιά, που γλιστρούσε ανάμεσα στα σπίτια τα μεσάνυχτα. Κάποιοι πιο ευσεβείς πίστευαν πως ήταν τιμωρία από τον Θεό, μία θεία οργή για αμαρτίες που είχαν ξεχαστεί μα όχι εξαλειφθεί.
Το χωριό κουβαλούσε μια παράξενη, αρχαία ενέργεια που κανείς τότε δεν μπορούσε να εξηγήσει. Βαριά σαν πέτρα στον αέρα, έκανε τους ανθρώπους να περπατούν σκυφτοί, να ψιθυρίζουν αντί να μιλούν, να φοβούνται τις σκιές ακόμη και στο φως της μέρας. Όλοι οι κάτοικοι, αν και δεν το γνώριζαν, ήταν συνδεδεμένοι με έναν κοινό πρόγονο — μια μυστική, ξεχασμένη κληρονομιά.
Λίγο μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και πριν ξεσπάσει ο δεύτερος, η γη τους, πληγωμένη από τον θάνατο, την πείνα και την ερημιά, ανέπνεε έναν αέρα απελπισίας. Μέσα στα ερείπια των σπιτιών και στις στάχτες των χωραφιών, κανείς δεν έψαχνε ρίζες και ιστορίες προγόνων. Όλα είχαν σβηστεί, σαν κάποιος να ήθελε επίτηδες να κρύψει το παρελθόν.
Ένα βράδυ, η ομίχλη τύλιξε το χωριό τόσο πυκνά, που οι κάτοικοι δεν έβλεπαν ούτε το δρόμο μπροστά τους. Οι καμπάνες του Μοναστηριού της Κολάσεως ήχησαν τρεις φορές, ένας ήχος βαθύς και ανατριχιαστικός. Ήταν το πρώτο σημάδι.
Η μικρή Άννα ήταν η πρώτη που χάθηκε. Το φόρεμά της βρέθηκε σκισμένο δίπλα στο παλιό πηγάδι. Κανείς δεν είδε τίποτα, κανείς δεν άκουσε κραυγή. Και μετά, ένα-ένα, τα παιδιά άρχισαν να εξαφανίζονται. Μέχρι που είχαν χαθεί δεκαπέντε ψυχές. Δεκαπέντε άδεια κρεβάτια. Δεκαπέντε χαμένες ελπίδες.
Οι κάτοικοι έψαχναν εξηγήσεις. Κάποιοι προσεύχονταν, άλλοι κατηγορούσαν τον διπλανό τους. Ο παπάς, πρόσωπο ισχνό με μάτια σβησμένα, μιλούσε για θεϊκή τιμωρία, για την αμαρτία που είχε φωλιάσει στον τόπο τους. Όμως κανείς δεν ήξερε την αλήθεια.
Η Μαρία, μια μάνα που είχε χάσει το μοναδικό της παιδί, αποφάσισε να βρει απαντήσεις. Πήρε τον δρόμο για το Μοναστήρι της Κολάσεως, περνώντας μέσα από ομίχλη και σκοτάδι, με την καρδιά της βαριά σαν μολύβι. Όταν έφτασε, η παλιά ξύλινη πόρτα άνοιξε μόνη της, τρίζοντας λες και στενάζοντας.
Μέσα, το μοναστήρι ήταν άδειο, παγωμένο. Οι τοιχογραφίες έμοιαζαν να κινούνται κάτω από το φως των κεριών που τρεμόπαιζαν. Στο κέντρο του παλιού ναού υπήρχε ένας τεράστιος καθρέφτης, σπασμένος σε κάποιες γωνιές, μα ακόμα ικανός να δείχνει αντανακλάσεις.
Εκεί είδε τη μαύρη σκιά. Δεν είχε σώμα, δεν είχε μορφή, μόνο ένα πυκνό σκοτάδι και δύο φλόγες για μάτια. Η Μαρία ένιωσε το αίμα της να παγώνει. Άκουσε μια φωνή — μια ψιθυριστή φωνή που δεν έβγαινε από στόμα αλλά από το ίδιο της το μυαλό. “Εγώ είμαι εσείς”. Η αλήθεια άρχισε να αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια της.
Η σκιά δεν ήταν δαίμονας. Δεν ήταν πλάσμα άλλου κόσμου. Ήταν μια σκεπτομορφή — ένα τέρας που γεννήθηκε από τους ίδιους τους φόβους των κατοίκων, από τον πόνο, την πείνα, τη φτώχεια και τη δυστυχία τους. Ο πόλεμος, η απώλεια, η απελπισία, όλα είχαν υφάνει ένα αόρατο δίχτυ που τελικά πήρε μορφή. Είχαν πλάσει άθελά τους το τέρας που τώρα τους κυνηγούσε.
Και κάτι ακόμα πιο παράξενο αποκαλύφθηκε. Ο κοινός τους πρόγονος, αυτός που όλοι είχαν ξεχάσει, δεν ήταν άνθρωπος. Ήταν ένας Ουράνιος — ένα πλάσμα φωτός που είχε περπατήσει στη Γη χιλιάδες χρόνια πριν. Το αίμα τους ήταν ανακατεμένο με το δικό του. Κι έτσι, οι σκέψεις και τα συναισθήματά τους είχαν δύναμη που ούτε οι ίδιοι γνώριζαν. Μα πώς να σταματήσουν ένα τέρας που οι ίδιοι συνέχιζαν να τροφοδοτούν με φόβο και μίσος;
Η Μαρία προσπάθησε να φωνάξει, να πει την αλήθεια στο χωριό. Μα δεν πρόλαβε. Η σκιά την τύλιξε, και η εικόνα της χάθηκε μέσα στον καθρέφτη. Όμως, πριν χαθεί, άφησε κάτι πίσω της: ένα παλιό, σκισμένο χειρόγραφο, που μιλούσε για τη δύναμη της πίστης, της αγάπης και της ελπίδας. Μόνο μέσα από αυτά θα μπορούσαν να διαλύσουν τη σκεπτομορφή και να λυτρωθούν.
Το χωριό, πλέον μισοάδειο και βουβό, ζει ακόμη στη σκιά του Μοναστηριού της Κολάσεως.
Κάποιοι λίγοι που πιστεύουν ακόμα στην αλήθεια που δεν ειπώθηκε, ψιθυρίζουν πως όταν η αγάπη νικήσει το φόβο, τότε η σκιά θα σβήσει.
Ίσως μια μέρα, κάποιος να θυμηθεί το φως που ρέει στο αίμα τους.
Ίσως…
Βασιλική Γκόγκα
