Θέλω να νιώσω το κορμί σου επάνω μου…

«Γδύσου!». Το ηχόχρωμα προσταγής στη φωνή της, τον τρέλαινε. Την έσφιξε περισσότερο στην αγκαλιά του.

«Μου αρέσει πολύ όταν είσαι τόσο αυταρχική!», της είπε χαϊδεύοντάς την. Εκείνη έγειρε το κορμί της προς το μέρος του και τον φίλησε στα χείλη.

«Καλέ! Άσε τις μαλαγανιές και γδύσου!», πρόσταξε ξανά γελώντας μα εκείνος δεν αντέδρασε. Τον κοίταξε γεμάτη απορία. «Σε παρακαλώ… Μη μου μιλάς έτσι! Να είσαι ευγενική και γλυκιά θέλω!». Τη γράπωσε από τον αυχένα και την φίλησε με πάθος.

«Δηλαδή;», του είπε χαμογελώντας.
«Δηλαδή θέλω να χαλαρώσεις και να αφήσεις τα πράγματα να έρθουν μόνα τους!»

Άφησε ευλαβικά την τιράντα από το φουστάνι της να χαλαρώσει στον ώμο της. Εκείνη γέλασε και με απόλυτο έλεγχο άρχισε να ξεκουμπώνει ένα- ένα τα κουμπιά από το πουκάμισό του. Εκείνος χαλάρωσε αφήνοντας και την άλλη τιράντα να πέσει. Με αστραπιαία ταχύτητα, το φόρεμά της γλίστρησε. Εκείνος λάτρευε τη θέα του κορμιού της.

«Τώρα;», τον ρώτησε σχεδόν ψιθυριστά.
«Τώρα; Μμμμ… Αναρωτιέμαι… Με θες όσο σε θέλω;», τη ρώτησε ανάμεσα στα απαλά φιλιά που άφηνε στο δέρμα της.

«Αμφιβάλλεις;», τον ρώτησε σηκώνοντας το φρύδι της. Εκείνος χαμογελώντας την πήρε αγκαλιά και σηκώθηκε από τον καναπέ. Στο πρώτο βήμα, το ξεκουμπωμένο παντελόνι του έπεσε στο πάτωμα. Στο δεύτερο βήμα, το φουστάνι της γλίστρησε και βρέθηκε στα πόδια του. Εκείνη ήταν ολόγυμνη και παραδομένη στην αγκαλιά του. Εκείνος, την τοποθέτησε στο κρεβάτι λες και άφηνε από την αγκαλιά του ό,τι πιο πολύτιμο είχε και αμέσως ξεφορτώθηκε το τελευταίο ύφασμα από το κορμί του. Ξάπλωσε δίπλα της. Καμία κίνηση… Καμία αντίδραση…

«Θέλω να νιώσω το κορμί σου επάνω μου…», της είπε και το γέλιο της ήχησε σαν μελωδία στα αυτιά της.
«Γιατί γελάς;»
«Γιατί το ίδιο σκεφτόμουν και εγώ, μα δεν πρόκειται να στο κάνω τόσο εύκολο!»
«Τι εννοείς;», τη ρώτησε, μα εκείνη αναδεύτηκε στο κρεβάτι και τον πλησίασε όπως πλησιάσει ένα αιλουροειδές το θήραμά του. Αργά και μελετημένα. Γνώριζε κάθε σπιθαμή του κορμιού του. Κάθε ελιά. Κάθε σημάδι. Το είχε χαρτογραφήσει απ’ άκρη σ’ άκρη.

Τον αγκάλιασε σφιχτά και τον φίλησε στο λαιμό. Τον είχε ανάγκη. Ήθελε να είναι όλη μέρα μαζί της, μα ήταν αδύνατο. Η δουλειά του της τον στερούσε. Η θάλασσα τον χαιρόταν περισσότερο από την ίδια και ήξερε πως αυτό το βράδυ θα ήταν το τελευταίο τους. Το πρωί, ένα πλοίο θα της τον έπαιρνε μακριά ξανά και ο καιρός θα περνούσε βασανιστικά αργά μέχρι να τον κλείσει ξανά στην αγκαλιά της. Άρχισε να τον φιλάει. Ήθελε να αποτυπώσει στο κορμί και την ψυχή της τα πάντα του πριν φύγει.

