Η Λίζα κοίταξε το ρολόι της. Ήταν ήδη 15:28 και δεν είχε προλάβει ούτε να φάει. Η εταιρεία πληροφορικής στην οποία εργαζόταν είχε μόλις αναλάβει ένα απαιτητικό έργο, κι εκείνη είχε χωθεί ως τον λαιμό σε κώδικες, δοκιμές και email. Η εταιρεία πληροφορικής στην οποία εργαζόταν είχε αναλάβει ένα ιδιαίτερα απαιτητικό έργο – μια κρατική εφαρμογή που έπρεπε να λειτουργεί χωρίς σφάλματα, να τηρεί όλους τους κανονισμούς ασφαλείας και φυσικά… να παραδοθεί «χτες». Όπως πάντα. Η Λίζα είχε βουτήξει με το κεφάλι σε αυτό το χάος. Ήταν εξαιρετική στη δουλειά της, μα αυτό είχε και τίμημα: το να την φορτώνουν με τις πιο δύσκολες δουλειές, να της εμπιστεύονται τις πιο περίπλοκες δοκιμές, να της αναθέτουν τα συστήματα που «δεν μπορούσαν να σπάσουν», αλλά πάντα έσπαγαν.
Το στομάχι της διαμαρτυρήθηκε για τρίτη φορά μέσα σε ένα τέταρτο. Σηκώθηκε από τη θέση της, μάζεψε μερικά κέρματα από το γραφείο και κατευθύνθηκε στο τέλος του διαδρόμου.
Περνώντας από τα γκρίζα, αδιάφορα γραφεία της εταιρείας, έριξε ένα βλέμμα έξω από το παράθυρο. Ο ουρανός είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, κι εκείνο το μουντό φως του χειμωνιάτικου απογεύματος έκανε το κτίριο να μοιάζει πιο κρύο απ’ ό,τι ήταν ήδη.
Εκεί, ανάμεσα στον χώρο αναμονής και την αποθήκη υλικού, βρισκόταν ένας αυτόματος πωλητής. Παλαιός, με ένα ελαφρύ βουητό να συνοδεύει τη λειτουργία του, είχε γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας στο γραφείο.
Η Λίζα έβαλε το πρώτο κέρμα. Ο μηχανισμός γρύλισε. Πάτησε τον αριθμό: Β12. Το μηχάνημα μουρμούρισε μηχανικά και το σακουλάκι έπεσε με έναν υπόκωφο ήχο στη θήκη παραλαβής. Όταν το πήρε, πρόσεξε ότι το πάνω μέρος ήταν λίγο φουσκωμένο, σαν να μην είχε κλείσει σωστά το κενό αέρος.
Με ένα ανασήκωμα των ώμων, το άνοιξε και βούτηξε μέσα τα δάχτυλά της. Το πρώτο πράγμα που έπιασε δεν ήταν πατατάκι. Ήταν ένα μικρό, διπλωμένο χαρτάκι.
Το ξεδίπλωσε διστακτικά. Επάνω του ήταν γραμμένη μια φράση με μαύρο στυλό:
“Βοήθησέ με”.
Η Λίζα πάγωσε. Κοίταξε γύρω της. Γέλασε αμήχανα και έλεγξε ξανά το σημείωμα. Η γραφή ήταν καθαρή, κάπως παιδική, σαν από κάποιον που έγραφε με κόπο. Γύρισε το χαρτί από την άλλη, μήπως υπήρχε κάτι άλλο, ένα λογότυπο ή κάποια ένδειξη ότι ήταν διαφημιστικό. Τίποτα. Το χαρτί έμοιαζε παλιό, με ελαφρά κιτρινισμένες άκρες, σαν να είχε μείνει φυλαγμένο καιρό.
Κοίταξε γύρω της. Ο διάδρομος ήταν άδειος. Μόνο το βουητό από τα φθορίζοντα φώτα ακουγόταν. Χωρίς να το καταλάβει, κράτησε την αναπνοή της.
