Η φίλη μας βγήκε στην βεράντα της κουζίνας, κάθισε στην καρέκλα αναπαυτικά και έφερε στα χείλια της ένα ποτήρι μπύρα. Της άρεσε το καλοκαίρι να πίνει μια μπυρίτσα στο τέλος της μέρας, κατάκοπη από τις δουλειές του σπιτιού και τις υποχρεώσεις της μέρας. Ήταν μία αυγουστιάτικη βραδιά, με την ζέστη να μην έχει υποχωρήσει, τα τζιτζίκια συνέχιζαν ακόμη το τραγούδι τους, ενώ στον αέρα ήταν διάχυτη η μυρωδιά από το νυχτολούλουδο που ήταν φυτεμένο στην γωνία του κήπου. Στην ίδια θέση είχε βρεθεί πριν 49 χρόνια ακριβώς, στην ηλικία των 11 μόλις χρόνων. Μόνο που δεν ήταν μόνη στην βεράντα, ούτε έπινε μπύρα. Μία αγκαλιά ήταν ανοιχτή για εκείνη, μέσα στην οποία είχε χαθεί, που δεν ήταν άλλη από εκείνη της γλυκιάς της μητέρας.
Θυμάται την μυρωδιά της, τα χέρια της τα μαυρισμένα από τον ήλιο, τα μακριά της δάχτυλα με τα κόκκινα βαμμένα νύχια. Με το ένα χέρι η μάνα κράταγε το τσιγαράκι της, της άρεσε να καπνίζει ένα πριν πάει για ύπνο όταν ήταν και εκείνη κουρασμένη από τις υποχρεώσεις της μέρας που ήταν αμέτρητες. Δεν τις έφταναν ποτέ οι ώρες, φαγητά, καθαριότητα, πλέξιμο και φυσικά φροντίδα. Έτσι έκαναν οι παλιές γυναίκες, οι περισσότερες έμεναν στα σπίτια τους και είχαν αφιερώσει τον εαυτό τους στην οικογένεια.
Ο Θεός είχε προνοήσει για τους κατοίκους του σπιτιού αυτού, να είναι αμέτρητες και ατελείωτες οι μνήμες για αυτήν την υπέροχη, δοτική, πανέμορφη γυναίκα με τα γκριζοπράσινα μάτια και τα μαύρα σπαστά μαλλιά που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν. Τις γιορτινές ημέρες, το σπίτι μύριζε καθαριότητα και φυσικά οι μυρωδιές των εποχιακών γλυκών από γλυκό πορτοκάλι, μελομακάρονα, κουραμπιέδες, τσακιστές ελιές, μουστοκούλουρα και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς, χάιδευαν τα ρουθούνια μικρών και μεγάλων, ενώ η μητέρα τα αποθήκευε σε ειδικά μεταλλικά κουτιά για να τα προστατέψει από την υγρασία του σπιτιού.
Εκείνο το καλοκαίρι ήταν και το τελευταίο της, όταν η μικρή αναφέρεται σε διάφορα γεγονότα της ζωής της, χρησιμοποιεί τα λόγια πριν τον θάνατο της μαμάς και μετά… όπως λέμε πριν και μετά Χριστών.
Εκείνο το βράδυ η μικρή σαν από ένστικτο την ρώτησε με αφέλεια…
-Μ’ αγαπάς μαμά;
-Μα τι ερώτηση είναι αυτή; Φυσικά και σ’ αγαπάω. Θα έδινα και την ζωή μου για σένα. απάντησε εκείνη, δίνοντάς της ένα φιλάκι στο μάγουλο.
Έτσι κι έγινε, δεν πέρασαν λίγες μέρες και η μητέρα έφυγε από την ζωή ξαφνικά και βίαια. Πόσος πόνος, πόσα δάκρυα ακόμη και σήμερα η μικρή κλαίει, αλλά συνέρχεται γρήγορα, γιατί ξέρει ότι η ψυχή δεν πεθαίνει ποτέ.
Πολλές φορές κλείνει τα μάτια και προσπαθεί έντονα να την θυμηθεί, τα χρόνια που πέρασε μαζί της ήταν πολύ λίγα, όμως ακόμη θυμάται εκείνη την βραδιά, την απέραντη αγάπη της, το χρώμα των ματιών της όταν άλλαζε ανάλογα την διάθεσή της, τα μαλακά της χέρια, την αγκαλιά της την ζεστή.
Εκείνο το βράδυ, η φίλη μας βρήκε ένα τσιγάρο, το άναψε και έκλεισε τα μάτια της προσπαθώντας να φέρει στα μάτια της εκείνη που εξαιτίας της βρίσκεται στην ζωή. Ένα αεράκι χάιδεψε το πρόσωπό της και για δευτερόλεπτα της φάνηκε ότι δεν ήταν μόνη. Φυσικά και δεν ήταν, το μόνο σίγουρο είναι ότι θα ξαναχωθεί στην αγαπημένη της αγκαλιά σε έναν άλλο κόσμο, σε μία άλλη διάσταση πιο ανάλαφρη!
Δήμητρα Καμπόλη