«Αν ξεκινήσεις, ξέρεις πως δεν γίνεται να σταματήσεις…», της είπε έχοντας κλειστά τα μάτια για να απολαύσει τη στιγμή.
«Δεν έχω σκοπό να σταματήσω!», του απάντησε.

Κάθε φιλί της, κάθε άγγιγμα και κάθε ανάσα της, τον μάγευε. Ήταν δικιά του μα δεν του έφτανε. Ήθελε να υπάρχει για πάντα μέσα της. Να του ανήκει το κορμί, το μυαλό και η ψυχή της. Λαχταρούσε να τη νιώσει να διαλύεται στην αγκαλιά του. Ήθελε να χάσει τον έλεγχο στα χέρια του, μα στα δικά της χέρια εκείνος ήταν ο αδύναμος. Εκείνος ήταν ο τρωτός. Στα χάδια της γινόταν έρμαιο. Δεν τον ένοιαζε να είναι το απόλυτο αρσενικό. Την άφηνε να κάνει κουμάντο στο κορμί του, ώστε εκείνος να κάνει κουμάντο στο μυαλό και την καρδιά της.

«Δεν θέλω να φύγεις…», του ψιθύρισε. Εκείνος, με μια περίτεχνη φιγούρα, βρέθηκε καθιστός στο κρεβάτι, έχοντάς τη στην αγκαλιά του.
«Ούτε εγώ θέλω να σε αφήσω…», της είπε δίχως να την αφήσει από τα χέρια του.

Τότε, εκείνη τον πλησίασε αργά αργά. Του κόπηκε η αναπνοή μόλις είδε τη σπίθα στα μάτια της. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και τον φίλησε με όλη την αγάπη και τον έρωτα που είχε μέσα της. Εκείνη τη στιγμή, ένιωσαν τις καρδιές και τα σώματά τους να μαγνητίζονται. Εκείνη τη στιγμή, ήθελαν να ανακαλύψουν ο ένας τον άλλον με οποιοδήποτε τρόπο.

«Θέλω να νιώσω το κορμί σου επάνω μου!», της ψιθύρισε στο αυτί και αμέσως χάθηκαν στον δικό τους κόσμο.

Ο πόθος του για εκείνη έφτανε τα ουράνια. Ο ρυθμός του κορμιού της σε συνδυασμό με τη ζεστασιά που εξέπεμπε στο δικό του σώμα, έφερναν πυροτεχνήματα στην καρδιά του. Οι πνιχτές κραυγές ηδονής της στα αυτιά του, τον οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια στον παράδεισο, μα δεν θα το επέτρεπε στον εαυτό του. Όχι πριν τη νιώσει να χάνεται εκείνη πρώτη.

Ήθελε να την κοιτάει στα μάτια. Ήθελε, όταν θα την ένιωθε να λιώνει, να τη βλέπει. Και μόνο στη σκέψη, ο έρωτάς τους γινόταν όλο και πιο ατόφιος. Πλέον, οι κραυγές πάθους ήταν έντονες. Οι ανάσες πιο γρήγορες.

«Δεν θέλω να μου φύγεις!», του ψιθύρισε και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
«Σε λατρεύω…», της ψιθύρισε καθώς τα σώματά τους γίνονταν ένα. Ο ένας είχε αγκαλιά τον άλλον και προσπαθούσαν να ηρεμίσουν τις χορτάτες τους καρδιές. Ένα απαλό φιλί στα χείλη ήρθε να βάλει τον επίλογο αυτής της ερωτική πράξης.

Ξάπλωσαν ξέπνοοι και αγκαλιασμένοι κοιτώντας το ταβάνι.

«’Θέλω να νιώσω το κορμί σου επάνω μου!’», είπε εκείνη. Εκείνος την κοίταξε χαμογελαστός και περίμενε με ανυπομονησία τη συνέχεια. Γύρισε προς το μέρος του και τον κοίταξε με όλη τη λατρεία και τον έρωτα του δικού τους σύμπαντος.

«Θέλω να νιώσω το κορμί σου επάνω μου…», του είπε με βουρκωμένα μάτια ξέροντας πως σε λίγες ώρες η αγκαλιά της θα είναι άδεια ξανά.

Κατερίνα Μοχράνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading