Μετά την ανατριχιαστική εμφάνιση του Ερρίκου Χαλκιά, ο Άρης είχε την αίσθηση πως είχε διαβεί το κατώφλι ενός κόσμου απ’ όπου δεν υπήρχε γυρισμός. Κάθε του βήμα αντηχούσε σαν προειδοποίηση στο σκοτάδι, και όμως, μια ακατανόητη δύναμη τον τραβούσε βαθύτερα στην καρδιά του μυστηρίου. Το Ρολόι του Χρόνου δεν ήταν πια απλώς ένα αντικείμενο· ήταν σαν να είχε αποκτήσει συνείδηση, να παρακολουθούσε τις κινήσεις του, να τον περίμενε.
Η γριά –εκείνη η αλλόκοτη φιγούρα με το σκοτεινό παλτό και το βυσσινί φτερό στο καπέλο, σαν απομεινάρι από μια εποχή που δεν υπήρξε ποτέ– δεν ήταν απλώς το κλειδί. Ήταν η πύλη. Τα μάτια της έκρυβαν αιώνες, και κάθε λέξη της φάνταζε σαν να είχε ξαναειπωθεί, ξανά και ξανά, σε κύκλους χρόνου που αρνούνταν να σπάσουν.
Το κατάστημα, «Το Ρολόι του Χρόνου», φαινόταν παρατημένο. Τα ράφια, η σκόνη, όλα έμοιαζαν με σκηνικό θεάτρου.
Όταν η πόρτα άνοιξε ξανά, ακούστηκε μόνο το βήμα της γριάς, αργό και βαρύ, σαν να κουβαλούσε πίσω του χρόνους ξεχασμένους. Ο Άρης, χωρίς να προλάβει να σκεφτεί, την ακολούθησε.
«Ξέρεις τι ψάχνεις, Άρη», του είπε.
«Τι είναι αυτό το ρολόι; Τι… είναι πραγματικά;» ρώτησε. Η φωνή του έμοιαζε αδύναμη.
Το βλέμμα της γριάς έλαμψε για μια στιγμή με κάτι απάνθρωπο. «Ο χρόνος δεν είναι γραμμικός. Είναι ένα δάσος από μονοπάτια που σβήνουν πίσω σου. Κάθε επιλογή και ένα μονοπάτι.»
Άγγιξε το ρολόι. «Δεν ήταν μόνο έργο του Ερρίκου. Ήταν μια κραυγή. Ήθελε να ξεκλειδώσει μια στιγμή. Μόνο μία.»
Η γριά στέκονταν μπροστά του, τα μάτια της ήταν γεμάτα με μια λάμψη που έκανε το δέρμα του Άρη να ανατριχιάσει. Κάθε λέξη της ήταν ένα ψίθυρος από άλλες εποχές, γεμάτος από αλήθειες που δεν είχε ακόμα κατανοήσει.
«Πιάσε το χέρι μου, Άρη» είπε, η φωνή της σχεδόν παράξενη «και πιάσε το ρολόι. Η αλήθεια δεν αποκαλύπτεται μόνο με λόγια. Πρέπει να δεις, να νιώσεις…»
Ο Άρης δίστασε. Κάτι του έλεγε πως η στιγμή αυτή ήταν η αρχή της καταστροφής του, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορούσε να απομακρυνθεί. Η έλξη της γριάς ήταν ακατανίκητη, σαν να ήταν συνδεδεμένοι με κάποιο αόρατο νήμα.
Το χέρι της γριάς απλώθηκε προς αυτόν, και χωρίς να μπορεί να το ελέγξει, το χέρι του Άρη κινήθηκε προς το δικό της. Όταν τα δάχτυλά τους συναντήθηκαν, μια έκρηξη από εικόνες και ήχους κατάκλυσε το μυαλό του. Σαν να μπήκε σε άλλο χρόνο, άλλο χώρο.
Η εικόνα μπροστά του άλλαξε απότομα και βρέθηκε στο εργαστήριο του Ερρίκου. Ο χώρος ήταν σκοτεινός και κρύος, γεμάτος από μυρωδιές καπνού και καύσης. Ο Ερρίκος στεκόταν σκυμμένος πάνω από ένα μυστηριώδες μηχανισμό, κοιτώντας με ένταση την τεράστια μπρούτζινη κατασκευή. Το ρολόι, όμως, ήταν κάτι περισσότερο από ένα απλό αντικείμενο. Ήταν ζωντανό. Μια σκοτεινή δύναμη. Η κατασκευή του ήταν μια τελετουργία, ένα λάδι στους τροχούς του χρόνου.