«Σίγουρα κάποιος κάνει πλάκα», μουρμούρισε και πήρε το δρόμο για το γραφείο της.
Ανέβηκε πάλι στο γραφείο της και άνοιξε τη σακούλα με τα πατατάκια. Ήταν σφραγισμένη σωστά, τα πατατάκια ολόφρεσκα.
Δεν ήθελε πια να φάει, αλλά κάτι την έσπρωξε να κοιτάξει μέσα. Τίποτα. Κοινά πατατάκια, λίγο θρυμματισμένα. Ανασήκωσε τους ώμους. «Πλάκα θα είναι» μουρμούρισε.
Προσπάθησε να ξεχάσει το περιστατικό, αλλά μέχρι το τέλος της ημέρας, το μυαλό της είχε κολλήσει σε εκείνη τη φράση: “Βοήθησέ με”. Την έβρισκε υπερβολική, σχεδόν δραματική. Δεν ήταν αστείο. Δεν έμοιαζε με πείραγμα, ούτε με κάποιο προωθητικό κόλπο. Έμοιαζε… αληθινό. Αποφάσισε να πάει πάλι στο δωμάτιο με τον αυτόματο πωλητή και να κοιτάξει μήπως βρει και κάτι άλλο, μα το άγχος της δουλειάς την έκανε να ξεχάσει και το σημείωμα, αλλά και τα πατατάκια που ίσα είχε αγγίξει.
Η επόμενη μέρα ξεκίνησε όπως όλες. Ή σχεδόν.
Η Λίζα ξύπνησε κουρασμένη, με τον ήχο του ξυπνητηριού να της διαλύει τον ύπνο σαν σφυρί σε γυαλί. Το πρώτο της βλέμμα πήγε στο κινητό. Καμία ειδοποίηση που να τη νοιάζει. Μόνο reminders για δουλειά, ένα άχρηστο newsletter και ένα ειρωνικό “Καλημέρα!” από μια εφαρμογή mindfulness που είχε ξεχάσει να απεγκαταστήσει.
Καθώς ετοιμαζόταν, η σκέψη της γύριζε ξανά και ξανά στο χαρτάκι. “Βοήθησέ με”. Δεν μπορούσε να το βγάλει από το μυαλό της. Ήταν κάτι τόσο απλό και ταυτόχρονα… ανησυχητικό. Είχε σκεφτεί διάφορα σενάρια το βράδυ. Μήπως κάποιος στην εταιρεία έκανε πλάκα; Μήπως ήταν κάποιο κοινωνικό πείραμα; Ή μήπως – και αυτή η σκέψη την τάραζε περισσότερο απ’ όλες – ήταν πραγματικό κάλεσμα για βοήθεια;
Κατά την ίδια ώρα περίπου, η Λίζα βρέθηκε πάλι μπροστά στον αυτόματο πωλητή. Δεν το είχε σκοπό, αλλά κάτι την είχε φέρει εκεί. Ίσως από περιέργεια. Ίσως επειδή το μυαλό της έψαχνε συνέχεια μια εξήγηση.
Αγόρασε μια σοκολάτα αυτή τη φορά. Το περιτύλιγμα φαινόταν φυσιολογικό, αλλά όταν το άνοιξε, μια λωρίδα χαρτιού γλίστρησε έξω, μακριά από το υπόλοιπο γλύκισμα.
“Είμαι παγιδευμένος. Δεν με βλέπουν. Δεν ξέρουν ότι ζω”.
Αυτή τη φορά, η Λίζα έτρεξε πίσω στο γραφείο της, κρατώντας το χαρτάκι σφιχτά. Το έστρωσε πάνω στο γραφείο της και το κοίταξε για λίγα λεπτά. Ήταν το ίδιο είδος χαρτιού, ίδια γραφή. Όχι φωτοτυπημένη, αλλά χειρόγραφη. Τα γράμματα ήταν κοφτά, βιαστικά, με ελαφρύ τρέμουλο.
«Δεν μπορεί να είναι τυχαίο», μουρμούρισε και κοίταξε γύρω της, λες και περίμενε να βρει κάποιον συνεργό.
Εκείνη τη μέρα δεν μπόρεσε να συγκεντρωθεί στη δουλειά. Το κεφάλι της είχε γεμίσει με ερωτήσεις: Ποιος; Πώς; Γιατί σε ένα αυτόματο μηχάνημα; Παγιδευμένος; Πού;
Το βράδυ, έβαλε τα δύο χαρτάκια δίπλα δίπλα και τράβηξε φωτογραφίες. Τα έστειλε στην κολλητή της, την Άννα, που εργαζόταν στο ίδιο κτίριο αλλά σε διαφορετικό τμήμα. Η απάντηση ήρθε άμεσα:
Άννα: Είσαι σίγουρη ότι δεν είναι φάρσα;
Λίζα: Ναι. Δεν είναι το στυλ κανενός εδώ. Κι είναι τρομερά συγκεκριμένα.
Άννα: Εννοείς ότι κάποιος έχει παγιδευτεί… πού; Μέσα στο μηχάνημα;
Λίζα: Ίσως όχι κυριολεκτικά. Αλλά κάτι δεν πάει καλά.
Άννα: Θες να το ψάξουμε αύριο;
Λίζα: Οπωσδήποτε.
Η επόμενη μέρα έφτασε με τον ίδιο βαρύ ουρανό να σκεπάζει την πόλη. Ήταν σαν ο καιρός να είχε σταματήσει. Σταθερό γκρι, σταθερό κρύο, σταθερή ησυχία — και η Λίζα, με το μυαλό ακόμα πιο βαρύ απ’ το χρώμα του ουρανού, ανέβαινε τα σκαλιά της εταιρείας, σφίγγοντας το παλτό της γύρω από τους ώμους.
Στη διαδρομή δεν είχε μιλήσει με κανέναν. Ούτε στο λεωφορείο, ούτε στην είσοδο. Όλοι της φαίνονταν απόμακροι, σαν φιγούρες φτιαγμένες από ομίχλη. Ίσως ήταν εκείνη που είχε απομακρυνθεί. Ίσως η σκέψη της για το τι επρόκειτο να κάνει σήμερα να την είχε τυλίξει τόσο, που όλα τ’ άλλα να ξεθώριαζαν.
15:29 – Η Άννα την περίμενε ήδη στον διάδρομο, μπροστά από τον πωλητή. Είχε τα χέρια σταυρωμένα και εκείνο το βλέμμα που έβαζε όταν ήταν έτοιμη για “σοβαρή αποστολή” – αυτό το ημι-σαρκαστικό ύφος που έλεγε: “Το παίρνω στα σοβαρά, αλλά αν βγει γελοίο, πρώτα θα γελάσω κι ύστερα θα σε πάρω αγκαλιά”.
«Λοιπόν;» είπε, μόλις την είδε να πλησιάζει. «Μου φαίνεται σαν… μηχάνημα. Παλιομοδίτικο μεν, αλλά τίποτα τρομακτικό».
Η Λίζα έβγαλε το σημειωματάκι από την τσέπη της και της το έδωσε.
Η Άννα το πήρε, το κοίταξε προσεκτικά και αμέσως σοβάρεψε. Η έκφρασή της άλλαξε, έγειρε λίγο το κεφάλι της. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα σιωπής.
«Δεν μοιάζει καθόλου με φάρσα» είπε ήσυχα. «Ούτε με κάτι που σχεδίασε κάποιος για αστείο. Είναι… έντονο. Φαίνεται αυθεντικό».
«Το πιστεύεις λοιπόν;» ρώτησε η Λίζα.
