Το γραφείο του Dottore δεν ήταν καν γραφείο.
Ήταν ένα υπόγειο – παλιό, πνιγμένο στη μούχλα και τη βία – κάτω από μια “λέσχη” στην καρδιά της Αθήνας. Από έξω: τίποτα το ιδιαίτερο. Φτηνό φωτεινό κουμπί, πόρτα με κακόγουστο γκραφίτι.
Από μέσα: κόλαση που παρίστανε τη ζωή.
Το υπόγειο ήταν προσβάσιμο μόνο με κωδικό και βιομετρικό έλεγχο – που σχεδίασε ο Ψείρας, χρόνια πριν. Μόνο οι “εκλεκτοί” ήξεραν. Και μέσα… κάθονταν δυο γυναίκες σαν έπιπλα.
Βίζιτες. Ξεχασμένες, σχεδόν σπασμένες. Στο βλέμμα τους: λευκή θολούρα από κόκα, στόματα μισάνοιχτα, κορμιά νεκρά αλλά όρθια. Τα μαλλιά τους σπασμένα από τα extensions, οι ψυχές τους πιο σκισμένες απ’ τα δίχτυα που τις μάζεψαν. Σύφιλη, HPV, ηπατίτιδα, γονόρροια – περπατούσαν όλα μαζί πάνω τους, χορεύοντας σιωπηλά μέσα στη σάρκα τους.
Δεν ήταν εκεί για σεξ. Ήταν εκεί για το μήνυμα: “εδώ κάτω, όλα είναι δικά μου. Κι όποιος κάθεται απέναντί μου… βλέπει τι τον περιμένει.”
Ο Dottore καθόταν πίσω από ένα παλιό γραφείο, καλυμμένο με κομμένο πλαστικό σαν τραπεζομάντιλο λαϊκής. Ο υπολογιστής του ξεφυσούσε, κάθε φορά που άνοιγε τα παράθυρα των καμερών ασφαλείας.
Ήταν κοντός, αδύνατος, μελαχρινός – σαν βρώμικη σκιά με κοστούμι. Το δέρμα του τεντωμένο πάνω στα κόκκαλα, τα μάτια του μικρά και νεκρά.
Και πίσω του, στεκόταν η Ornela. Όχι σωματοφύλακας. Όχι γραμματέας. Σκιώδης αρχιτέκτονας όλων των αποφάσεων. Πρώην βίζιτα κι εκείνη. Αλλά δεν της έμοιαζε καμία.
Η Ornela είχε έρθει στην Ελλάδα στα 19. Μιλούσε 4 γλώσσες. Έραβε ρούχα από τα 14. Ήθελε να γίνει σχεδιάστρια μόδας – είχε μάλιστα ένα σκίτσο της που είχε φτάσει σε τελικό διαγωνισμού στη Ρώμη. Κι έπειτα… γνώρισε τον Shpetim.
Έρωτας. Υποσχέσεις. “Θα σε παντρευτώ, θα σου ανοίξω μαγαζί.”
Κι εκείνη τα πίστεψε όλα.
Άφησε πίσω τη ραπτομηχανή. Άφησε και τα όνειρα.
Το πρώτο χαστούκι ήρθε μετά από ένα “δείπνο”. Το πρώτο βράδυ που την έστειλε “να μιλήσει” με δυο φίλους του, κατάλαβε πως δεν υπήρχε επιστροφή.
Την έσπαγε κάθε βράδυ. Τη μοίραζε σαν τσιγάρο. Και όταν την άκουσε να κάνει εμετό μετά από έναν πελάτη, τη χτύπησε πιο δυνατά. Γιατί “τον ντρόπιασε”.
Αλλά η Ornela δεν ήταν ακριβώς θύμα. Σιωπηλά, επί μήνες, κάρφωνε το κάθε του βήμα. Στους μπάτσους, στους “απέναντι”, ακόμα και σε πελάτες του.
Μια μέρα, τον έφαγαν ζωντανό. Ή τουλάχιστον, έτσι λένε.
Ο Dottore τη βρήκε στη λάσπη, και τη σήκωσε – όχι γιατί τη λυπήθηκε. Αλλά γιατί ήξερε ότι η Ornela είχε δόντια. Και μνήμη.
Τώρα, ήταν η σκιά πίσω από τον Στρατηγό.
Ίσως όχι καλύτερη ζωή…
Αλλά τουλάχιστον δεν έκλαιγε όταν την άγγιζαν.
Δεν έβγαζε εμετό.
Είχε πια εξουσία.
Ο Dottore έβλεπε το βίντεο του Shqiponja ξανά και ξανά.
Η φλόγα πάνω στα λεφτά.
Η μάσκα.
Το μήνυμα.
– Θα πληρώσει ακριβά το θέατρο, μουρμούρισε.
Η Ornela στεκόταν δίπλα του. Ήξερε το σχέδιο πριν καν το πει.
– Τον Toni;
– Τον Toni. Είναι εγωιστής, πληγωμένος. Αν νομίσει πως ο Shqiponja τον σημάδεψε, θα του ορμήξει σαν λύκος. Κι όταν πέσουν και οι δύο… θα πατήσουμε στα κουφάρια τους.
– Τι θα του πεις;
– Ό,τι θέλει να ακούσει. Ότι ο Shqiponja τον πρόδωσε. Ότι έκλεψε τα λεφτά. Ότι πόνταρε την οικογένεια. Έχω ήδη τα “στοιχεία”.
Η Ornela δεν απάντησε. Μόνο έγνεψε. Αλλά κάτι στο βλέμμα της θάμπωσε για μια στιγμή. Μια ανάμνηση. Μια γυναίκα. Η Βίκυ. Την είχε γνωρίσει πριν χρόνια. Σ’ ένα καφέ στη Σόλωνος, όπου η Ornela είχε πάει να δώσει ένα σχέδιο για ρούχα. Η Βίκυ καθόταν απέναντί της – παγωμένη, σιωπηλή, συγκεντρωμένη.
Δεν είπε πολλά. Μόνο την κοίταξε. Αυτό το βλέμμα… Που έκοβε σαν ακτίνα λέιζερ όποιον ήταν στο δωμάτιο. Και όλοι… σιωπούσαν. Η Ornela, ακόμα και τώρα, δεν το είχε ξεχάσει.
“Θα τη σπάσει, λέει…” σκέφτηκε.
Αλλά δεν μίλησε.
Η οθόνη άλλαξε εικόνα.
Μια κάμερα υπόγεια. Η Βίκυ καθόταν δεμένη.
Ο Dottore έκλεισε το βίντεο και σηκώθηκε.
– Αύριο το πρωί, στείλ’ του το πακέτο. Με όλα τα “στοιχεία”. Θέλω ο Toni να μυρίσει αίμα. Να ξεκινήσει μόνος του.
– Και η Βίκυ;
(παύση)
Ο Dottore χαμογέλασε.
– Εκείνη… θα γίνει η θεατής. Του τέλους τους.
Η Ornela δεν είπε τίποτα. Αλλά μέσα της, κάτι κινήθηκε. Κάτι παλιό. Κάτι που κοιμόταν. Και δεν ήξερε ακόμα αν ήταν λύπηση… ή το πρώτο σημάδι προδοσίας.
Η Ornela στεκόταν όρθια, ακριβώς πίσω από τον Dottore, με το βλέμμα καρφωμένο στις κάμερες. Ακίνητη. Σιωπηλή. Απόλυτα παρούσα. Αλλά μέσα της… η μνήμη τής έσχιζε το λαρύγγι.
Το γραφείο μύριζε ιδρώτα, ουίσκι και σκόνη από παλιές ζωές — κι αυτό της έφερνε αναγούλα. Όχι από την κάπνα. Αλλά γιατί κάθε φορά που βρισκόταν σ’ αυτό το υπόγειο, ανέβαινε στον λαιμό της εκείνος ο ίδιος εμετός που την έπνιγε τότε. Όταν ο Shpetim την “μοίραζε” στα βρώμικα σπίτια του κέντρου. Όταν καθόταν στα πίσω καθίσματα αμαξιών με ξεχαρβαλωμένα καθίσματα και της λέγανε “είσαι όμορφη μόνο όταν σωπαίνεις”.