Ο Ερρίκος αναστενάζει και κοιτάζει το ρολόι απογοητευμένος. Οι φλόγες και οι σκιές έμοιαζαν να αλλάζουν την κατεύθυνση του κόσμου γύρω του. Το χέρι του αργά και προσεκτικά τοποθετεί το τελευταίο εξάρτημα, μια κρυστάλλινη φιάλη που λαμπύριζε με μια παράξενη δύναμη.
«Μια στιγμή» ψιθύρισε, «μόνο μία στιγμή…».
Η ένταση στην ατμόσφαιρα γινόταν ολοένα και πιο έντονη. Το ρολόι άρχισε να βγάζει έναν ήχο, μια λάμψη γέμισε τον χώρο και ο Ερρίκος, χωρίς να το καταλάβει, είχε προκαλέσει την καταστροφή του. Η στιγμή που προσπαθούσε να αιχμαλωτίσει – μια στιγμή που ήθελε να επιστρέψει στην αγάπη του, στη γυναίκα του – είχε σβήσει για πάντα, και το τίμημα ήταν φρικτό.
Ο Άρης ένιωσε την καρδιά του να χτυπά ακανόνιστα, την αίσθηση του κόσμου γύρω του να καταρρέει. Τα όρια του πραγματικού και του φανταστικού είχαν σβήσει. Ο Άρης ήξερε, χωρίς να το καταλαβαίνει πλήρως, πως αυτή η στιγμή θα καθόριζε τα πάντα για τον ίδιο. Και για τον Ερρίκο.
Η γριά μίλησε ξανά σιγανά, «Δεν ήταν μόνο έργο του Ερρίκου. Ήταν μια κραυγή. Ήθελε να ξεκλειδώσει μια στιγμή. Μόνο μία. Και το πλήρωσε.»
Η σκηνή απομακρύνθηκε, και ο Άρης βρέθηκε και πάλι στο σκοτεινό κατάστημα της γριάς, με τον παλμό της καρδιάς του να αντηχεί ακόμα στο κεφάλι του. Το ρολόι, τώρα, έμοιαζε ακόμα πιο επικίνδυνο από ποτέ.
Ο Άρης τρομαγμένος ρώτησε «Και εσύ;» τόλμησε. «Τι είσαι;»
Η γριά χαμογέλασε . «Είμαι εκείνη που έρχεται όταν πια δεν υπάρχει επιστροφή. Είμαι το φίδι στον καρπό της μνήμης σου. Είμαι η θεριστής των χαμένων επιλογών.»
Το Ρολόι του Χρόνου δεν μετακινούσε τον χρόνο, όχι όπως το φανταζόταν ο Άρης. Το Ρολόι έδειχνε. Έδειχνε το τίμημα. Ήταν καθρέφτης – όχι του παρελθόντος, αλλά του τι άφηνε πίσω του.
Η γριά τον οδήγησε σε μια σκοτεινή γωνία του καταστήματος, όπου τα ράφια ήταν γεμάτα από βιβλία και χειρόγραφα. Τα χέρια της, άρχισαν να ψάχνουν μέσα στα παλιά κιτάπια. Ο Άρης την παρακολουθούσε σιωπηλά.
«Πρέπει να μάθεις τι ακριβώς υπήρξε ο Ερρίκος πριν τη στιγμή που τον κέρδισε το ρολόι» είπε η γριά, χωρίς να κοιτάξει καν τον Άρη. «Το κουμπί, το σεντούκι… όλα ήταν εργαλεία, αλλά ταυτόχρονα και κλειδιά.»
Η φωνή της είχε αυτήν την παράξενη, απόκοσμη χροιά, σαν να προερχόταν από άλλες εποχές.
Η γριά έβγαλε από το ράφι ένα παλιό βιβλίο με καφέ σελίδες. Το άνοιξε με προσοχή και το έδειξε στον Άρη. «Αυτά τα κείμενα ήταν όσα διάβασε ο Ερρίκος. Αρχαία και απαγορευμένα. Τον οδήγησαν στο ρολόι. Όχι με τρόπο που να καταλαβαίνεις εύκολα, αλλά με έναν τρόπο που ξεπερνούσε τα όρια της κατανόησης.»
