Η αίθουσα αναμονής στον γυναικολόγο, ήταν η πιο γλυκιά αναμονή για τον Νικήτα και την Ελπίδα. Είχε φτάσει η στιγμή του υπέρηχου Α επιπέδου, καθώς έκλεινε την δωδέκατη εβδομάδα και θα μάθαιναν το φύλο του εμβρύου κι αν όλα ήταν καλά. Έβλεπε την αγωνία του άντρα της, αλλά ήταν διαφορετική από την δική της. Εκείνη ήθελε να ακούσει ότι στα σπλάχνα της φυλάει ένα γερό μωρό κι εκείνος ότι είναι αρσενικό.
Χθες, λίγο πριν κοιμηθούν, τον ρώτησε τι ήθελε να ακούσει από τον γιατρό κι εκείνος χωρίς κανένα δισταγμό, χωρίς να πει το κλασικό, “γερό παιδί να ‘ναι κι ας είναι ό,τι θέλει”, δυνατά κι αποφασιστικά, απάντησε, “αγόρι φυσικά, να τον κάνω ολυμπιακό και να βλέπουμε μαζί την ομαδάρα”. Και τότε, σηκώθηκε από το κρεβάτι, άνοιξε την ντουλάπα και ξέθαψε μια κρυμμένη σακούλα. Με ύφος μικρού παιδιού, που μόλις είχε κάνει σκανδαλιά, την έδωσε στην Ελπίδα.
– Τι είναι αγάπη μου;
– Άνοιξέ την.
Η εγκυμονούσα, ξέσπασε σε γέλια.
– Αχ, ψυχούλα μου, ο μπαμπάς σου είναι θεότρελος!, χάιδευε την κοιλιά της και μιλούσε στο έμβρυο.
– Είμαι βέβαια! Την πήρα για τον παιχταρά μου!
– Βρε μωρό μου, πάνινη ερυθρόλευκη μπάλα; Κι αν είναι κορίτσι;
– Αγόρι είναι σου λέω! Δεν ξέρω να παίζω εγώ με κορίτσια. Θα παίζουμε μπάλα με τον γιο μου.
Ήρθε η σειρά τους να μπουν στο ιατρείο.
– Καλώς τους ευτυχισμένους μελλοντικούς γονείς!
– Τον βλέπεις ε; Περιμένει πώς και πώς να του πεις ότι θα αποκτήσει γιο.
– Χρήστο, μη μου κάνεις καμιά λαδιά και μου πεις ” κορίτσι”, κανόνισε!
– Ξάπλωσε Ελπίδα μου, να δούμε την αυχενική διαφάνεια και θα πω και στον παλαβιάρη το φύλο. Περιμένουμε και με mail τα αποτελέσματα των ορμονικών τιμών των αιματολογικών σου, οπότε θα έχουμε συνολική εικόνα.
Η εγκυμονούσα έβλεπε χαμογελαστό τον γυναικολόγο της και γαλήνευε το μέσα της.
– Να τος, ο από την κοιλιά, οπαδός του ολυμπιακού!
Ο Νικήτας ξέσπασε σε κραυγές χαράς, όπως όταν η ομάδα του κέρδιζε τα νταμπλ, όπως όταν βρισκόταν στο γήπεδο και ζούσε την ατμόσφαιρα της νίκης. Φιλούσε την γυναίκα του, αγκάλιαζε τον Χρήστο. Ήθελε να αγκαλιάσει κι όλο τον κόσμο, να βγει να φωνάζει, “θα έχω γιο, θα έχω γιο!!!”. Ο Χρήστος συμμεριζόταν την χαρά τους, μέχρι που… το χαμόγελό του χάθηκε, το βλέμμα του έγινε ανήσυχο, οι κινήσεις των χεριών του στο μηχάνημα μπροστά του, έγιναν κοφτές και γρήγορες και το ύφος του έδειχνε τρομαγμένο. Έβλεπε και ξαναέβλεπε το υπερηχογράφημα και τις μετρήσεις. Πώς σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου μπορούν να αλλάξουν όλα!
Η Ελπίδα, έχασε μονομιάς όλο της το αίμα και τον παρακολουθούσε σαν την μαρμαρωμένη πριγκίπισσα. Δεν έβγαινε λέξη από τα χείλη της, μόνο δάκρυα άρχισαν να τρέχουν στα μάγουλά της. Όσο δεν μιλούσε ο γιατρός της, τόσο βεβαιωνόταν ότι κάτι κακό συνέβαινε. Ο Νικήτας από την απόλυτη χαρά, του ποδοσφαιρόφιλου διάδοχου, χλώμιασε, ζάρωσε, έσφιγγε το χέρι της γυναίκας του αμίλητος. Φοβόταν να ρωτήσει, φοβόταν ακόμα και να αναπνεύσει. Τα δάχτυλα του ζευγαριού, μπλεγμένα σε σφιχτή γροθιά, οι καρδιές τους στον ίδιο ανήσυχο ρυθμό, οι ανάσες τους ίσα που τους έδιναν ζωή.
-Χρήστο… ψιθύρισε μόνο το όνομά του η Ελπίδα, νιώθοντας το κεφάλι της έτοιμο να εκραγεί.
– Παιδιά, δεν έχω καλά νέα…, έσπασε την σιωπή του εκείνος. Ήταν και τα τελευταία λόγια που κατανόησε το ζευγάρι, αφού η συνέχεια έφτανε στα αυτιά τους τόσο ακαταλαβίστικη.
Το θολωμένο μυαλό και η ταραχή τους, σε συνδυασμό με την περίεργη ορολογία, δεν τους επέτρεπε να καταλάβουν πολλά. Άκουγαν για “αυξημένη αυχενική διαφάνεια, για απουσία ρινικού οστού του εμβρύου, για ροή αίματος στο φλεβώδη πόρο και ανάστροφο α κύμα και για συνδυαστικά αποτελέσματα αυξημένου κινδύνου για χρωμοσωμικές ανωμαλίες”. Τα δάκρυα έγιναν ποταμός, τα αναφιλητά έγιναν λάβα, ο πόνος έγινε λεπίδα. Η Ελπίδα, σκούπιζε το τζελ από την κοιλιά της, την χάιδευε, θέλοντας να ξορκίσει το κακό και παρακαλούσε να είναι απλά ένας εφιάλτης που θα τελείωνε σαν άνοιγε τα μάτια της. Ο Χρήστος, έψαξε τα mail του και με αυτό που διάβασε, το βλέμμα του ήταν φανερά θλιμμένο.
– Δυστυχώς έχω τα αιματολογικά αποτελέσματα. Η αυξημένη β χοριακή γοναδοτροπίνη και η χαμηλή τιμή της άλφα πρωτεΐνης, σε συνδυασμό με την εικόνα που μόλις σας περιέγραψα, μας δίνουν την εικόνα του συνδρόμου Down.
Η Ελπίδα, δεν θύμιζε σε τίποτα το όνομά της. Έχασε την γη κάτω από τα πόδια της. Όλα όσα, πριν μια μόνο στιγμή, της έδιναν ευτυχία, τώρα ήταν πληγή.
– Σύν… σύνδρομο Down; Είναι σίγουρο; Φταίω εγώ; Μήπως που είμαι ήδη τριανταπέντε χρονών;
– Η ηλικία σου είναι στο όριο. Συνήθως οι πιθανότητες αυξάνουν μετά τα σαράντα. Όλα εκεί με οδηγούν. Φυσικά, σε τέτοιες περιπτώσεις ενδείξεων, υπάρχει η επεμβατική μέθοδος που επιβεβαιώνει.
– Δηλαδή;
– Αμνιοπαρακέντηση. Οφείλω βέβαια να σου πω και για τον μικρό κίνδυνο αποβολής εώς και 1%, που όμως υπάρχει.
Ο Χρήστος χάρισε στο ζευγάρι λίγο χρόνο σιωπής κατανοώντας το χάος που μόλις τους βύθισε με όσα τους είπε κι εκείνοι μόνο με την οπτική επαφή που έσταζε αγωνία, φόβο, απελπισία μα και λατρεία του ενός για τον άλλο, είπαν τα πάντα. Όταν ο διάλογος των ματιών τελείωσε, ο Νικήτας χάιδεψε το μάγουλο της γυναίκας του και απευθύνθηκε στον Χρήστο.
– Κι αν… Κι αν όντως είναι με σύνδρομο Down, τι θα κάνουμε;
– Με ρωτάς αν πρέπει να γίνει έκτρωση; Αυτό το ξέρετε εσείς. Εσείς πρέπει να αποφασίσετε αν θέλετε να φέρετε στον κόσμο ένα παιδί με σύνδρομο Down.
– Χρήστο, δεν είμαι σε θέση να πάρω καμιά απόφαση…, σχεδόν ψιθυριστά απάντησε η Ελπίδα.
– Το καταλαβαίνω. Παιδιά, είμαι εδώ για ό,τι αποφασίσετε.
Οι τύψεις δεν την άφηναν να ησυχάσει. Ένιωθε πως έκανε κάτι λάθος, πως εκείνη έφταιγε. Οι τύψεις δεν τον άφηναν να ησυχάσει. Ένιωθε πως η λαχτάρα του να είναι αγόρι ήταν πιο ισχυρή από το να είναι γερό παιδί και τώρα… Χάθηκαν στις σκέψεις τους, απέφευγαν να ανταμώσουν τα βλέμματά τους, νιώθοντας ο καθένας ξεχωριστά, υπεύθυνος και υπαίτιος. Πέρασαν κάποιες στιγμές σιωπής και περισυλλογής.
– Νικήτα, συγνώμη!, έβγαλε πρώτη από μέσα της το βάρος, η Ελπίδα.
– Συγνώμη γιατί αγάπη μου;
– Που δεν μπόρεσα να προστατέψω το μωρό μας, που το σώμα μου δεν το οχύρωσε σωστά και δεν είναι υγιές.
– Τι λες ματάκια μου; Αν κάποιος πρέπει να ζητήσει συγνώμη, αυτός είμαι εγώ, που παρασύρθηκα από την εμμονή μου να γεννήσεις αγόρι και την υγεία του την θεωρούσα δεδομένη.
– Νικήτα μου, τι θα κάνουμε; Γιατί να μας συμβεί αυτό; Γιατί η χαρά μας έπρεπε να γκρεμιστεί; Γιατί να μην έχω στα σπλάχνα μου ένα γερό μωρό; Γιατί να πρέπει να μπούμε σε τέτοιο δίλημμα έκτρωσης ή όχι; έτρεχαν οι λέξεις από τα χείλη της, σα να ήθελε να απολογηθεί.
– Σσσσσσσσσ, ησύχασε μωρό μου. Άσε τα γιατί. Όλα μπορούν να συμβούν στον καθένα. Θα σου πω πώς νιώθω εγώ, θέλω να με ακούσεις και να ξέρεις πως η τελική απόφαση είναι δική σου. Εσύ το κουβαλάς μέσα σου, το σώμα σου, σου ανήκει και το ορίζεις εσύ όπως επιθυμείς. Ξεπερνώντας το πρώτο σοκ και τις ενοχές μου ότι φταίω εγώ για το χαστούκι που έφαγα, αφού με ένοιαζε πιο πολύ να είναι αγόρι, έχοντας στο μυαλό μου ότι σιγουρα είναι γερό, κατέληξα στο ότι, τι κι αν έχει σύνδρομο Down! Δεν θα είναι εύκολο, καθόλου μάλιστα! Μα, το θέλω στη ζωή μας αυτό το μωρό. Είναι το μωρό μας είτε με, είτε χωρίς σύνδρομο. Δεν θέλω να το θανατώσουμε. Δεν θέλω να με ακολουθεί αυτό το βάρος όλη μου τη ζωή! Όλα, για κάποιο λόγο γίνονται! Ε, για κάποιο λόγο το αγόρι μας θα γεννηθεί έτσι! Θα σεβαστώ όμως κάθε απόφασή σου!
Η Ελπίδα, από τις πρώτες λέξεις του άντρα της, ένιωσε όπως στο ιατρείο, λίγη ώρα πριν, όταν με το που άκουσαν τα δυσάρεστα νέα, πήραν λίγο χρόνο, κοιτάχτηκαν στα μάτια και η αγάπη του άντρα της την τύλιξε, της μετρίασε την ανατριχίλα, την παγωμάρα που είχε τρυπώσει μέσα της με όσα είχε ακούσει. Έτσι και τώρα, η αγάπη του σαν ζυγαριά, έφερε την ισορροπία μέσα της, ταυτίστηκε με όσα άκουσε και ένιωσε ευλογημένη. Έπιασε με τις παλάμες της το πρόσωπό του και ακούμπησε τα χείλη της στα δικά του.
– Κάτι καλό έχω κάνει στη ζωή μου για να αξίζω εσένα πλάι μου…, του είπε και στη ματιά της συγκέντρωσε όλη της την αγάπη.
– Δηλαδή συμφωνείς;
– Ξέρεις ότι είμαι κατά των εκτρώσεων. Τα συζητάμε όσα χρόνια είμαστε μαζί. Αλλά, εδώ μιλάμε για ένα παιδί με σύνδρομο Down. Θέλω να είμαστε σίγουροι και οι δύο για την απόφασή μας.
– Δεν θα επέλεγα ποτέ να βάλω το σώμα σου και την ψυχή σου σε τέτοια διαδικασία αγάπη μου. Είναι καθαρά δική σου επιλογή. Όμως, πέρα από αυτό, ειλικρινά είναι ό,τι νιώθω. Είμαι σίγουρος πως το θέλω αυτό το μωρό.
– Φοβάμαι Νικήτα, δεν το κρύβω! Μακάρι να ήταν αλλιώς, να μη μας είχε συμβεί. Ξέρω πόσο πολύ ήθελες έναν γιο και ότι σε πληγώνει αυτή η κατάσταση, μα τα λόγια σου βάλσαμο στη ψυχή μου!
– Κι εγώ φοβάμαι, μήπως δεν μπορέσω να ανταπεξέλθω, μήπως δεν καταφέρω να γίνω καλός μπαμπάς για εκείνον.
– Μαζί θα τα καταφέρουμε όλα αγάπη μου, του απάντησε, έπιασε τα χέρια του και οι δύο τους έγιναν ένα κουβάρι αγάπης πάνω στην κοιλιά της.
Από κοινού, αποφάσισαν να μη γίνει ούτε η αμνιοπαρακέντηση. Δεν υπήρχε λόγος, αφού ήταν αποφασισμένοι να γεννηθεί αυτό το μωρό. Σε όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, το ζευγάρι θαρρείς είχε ξεχάσει ότι το μωρό μέσα στο σώμα της Ελπίδας κουβαλούσε μια αναπηρία. Το είχαν αποδεχτεί, συμφιλιώθηκαν με την ιδέα, προετοίμαζαν τους εαυτούς τους για τις δυσκολίες στο μεγάλωμά του, αλλά και για τις δυσκολίες με τον περίγυρο. Τα επικριτικά σχόλια και βλέμματα, την τοξικότητα, την λύπηση, την περιθωριοποίηση.
Ο καιρός κύλησε και η Ελπίδα έφερε στον κόσμο ένα ξανθό αγοράκι με μικρό κεφαλάκι, μικρά αυτιά, ματάκια με κλίση προς τα πάνω. Είχαν ενημερωθεί για τις ευαισθησίες και τους κινδύνους που διατρέχει το παιδί τους, ως παιδί με τρισωμία 21, σε καρδιά, όραση, αναπνευστικές λοιμώξεις, ακόμα και σοβαρές ασθένειες στο αίμα. Ήταν προετοιμασμένοι για όλα και ήξεραν ότι οι συχνοί έλεγχοι, θα ήταν σημείο αναφοράς της ζωής τους. Οι δυσκολίες, δεν σταμάτησαν εκεί. Στους μόλις έξι μήνες ζωής του μωρού τους, ο φόβος θρόνιασε στις καρδιές τους. Διαγνώστηκε μια μεγάλη αύξηση των λευκών αιμοσφαιρίων που προσομοίαζε με σοβαρή ασθένεια στο αίμα. Χωρίς θεραπεία, με συνεχή έλεγχο, αυτή η αντίδραση, υποχώρησε μετά από πενήντα μέρες. Δύο μήνες σχεδόν με αγωνία, ξενύχτια πάνω από την κούνια του, χάδια, δάκρυα, προσευχές. Ο μικρός μαχητής τους, δεν σταμάτησε ποτέ να τους χαμογελάει και να γίνεται η ηλιαχτίδα στις μαύρες σκέψεις τους.
Ο Σωκράτης τους, πρώτα κλώτσησε μπάλα και μετά περπάτησε, αφού άργησε πολύ να κάνει σταθερά βήματα. Στεκόταν ίσα ίσα όρθιος και κλωτσούσε με ενθουσιασμό το αγαπημένο του πάνινο παιχνίδι, εκείνη την ερυθρόλευκη μπάλα, που δεν αποχωριζόταν ποτέ, σα να κατάλαβε, σα να ένιωσε με πόση λαχτάρα την είχε αγοράσει ο μπαμπάς του κι έγινε το αντικείμενο συντροφιάς και ασφάλειάς του. Πώς κάποια παιδιά δεν κοιμούνται αν δεν αισθάνονται ένα συγκεκριμένο πανί ή κουβερτούλα; Ε, εκείνος είχε ανάγκη την μπαλίτσα του για να τον πάρει ο ύπνος. Καθώς μεγάλωνε, είχε κοντό λαιμό, κοντά χέρια, το στόμα συνέχεια ανοιχτό, με την γλώσσα να ξεπροβάλλει, αρκετά δόντια σε έλλειψη και όσα υπήρχαν ήταν μικρά. Είχε την χαρακτηριστική φιγούρα των παιδιών με σύνδρομο Down, που στα μάτια κάποιων σήμαινε ασχήμια, κατωτερότητα. Η Ελπίδα και ο Νικήτας στο πρόσωπό του έβλεπαν όλα τα αστέρια του ουρανού, όλα τα λουλούδια της γης, όλο το φως του κόσμου. Με περίσσεια αγάπη, με ατελείωτη υπομονή από πλευράς τους, ο Σωκράτης, πάντα με κάποια χρονική καθυστέρηση βέβαια, περπάτησε, μίλησε, έμαθε να διαβάζει, να γράφει, να είναι ένα λειτουργικό παιδί σχεδόν σε απόλυτο βαθμό.
Ήταν ένας μπαξές συναισθημάτων, καλοσύνης, προσαρμοστικότητας, χαράς, ευγένειας, ανεμελιάς, αγάπης. Όσο δεν τον βοηθούσε το μυαλό και αφομοίωνε γνώση πολύ πιο αργά από τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του, τόσο η ψυχή του τον προίκιζε με φως και γινόταν φάρος στα σκοτάδια των ανθρώπων γύρω του. Είχε πάντα μια ανοιχτή αγκαλιά για όλους, ένα λαμπερό χαμόγελο, μια παιχνιδιάρικη διάθεση, μια αγνότητα και και μια απέραντη γλυκύτητα που σκορπούσε παντού.
Ο Νικήτας, όταν ο γιος του, κλώτσησε για πρώτη φορά την αγαπημένη του μπαλίτσα, το ανέβασε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποκτώντας μεγάλη απήχηση. Λίγο καιρό μετά, σε λίγο μεγαλύτερη ηλικία, ανέβασε ένα βιντεάκι, στις κερκίδες του Καραϊσκάκη, που τον είχε πάνω στον ώμο του και ο μικρός πανηγύριζε κουνώντας το κασκόλ της ομάδας και τραγουδούσαν μπαμπάς και γιος τον ύμνο του Ολυμπιακού, προκαλώντας Σωκρατολατρεία. Τα σχόλια για τον μικρό φίλαθλο του ολυμπιακού, που λάτρευε το ποδόσφαιρο, ήταν γεμάτα ενθουσιασμό και αγάπη που τον έκαναν τόσο χαρούμενο! Δεν ένιωθε διαφορετικός, δεν ένιωθε ότι υστερεί πουθενά. Οι γονείς του και φυσικά ο ίδιος, αυτό, το έχτισαν με γερά θεμέλια μέσα του.
Η ζωή όμως, μπορεί να είναι πολλά, εύκολη όμως δεν είναι σίγουρα! Τα δύσκολα είναι για τους δυνατούς λένε κι ο Σωκράτης ήταν ένας μαχητής από κούνια. Στα εφτά του χρόνια, κλήθηκε να παλέψει για μια ακόμα φορά. Άρχισε να έχει συμπτώματα γρίπης, πυρετό, ρίγη, εφίδρωση, συχνές λοιμώξεις. Σταδιακά άρχισε η κόπωση, οι πονοκέφαλοι, ζαλάδες, δυσφορία στην κοιλιά, εύκολες μελανιές στο δέρμα, χλωμάδα, δύσπνοια. Πολλά ήταν συχνά συμπτώματα για κείνον και τους γονείς του, που φυσικά, δεν άφηναν τίποτα στην τύχη του. Τα έψαχναν όλα, αλλά αυτή τη φορά, οι εργαστηριακές εξετάσεις, ο αξονικός και μαγνητικός τομογράφος έφεραν στην επιφάνεια τον εφιάλτη που έθαβαν στο πίσω μέρος του μυαλό τους. Ως παιδί με σύνδρομο Down και νεογνό που παρουσίασε αυξητική αντίδραση λευκών αιμοσφαιρίων, ο κίνδυνος να προσβληθεί από οξεία μυελοβλαστική ασθένεια στο αίμα, ήταν κάτι που απεύχονταν όλοι, μα τελικά δεν απέφυγαν. Μια ιδιαίτερα επιθετική μορφή, με ταχεία εξάπλωση, δεν τους άφηνε καθόλου χρόνο για χάσιμο. Η αντιμετώπιση της αρρώστιας και λόγω του συνδρόμου, ήταν εξαιρετικά δύσκολη και υπήρχε άμεση ανάγκη να μεταβεί στη Γερμανία σε ειδικό παιδογκολογικό. Ο Νικήτας και η Ελπίδα, μαθημένοι να παλεύουν με θαυμαστή αξιοπρέπεια με δυσβάσταχτα έξοδα, δεν θα το έβαζαν κάτω ούτε αυτή τη φορά, που είχαν μπροστά τους μεγάλο αγώνα, ψυχικό και οικονομικό.
Η θεία του μικρού αγωνιστή, βλέποντας την αδερφή της να δίνουν μάχη για την ζωή του παιδιού της και τα έξοδα να πνίγουν κυριολεκτικά την οικογένεια, χωρίς την άδεια κανενός, ταξίδεψε στις οθόνες του κόσμου την περιπέτεια του αγοριού που στο παρελθόν είχαν αγαπήσει. Ο μουντός και αφιλόξενος θάλαμος ενός νοσοκομείου, μακριά από την οικογένεια, τους φίλους, την πατρίδα, ανάμεσα σε βελόνες, σωληνάκια και ορούς, εύκολα θα μπορούσαν να καταβάλουν την ψυχολογία ενός επτάχρονου αγοριού. Όχι όμως του Σωκράτη. Έδινε καθημερινό αγώνα με βιοψίες μυελού των οστών για την ακριβή αξιολόγηση, με μαγνητικές και αξονικές να συνεχίζονται, με κυτταρικές θεραπείες, ακτινοθεραπείες κι όμως δεν γκρίνιαξε ούτε στιγμή. Συνέχιζε η αγκαλιά του να είναι το καταφύγιο όλων, δίνοντας κουράγιο και δύναμη σε όλους. Οι νοσηλευτές κι ας μη μιλούσαν την ίδια γλώσσα, τον λάτρευαν. Ένα τόσο ζωντανό πλάσμα, με το χαμόγελο να ανθίζει στο πρόσωπό του, τα μάτια του να λάμπουν από χαρά, μετέφερε το μήνυμα ότι η ζωή, είναι τόσο όμορφη και μέσα από τις δυσκολίες της, αρκεί να επιλέξεις να την ζήσεις, να την ξεζουμίσεις, να αδράξεις κάθε δευτερόλεπτο και τότε, ναι, θα σε αποζημιώσει. Ο κόσμος αναζητούσε βιντεάκια, να μαθαίνει την εξέλιξη της υγείας του μικρού με το αγγελικό μουτράκι και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Έγινε ο γιος όλων, ο εγγονός όλων, ο φίλος όλων. Κατάφερε να μετατρέψει τον πόνο και την θλίψη σε παιδική χαρά. Όλη η Ελλάδα μιλούσε για τον μικρό ήρωα, τον μικρό γίγαντα, που πάλευε με τον δικό του δράκο μα δεν τον φοβόταν, του έβγαζε παιχνιδιάρικα τη γλώσσα και τον κορόιδευε. Τραγουδούσε τον ύμνο του ολυμπιακού από τόσα χιλιόμετρα μακριά και υποσχόταν να μη χάσει άλλο αγώνα, όταν έβγαινε από κει μέσα. Η αγάπη κι ο θαυμασμός όλων ξεπερνούσε σύνορα, οθόνες, θαλάμους και έφτανε στο αγαπημένο Ελληνόπουλο και στους γονείς του. Πολλοί, χωρίς να το ζητήσει κανείς από το περιβάλλον του παιδιού, άρχισαν και έρανο, κατανοώντας τις οικονομικές δυσκολίες. Όταν η στεναχώρια μοιράζεται, διαιρείται, είναι το μόνο σίγουρο. Από παντού, εντός και εκτός Ελλάδας, έφτανε βοήθεια ψυχική και οικονομική για τον μικρό που άγγιξε τις καρδιές όλων. Το βάρος όταν το σηκώνουν πολλοί ώμοι, παύει να γίνεται θηλιά. Όταν όλοι γίνονται μια γροθιά μαζί, το λίγο, το κάνουν πολύ και οι γονείς του Σωκράτη ήταν τόσο ευγνώμονες. Τελικά η αγάπη και η καλοσύνη μπορούν να αλλάξουν τα πάντα!
Τρεις μήνες μετρούσαν ήδη στη Γερμανία κι ένα πρωί, που ο Σωκράτης καθισμένος στο κρεβάτι, έπαιζε με την αγαπημένη του ερυθρόλευκη μπαλίτσα που εφτά χρόνια τώρα δεν άφηνε κανέναν να την πετάξει, να πάρει καινούργια, άνοιξε η πόρτα του θαλάμου και…. Μόνο νοσοκομείο δεν θύμιζε ο χώρος, η ενέργεια και η αίσθηση εκεί μέσα. Φωνές ενθουσιασμού, παλαμάκια, δάκρυα χαράς πλημμύρισαν το θάλαμο. Μπροστά του εμφανίστηκε ο γνωστός τερματοφύλακας του ολυμπιακού, κρατώντας φανέλα με το όνομά του, υπογεγραμμένη, την αυθεντική μπάλα, που είχε αποκρούσει ο ίδιος πολλές φορές, στο τελευταίο περσινό παιχνίδι πρωταθλήματος, που είχαν στεφθεί νικητές, μπουρνούζι μπάνιου, ποτήρι, κουβέρτα, φόρμες, μπουφάν, πυτζάμες, όλα της λατρεμένης του ομάδας. Τόσο καιρό πάλευε να κόψει το κεφάλι του δράκου που τον απειλούσε και δεν είχε δακρύσει, δεν είχε λυγίσει. Εκείνη όμως την στιγμή, που ήταν στην αγκαλιά του ινδάλματός του, που του χάιδευε τα μαλλιά και του μιλούσε, έχοντας πάνω στο κρεβάτι και όσα του έφερε, δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Δάκρυα χαράς, ευτυχίας, ευγνωμοσύνης.
Δεν είχε πάει συνοδεία καμίας κάμερας, δεν ήθελε να φανεί καλός στα μάτια του κόσμου, δεν τον ένοιαζε να αποσπάσει θετικά σχόλια. Ήθελε μόνο να δώσει χαρά στον μικρό θαυμαστή της ομάδας του και να γεμίσει η δική του ψυχή από το χαμόγελο του μαχητή που η ιστορία του, στάθηκε η αφορμή, να ενωθεί όλη η Ελλάδα.
– Έμαθα ότι είσαι εκπληκτικός γκολτζής!, του είπε, καθώς τον κρατούσε αγκαλιά.
– Είμαι! είπε ο Σωκράτης με αυτοπεποίθηση και τον έσφιξε ακόμα πιο δυνατά.
Έκαναν δύο τρεις πασούλες με την μπάλα, του έδειχνε ένα ένα τα δώρα που του έφερε και μιλούσαν σα να ήταν χρόνια φίλοι. Όταν μία ώρα μετά έφυγε, είπε στον Νικήτα ότι θα αναλάβει όλα τα έξοδα της περίθαλψης, αρκεί να μην βγει στα κανάλια, να μη το μάθει κανείς. Η αγάπη δεν διαφημίζεται, δεν ζητάει χειροκρότημα, φώτα, προβολείς και επαίνους. Η αγάπη είναι απλή, χωρίς φανφάρες και τυμπανοκρουσίες.
Ο Σωκράτης έδωσε τιτάνια μάχη, κόντρα στο λιλιπούτειο μέγεθος του και νίκησε. Άφησε πίσω του το νοσοκομείο, την πολύμηνη νοσηλεία και επέστρεψε στο σπίτι του, ακόμα πιο δυνατός. Είχε δίπλα του δύο υπέροχους γονείς, ακλόνητους βράχους, που σε αυτούς χρωστούσε την ύπαρξή του. Είχε δίπλα του συγγενείς, που ήταν τόσο περήφανοι για κείνον. Είχε δίπλα του μια ολόκληρη χώρα, πομπό θετικής ενέργειας και βοήθειας στα δύσκολα. Τέλος, είχε δίπλα του, ένα πρότυπο αθλητή και ανθρώπου που έβαλε πλάτη, που του χάρισε την ελπίδα για ζωή, που του έδωσε ένα μάθημα ζωής και μια ανάμνηση φυλαχτό.
Του πήρε αρκετό χρόνο, έχασε στιγμές παιχνιδιού, παρέας, φίλων, γέλιου, ανεμελιάς, παιδικότητας, μα είχε όλο το καιρό μπροστά του να τα αναπληρώσει. Σημασία είχε που εκτιμούσε τις στιγμές, που αποχρωμάτιζε το μαύρο σε οτιδήποτε φωτεινό, που αποστράγγιζε τον πόνο κι έμενε το χαμόγελο, που ρουφούσε κάθε σταγόνα θετικής αύρας σαν δέκτης και το ανταπέδιδε σαν πομπός ωκεανού αγάπης. Αυτό που μένει πάντα στον απόηχο, είναι το αλισβερίσι καλοσύνης και αγάπης, το δούναι και λαβείν. Σήμερα παραλήπτης, αύριο αποστολέας και φτου και από την αρχή, για μια ολόκληρη ζωή. Γιατί μόνο έτσι έχει αξία η ζωή!
Χρυσούλα Καμτσίκη