Έβαλε το χέρι της στο σημείο απ’ όπου πέφτουν τα προϊόντα και μετά πίεσε ελαφρά τη θήκη.
«Δεν έχεις προσέξει κάτι περίεργο; Κάποιο άνοιγμα, κάποιο μηχανισμό…;».
«Τίποτα. Τουλάχιστον τίποτα που να εξηγεί πώς μπαίνουν τα χαρτάκια μέσα στις συσκευασίες χωρίς να φαίνεται ότι έχουν παραβιαστεί».
«Ας αγοράσουμε κάτι» είπε η Άννα και έβγαλε ένα δίευρο από την τσάντα της. Πάτησε έναν τυχαίο αριθμό — Α07, ένα μπισκότο με σοκολάτα.
Το μηχάνημα έκανε τον γνώριμο θόρυβο. Το προϊόν έπεσε. Το άνοιξαν επί τόπου. Τίποτα μέσα. Ούτε χαρτάκι, ούτε μήνυμα, ούτε παράξενο αντικείμενο. Καθόλου εντυπωσιακό.
Έπειτα αγόρασαν άλλο ένα – αυτή τη φορά ένα κουτί τσάι με γεύση ροδάκινο. Και πάλι τίποτα.
Η Άννα ύψωσε τα φρύδια της.
«Είσαι σίγουρη ότι τα μηνύματα δεν τα φαντάστηκες;».
«Άννα…» ξεφύσησε η Λίζα, φανερά ενοχλημένη. «Έχω τις φωτογραφίες. Και τη χθεσινή, θυμάσαι; Δεν τα φαντάστηκα».
«Ok, ok. Πλάκα κάνω. Αλλά πρόσεξε… Ίσως είναι συγκεκριμένα προϊόντα. Ίσως πρέπει να αγοράσεις πάλι τα ίδια».
Η ιδέα έπεσε σαν σπίθα. Η Λίζα κοίταξε τον πωλητή. Πάτησε Β12 – πατατάκια με ξύδι και αλάτι. Το σακουλάκι έπεσε. Το άνοιξε. Άδεια. Κανένα μήνυμα.
Αγόρασε και άλλη σοκολάτα – την ίδια με την προηγούμενη μέρα. Και αυτή… τίποτα.
Η Άννα συνοφρυώθηκε. «Λες να… τελείωσε; Ότι ήταν μόνο αυτά τα δύο μηνύματα;».
Η Λίζα δεν απάντησε. Κοίταξε τον μηχανισμό. Κάτι την ενοχλούσε. Ήταν εκεί, μπροστά της, αλλά δεν μπορούσε να το εντοπίσει. Έσκυψε πιο κοντά. Παρατήρησε προσεκτικά τη θήκη παραλαβής, τα σπιράλ που γυρνούσαν τα προϊόντα, την εσοχή στην οποία στεκόταν το κουτί.
Και τότε, το είδε.
Στην κάτω δεξιά γωνία της θήκης παραλαβής, σχεδόν κρυμμένο, υπήρχε ένα μικρό γρατζουνισμένο τμήμα. Σαν κάποιος να είχε σκαλίσει επίτηδες το πλαστικό. Έβαλε το δάχτυλό της εκεί. Το σημείο ήταν πιο χαλαρό απ’ ό,τι το υπόλοιπο. Πίεσε και… ένιωσε την επιφάνεια να υποχωρεί ελαφρά.
«Άννα… δες.»
Η Άννα έσκυψε. Έβαλαν και οι δύο δάχτυλα στο σημείο και άσκησαν περισσότερη πίεση. Το πλαστικό έκανε ένα ελαφρύ “κλικ” και ξεκόλλησε. Πίσω του υπήρχε ένα μικροσκοπικό κενό. Μια κοιλότητα που δεν φαινόταν από καμία ορατή γωνία.
Μέσα υπήρχε κάτι. Ένα τρίτο χαρτάκι, πιο μακρόστενο αυτή τη φορά, διπλωμένο στη μέση. Το τράβηξαν προσεκτικά. Το ξεδίπλωσαν.
“Μπορείτε να με βρείτε. Υπάρχει τρόπος. Παρακολουθούν το μηχάνημα.”
Η Λίζα και η Άννα κοιτάχτηκαν. Για πρώτη φορά, και οι δύο το ένιωσαν ταυτόχρονα: δεν ήταν παιχνίδι. Κάποιος ήξερε. Κάποιος έβλεπε.
«Δεν το βάζω πίσω στη θέση του» είπε η Λίζα και έβαλε το τρίτο χαρτάκι στην τσέπη της. Κοίταξε γύρω, για άλλη μια φορά, ενστικτωδώς. Κανείς. Ο διάδρομος άδειος. Αλλά τώρα δεν την ένοιαζε μόνο αν κάποιος τους έβλεπε. Την ένοιαζε ποιος έβλεπε το μηχάνημα.
«Αυτό το “παρακολουθούν το μηχάνημα” δεν είναι για γέλια» είπε η Άννα, που είχε αρχίσει να χάνει το σαρκαστικό της χιούμορ. «Αν κάποιος έχει βάλει κάμερα εδώ μέσα… μπορεί να μας κοιτάζει αυτή τη στιγμή».
«Τι λες να κάνουμε;» ψιθύρισε η Λίζα.
Η Άννα σήκωσε τους ώμους. «Πρέπει να βρούμε ποιος το συντηρεί. Ποιος έχει πρόσβαση. Από πού γεμίζει το μηχάνημα. Κάπου πρέπει να το αναφέρουν».
Η Λίζα έκανε ένα νεύμα. «Ξέρω πού να κοιτάξουμε. Το τμήμα προμηθειών κρατάει αρχείο για όλους τους εξωτερικούς συνεργάτες».
Κατέβηκαν στον δεύτερο όροφο. Ήταν από εκείνους τους χώρους που έμοιαζαν παρατημένοι στη γραφειοκρατία: ντουλάπες με φακέλους, ράφια γεμάτα κίτρινα κουτιά και έντυπα με γραμματοσειρές δεκαετίας ’90.
Η Λίζα μπήκε στο αρχείο χρησιμοποιώντας το πάσο της. Έψαξε στον υπολογιστή με βάση τον αριθμό ταυτοποίησης του μηχανήματος — έναν παλιό κωδικό που υπήρχε ακόμα πάνω στο μεταλλικό του πλαίσιο: ID# V-2387-OCT.
Μετά από μερικά λεπτά, βρήκε κάτι. Ένα συμβόλαιο συντήρησης.
“Technofeed Α.Ε.”
Έδρα: Σχιστό, Πειραιάς.
Τελευταία επίσκεψη καταγραφής: 21 Νοεμβρίου, ώρα 11:45.
Όνομα τεχνικού: Π. Καρλής
Η Λίζα έδειξε την οθόνη στην Άννα. «Αυτός τον συντηρεί. Μπορούμε να του τηλεφωνήσουμε. Ή να τον βρούμε».
Η Άννα δίστασε. «Και τι θα του πούμε; “Καλησπέρα, έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι ένας άνθρωπος έχει φυλακιστεί στο μηχάνημά σας”;».
«Όχι» απάντησε η Λίζα σφιγμένα. «Αλλά μπορούμε να ρωτήσουμε αν έχει τύχει να βρει περίεργα χαρτιά. Να δούμε τι αντιδράσεις έχει».
Αλλά αντί να τηλεφωνήσουν, αποφάσισαν κάτι πιο ριψοκίνδυνο. Ένα μικρό πείραμα.
Το απόγευμα, λίγο πριν σχολάσουν, η Άννα πρότεινε: «Θα μείνουμε λίγο παραπάνω. Θα στήσουμε μια κάμερα να παρακολουθεί το μηχάνημα. Αύριο θα δούμε τι γράφηκε».
Η Λίζα δέχτηκε. Πήρε το παλιό της κινητό, το στήριξε διακριτικά μέσα σε μια γλάστρα κοντά στον τοίχο και έβαλε την κάμερα να καταγράφει με γωνία προς τον πωλητή. Οι περισσότεροι είχαν φύγει. Η κάμερα έγραφε αθόρυβα.
Το επόμενο πρωί, στις 07:45, πριν ακόμα γεμίσει η εταιρεία, οι δύο φίλες βρέθηκαν ξανά στο σημείο. Η Λίζα πήρε το κινητό. Είχε καταγράψει τέσσερις ώρες υλικού.
Πήγαν σε ένα μικρό καφέ απέναντι από την εταιρεία. Έβαλαν το βίντεο να παίξει με γρήγορη ταχύτητα. Τίποτα στις πρώτες δύο ώρες.
Και τότε, στις 20:12, φάνηκε.
Ένα άτομο με γκρι φόρμα εργασίας, κουκούλα και χωρίς εμφανές σήμα, εμφανίστηκε στον διάδρομο. Κρατούσε ένα σακίδιο. Πλησίασε τον αυτόματο πωλητή, ξεκλείδωσε την πόρτα του με μια ταχύτητα που μαρτυρούσε εμπειρία, και άρχισε να βάζει προϊόντα μέσα — ταχύτατα, σχεδόν μηχανικά. Δεν ακούγονταν ήχοι, αλλά η κίνηση ήταν παράξενη. Όχι φυσιολογική.
Η Άννα πάγωσε το βίντεο και μεγέθυνε την εικόνα. Το πρόσωπο του τεχνικού δεν φαινόταν καθαρά. Ήταν σκυμμένος.
«Περίμενε» είπε η Λίζα και έκανε scroll πιο αργά. Ένα σημείο… ένα πλάνο… ο τεχνικός κρατούσε ένα σακουλάκι πατατάκια. Και τότε, χωρίς να κοιτάζει γύρω, έβαλε μέσα του ένα χαρτάκι.
Και άλλο. Και σε άλλο προϊόν. Σοκολάτα. Μπισκότο. Έβαζε χαρτάκια επιλεκτικά.
Η Άννα έπιασε το μέτωπό της. «Τον ξέρει. Τον βοηθάει».
Η Λίζα ψιθύρισε: «Ή… τον κρατάει παγιδευμένο».
Το απόγευμα, πίσω στο γραφείο, η Λίζα πλησίασε ξανά τον αυτόματο. Το χέρι της έτρεμε ελαφρά. Έβαλε ένα κέρμα. Διάλεξε κάτι τυχαίο — όχι από τα προηγούμενα προϊόντα.
Τίποτα.
Δεύτερη δοκιμή. Πατατάκια ξύδι-αλάτι. Το σακουλάκι έπεσε. Το άνοιξε.
Ένα τέταρτο σημείωμα γλίστρησε έξω.
“Θα καταλάβετε ποιος είμαι. Πρέπει να φτάσετε στην έξοδο πίσω από τον τοίχο. Δεν είναι ψεύτικο. Σας παρακαλώ!”.
Η Λίζα κοίταξε την Άννα. Τα μάτια της έλαμπαν, αλλά όχι από φόβο. Από εκείνο το σπάνιο, καθαρό μείγμα αγωνίας και περιέργειας.
«Θα το κάνουμε» είπε.
Και το ίδιο βράδυ, όταν όλοι είχαν φύγει, πήραν έναν φακό, ένα μικρό κατσαβίδι, και πλησίασαν τον τοίχο πίσω από τον αυτόματο πωλητή.
Αλεξάνδρα Καραφώτη
Συνεχίζεται…

One response to “Κάποιος Ξέρει – Μέρος 1ο”
[…] Προηγούμενο […]