Ο Άρης παρατήρησε τις σελίδες που ήταν γεμάτες από περίεργες γραφές, τα σύμβολα που δεν είχαν καμία σχέση με τις γλώσσες που γνώριζε. Ήταν γεμάτα από εξαιρετικά λεπτομερείς διαταγές, και κάτω από τα κείμενα υπήρχαν σχέδια του ρολογιού, αλλά και του κουμπιού, καθώς και άλλες μεθόδους κατασκευής που ήταν σαφώς πέρα από τις τεχνολογίες του καιρού τους.
«Αυτά τα κείμενα του τα έδωσα εγώ» συνέχισε η γριά «Είναι αρχαία μυστικά που η ανθρωπότητα είχε ξεχάσει, κρυμμένα σε ναούς και σπηλιές. Τα γνώριζα εδώ και αιώνες, και ήρθε η στιγμή που ο Ερρίκος μου ζήτησε να τα αποκαλύψω. Τον οδηγούσαν σε κάτι που ποτέ δεν έπρεπε να γίνει. Όμως το έκανε. Και το πλήρωσε.»
Ο Άρης έσκυψε πάνω από το βιβλίο, προσπαθώντας να καταλάβει, να συλλάβει τα σχέδια, τα σύμβολα. Οι εικόνες του ρολογιού μπλέκονταν με τα σχέδια του κουμπιού και του σεντουκιού. Το ρολόι δεν ήταν μόνο ένα αντικείμενο. Ήταν ένα μέσο, μια αναγκαία σύνδεση για να διαπραγματευτεί κάποιος με τον χρόνο.
«Όλα ήταν σκόπιμα. Το κουμπί ήταν για να επιβραδύνει τον χρόνο, να τον αναστείλει και να τον ξαναφέρει πίσω, σε συγκεκριμένες στιγμές» εξήγησε η γριά, καθώς ο Άρης έδειχνε ένα σχέδιο που είχε πάνω του το κουμπί. «Αλλά το κουμπί δεν είχε σκοπό να δημιουργήσει ζωή. Είχε σκοπό να την αναγκάσει να επαναλαμβάνεται. Και το σεντούκι… το σεντούκι ήταν η κλειδαριά.»
Ο Άρης ένιωσε την καρδιά του να χτυπά πιο γρήγορα, καθώς συνειδητοποιούσε τι του έλεγε. Το ρολόι, το κουμπί, το σεντούκι – ήταν σαν τα εργαλεία μιας άγριας αλχημείας που προσπαθούσε να ελέγξει τον χρόνο, να τον στριμώξει και να τον καταναλώσει.
Η γριά συνέχισε, χωρίς να κοιτάξει τον Άρη, κοιτάζοντας τα μακριά της νύχια που έτρεμαν ελαφρά: «Η συμφωνία ήταν απλή. Του έδωσα τα κείμενα. Τον καθοδήγησα. Αλλά το τίμημα ήταν βαρύ. Κανείς δεν μπορεί να παίξει με τον χρόνο και να μείνει αλώβητος. Όταν το κουμπί πιεστεί, ο χρόνος αρχίζει να αλλάζει. Ο ρυθμός της ζωής και του θανάτου αλλάζει. Και τότε… δεν υπάρχει επιστροφή.»
Ο Άρης κοιτούσε τα σχέδια και το μυαλό του επαναλάμβανε τα λόγια της γριάς. Ήταν σαν να καταλάβαινε τελικά τη φρίκη που κρυβόταν πίσω από το ρολόι. Όλα τα μυστικά του χρόνου, όλη η αλαζονεία του Ερρίκου, είχαν οδηγήσει σε ένα σημείο που δεν υπήρχε σωτηρία.
Αλλά ποιος είχε τελικά πληρώσει το ακριβότερο τίμημα;
Το σεντούκι και το κουμπί ήταν μηχανισμοί. Ή μάλλον, τελετουργικά εργαλεία. Η γριά, απλή φύλακας, καθοδηγούσε ψυχές σε κύκλους καταδίκης, όπου οι επιλογές τους επαναλαμβάνονταν –αλλά ποτέ δεν διορθώνονταν. Το κατάλαβε. Δεν ήταν τρέλα. Ήταν τιμωρία.
Η γριά τον κοίταξε με τα μάτια της γεμάτα μια απέραντη θλίψη. Ο Άρης σαν να έμπαινε σε ένα άλλο, σκοτεινό κόσμο, έναν κόσμο όπου όλα τα όρια της πραγματικότητας είχαν παραμορφωθεί και μόνο οι ίσκιοι παρέμεναν αληθινοί.
«Δεν ήθελα να το κάνω, Άρη. Γνώριζα τι ζητούσε… και για ποιο λόγο» είπε η γριά, η φωνή της να τρεμοπαίζει όπως το κερί που λιώνει στην άκρη της φωτιάς. «Η συμφωνία που κάναμε δεν ήταν τίποτα λιγότερο από συμφωνία με το διάβολο. Ήταν ό,τι πιο σκοτεινό μπορούσε να υπάρξει.»
Ο Άρης ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται. «Τι συμφωνία;» ρώτησε. Ένιωθε την απειλή να τον καταβροχθίζει με την ίδια αίσθηση που σου προκαλεί μια παγίδα πριν καν καταλάβεις τι συμβαίνει.
Η γριά σηκώθηκε από την καρέκλα της και, με μια αργή κίνηση, πλησίασε το ξύλινο τραπέζι και έβαλε το χέρι της πάνω σε ένα παλιό βιβλίο που βρισκόταν εκεί «Ο Ερρίκος ήταν αποφασισμένος. Όταν τον συνάντησα, είχε ήδη χάσει το δρόμο του. Είχε γίνει ένα σύνολο από επιθυμίες και αλαζονεία. Ήθελε να χειραγωγήσει τον χρόνο. Ήθελε να ταξιδέψει πίσω στην αρχή, εκεί όπου όλα ξεκίνησαν. Αλλά ήξερα ότι για να το πετύχει, θα έπρεπε να θυσιάσει κάτι – και το τίμημα, ήταν βαρύ.»
Ο Άρης ένιωθε σαν να ήταν παγιδευμένος σε μια αέναη στιγμή, σε ένα ρεύμα από αδιέξοδα μυστήρια. Η γριά συνέχισε με μία βαριά, απαλή φωνή, που σαν να ερχόταν από το βάθος του χρόνου: «Η συμφωνία ήταν απλή, αλλά το αντάλλαγμα βάρβαρο. Μου ζήτησε να του δείξω το δρόμο για το ρολόι. Του έδειξα τα αρχαία κείμενα. Του εξήγησα πώς το κουμπί και το σεντούκι μπορούσαν να δημιουργήσουν την πόρτα προς άλλες χρονικές στιγμές. Του εξήγησα, αλλά εκείνος… είχε μια σκοτεινή ελπίδα στα μάτια του. Πίστευε ότι θα μπορούσε να ελέγξει τα πάντα. Και για αυτό το ρολόι, για αυτήν την ελπίδα, πλήρωσε ακριβά. Αλλά το τίμημα που ζήτησε ο χρόνος δεν ήταν απλώς το αίμα του. Ο ίδιος θα έπρεπε να εγκλωβιστεί στην στιγμή που θα επέλεγε να μεταφερθεί. Ο ίδιος πιστεύοντας ότι μπορούσε να αλλάξει τον χρόνο, συμφώνησε.»
«Αυτή η συμφωνία… ποιο ήταν το τίμημα για σένα;» ρώτησε ο Άρης
Η γριά τον κοίταξε με τα μάτια της θολά. «Όταν ο Ερρίκος δημιούργησε το ρολόι, πίστευε ότι θα μπορούσε να ανατρέψει την πορεία του κόσμου, να επιστρέψει στις στιγμές του, να αλλάξει το παρελθόν. Αλλά το παρελθόν δεν μπορείς να το αλλάξεις. Μπορείς μόνο να το ζήσεις ξανά.»
«Και το τίμημα που πλήρωσα εγώ, ήταν απλώς αυτό: ότι δεν έπρεπε ποτέ να τον αφήσω να προχωρήσει. Αλλά ήμουν τόσο αδύναμη, που του έδωσα το κλειδί. Και τώρα… τώρα αυτό το κλειδί είναι και η καταδίκη μας.»