Τα ξημερώματα, μετά από κάθε “δουλειά”, έμπαινε στο ντους με χλωρίνη. Κυριολεκτικά. Την άδειαζε πάνω στο κορμί της, με μια λούφα που μάτωνε την επιδερμίδα. Το δέρμα της έβραζε, κοκκίνιζε, και έκανε εγκαύματα — είχε φωτογραφίες ακόμα με κομμάτια ξεφλουδισμένα από τους ώμους της. Αλλά δεν έφτανε ποτέ. Γιατί η βρώμα δεν ήταν στο δέρμα. Ήταν μέσα. Στην ψυχή της. Στη φωνή της. Στο βλέμμα της. Αυτό το άγγιγμα δεν έφευγε ούτε με θάλασσα, ούτε με φωτιά.
Κάτω από το μεταλλικό κρεβάτι στο υπόγειο όπου έμενε — ένα στρώμα βρώμικο, σκισμένο, με σύρματα που έμπαιναν στα πλευρά της — είχε κρύψει τα όνειρά της. Ένα παλιό μπλε φάκελο γεμάτο σχέδια μόδας. Γυναικείες σιλουέτες, έντονα χρώματα, υφάσματα που δεν είχε δει ποτέ από κοντά. Ζωγραφισμένα με στυλό και κραγιόν, σε χαρτί από πίσω μενού ταχυφαγείου. Τα έκρυβε. Όχι γιατί ντρεπόταν… αλλά γιατί δεν άντεχε να τα δει και να πιστέψει ότι μπορεί να υπάρξει “αύριο”.
Μέχρι που μια μέρα… ξύπνησε και είπε “αρκετά”. Ήταν η μέρα που μάζεψε όλα τα στοιχεία για τον Shpetim. Τα τηλέφωνα. Τα βίντεο. Τα delivery girls που έμπαζαν απ’ την Ουκρανία μέσα σε κοντέινερ χωρίς αέρα. Κορίτσια 13, 14 χρονών που δεν ήξεραν ούτε πού βρίσκονται, ούτε αν θα δουν ξανά φως. Πήγε σε έναν ασφαλίτη, τον Γιάννη , που το έπαιζε βαρύμαγκας στα στέκια. Του τα έδωσε όλα. Και του είπε: “Μην το κάνεις για μένα. Κάν’ το για τις άλλες που δεν μιλάνε πια. Και πες μου μόνο όταν τον δέσεις. Όχι πριν.”
Δύο μήνες μετά, ο Shpetim καταδικάστηκε. Ισόβια, χωρίς ελαφρυντικά. Η Ornela δεν πήγε στο δικαστήριο. Δεν ήθελε να τον δει. Δεν ήθελε να τον ακούσει. Το έμαθε όταν την κάλεσαν να επιβεβαιώσει τον θάνατό του. Κρεμάστηκε στο κελί του. Ή έτσι είπαν. Αλλά η ίδια ήξερε. Στις φυλακές, υπάρχει ένας νόμος: Κανείς δεν πειράζει κορίτσι χωρίς να πληρώσει.
Τώρα, καθώς ο Dottore μιλούσε, η Ornela τον άκουγε… αλλά δεν τον ένιωθε. Η σκέψη της είχε πάει αλλού.
Η Βίκυ. Εκείνο το βλέμμα. Η μόνη γυναίκα που είχε δει ποτέ στη ζωή της να μπαίνει σε δωμάτιο και να παγώνει τον αέρα χωρίς να φωνάξει. Δεν χρειαζόταν καν να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Την υπερασπιζόταν η σιωπή της. Και τώρα… ήταν δεμένη. Σε ένα κελί.
Κι εκείνη βοηθούσε τον άντρα που ετοίμαζε να την σπάσει. Ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Σαν να ξαναπήρε τη μυρωδιά της χλωρίνης. Ένα παλιό φίδι γύρισε στο αίμα της. Δεν ήταν ενοχή. Ήταν το σώμα που θυμήθηκε τον πόνο. Και αυτή τη φορά… δεν είχε κάνει τίποτα για να τον αποτρέψει.
Βασιλική Γκόγκα
Συνεχίζεται…

One response to “Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ – LA REYNA – Κεφάλαιο 7 – Ο Πόλεμος ξεκινά με ένα ψέμα”
[…] Προηγούμενο […]