Ο Άρης ένιωσε την αίσθηση του χρόνου να στροβιλίζεται γύρω του. Δεν υπήρχε επιστροφή, και τα λόγια της γριάς στροβίλιζαν στο μυαλό του. Ο ίδιος ήξερε, ότι αυτός ήταν ο δρόμος που είχε χαράξει για εκείνον. Και η γριά το ήξερε, και τον παρακολουθούσε με τα μάτια της γεμάτα μυστήριο.
«Και τώρα τι θα κάνουμε;» ρώτησε ο Άρης, η φωνή του βραχνή.
Η γριά δεν απάντησε αμέσως. Αλλά όταν το έκανε, ήταν σαν να είχε μεταφερθεί πέρα από τη στιγμή. «Τώρα» είπε με ψυχρή αποφασιστικότητα, «τώρα πρέπει να κάνεις την επιλογή σου. Το ρολόι δεν έχει τέλος. Αλλά εσύ μπορείς να το καταστρέψεις. Όταν τον ξαναδείς» είπε η γριά, «θυμήσου: δεν έχει σημασία τι θα κάνεις. Ο χρόνος έχει ήδη αποφασίσει.»
Ο Άρης έφυγε. Το ρολόι δεν σταμάτησε. Ούτε και ο χρόνος.
Ο Άρης επισκέφθηκε για ακόμη μια φορά τον τελευταίο απόγονο του Ερρίκου. Τον περίμενε, λες και ο χρόνος είχε δώσει ραντεβού.
Χωρίς να μιλήσει, τον οδήγησε στο βάθος. Εκεί, ανάμεσα σε σκονισμένα έπιπλα και αντίκες, βρισκόταν… το ίδιο ρολόι. Αναλλοίωτο. Σαν να μην είχε ποτέ φύγει από τα χέρια της γριάς.
«Δεν είναι κατασκεύασμα», είπε ο γέρος. «Είναι παγίδα. Ο Ερρίκος το έφτιαξε για να νικήσει κάτι που δεν μπορείς να αγγίξεις.»
Ο Άρης ρώτησε: «Ποιος του έδειξε τον δρόμο;»
«Εκείνη», είπε ο γέρος, και η λέξη πάγωσε τον αέρα.
«Δεν το δημιούργησε. Το γέννησε. Του υποσχέθηκε πως θα ξαναζούσε… κάτι. Αλλά ο χρόνος δεν ξαναζεί. Μόνο τιμωρεί.»
Ο Άρης ένιωσε την απειλή. Ο γέρος συνέχισε: «Ήθελε να γυρίσει πίσω. Να σώσει τη γυναίκα του. Αλλά το τίμημα ήταν βαρύτερο απ’ όσο φανταζόταν. Το ρολόι απέτυχε. Ή, μάλλον, πέτυχε… με τον δικό του τρόπο.»
Ο Άρης έμεινε σιωπηλός. Το ρολόι του Ερρίκου δεν ήταν εργαλείο. Ήταν πύλη. Και ίσως, όποιος την περνούσε, δεν γύριζε ποτέ πίσω.
Ο γέρος άνοιξε έναν παλιό χάρτη. Πάνω του, κόκκινα σημάδια. Το ρολόι είχε ενεργοποιηθεί. Σε μέρη. Σε εποχές. Σε ζωές.
«Μην το χρησιμοποιήσεις», ψιθύρισε ο γέρος. «Ο χρόνος δεν συγχωρεί επιθυμίες. Τις πνίγει.»
Η τελευταία λέξη του έμεινε να αιωρείται, ενώ ο Άρης έσκυψε πάνω από τον χάρτη. Οι γραμμές, τα σύμβολα, του μιλούσαν με τρόπο που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Ήταν σαν να έβλεπε για πρώτη φορά τον ιστό του χρόνου: κόμβοι, θυσίες, πληγές.
Σε μία γωνία, ένα όνομα: ΜΑΡΙΝΑ. Ήταν γραμμένο με αίμα;
Ο Άρης κατάλαβε πως το ρολόι δεν ήταν απλώς πύλη. Ήταν παγίδα. Κι αυτός… είχε ήδη βάλει το πόδι του μέσα.
Αλεξάνδρα Καραφώτη
Συνεχίζεται…

One response to “Το σκοτεινό ρολόι του χρόνου – Μέρος 2ο”
[…] Προηγούμενο […]