-Ακόμη έτσι είσαι; Να με τρελάνεις θέλεις άνθρωπέ μου; στρίγγλισε η Πίτσα κοιτώντας τον άντρα της να περνάει από μπροστά της με αργά βήματα πηγαίνοντας προς την κουζίνα
-Εσύ είσαι έτοιμη δηλαδή; της απάντησε με απάθεια, δείχνοντας με το βλέμμα του τα ρολά που είχε εκείνη στο κεφάλι της
-Δυο λεπτά θα κάνω να τα βγάλω! Εγώ έτοιμη είμαι, εσύ είσαι ακόμη με τις πιτζάμες! του στρίγγλισε
-Έχουμε χρόνο… της απάντησε νωχελικά και μπήκε στην κουζίνα
Η Πίτσα όμως δεν ήταν απ’ τις γυναίκες που το έβαζαν κάτω τόσο εύκολα και τον πήρε με γρήγορα βήματα στο κατόπι. Μπαίνοντας στην κουζίνα, τον είδε να είναι ακουμπισμένος στον πάγκο και να τρώει ένα μήλο. Έβαλε τα χέρια στη μέση και κούνησε το κεφάλι της αποδοκιμαστικά.
-Μόνο ένα μηλαράκι θα φας πασά μου; Μην θες να σου φτιάξω κανένα κοκκινιστό να περιδρομιάσεις;
Ο Νίκος την κοίταξε μη ξέροντας αν έπρεπε να κλάψει ή να γελάσει. Απ’ τη μια η ανεκδιήγητη και συνεχής γκρίνια της του την έδινε στα νεύρα, απ’ την άλλη όπως την έβλεπε με τα πολύχρωμα ρολά στο κεφάλι, το καλό της φόρεμα και τις παντόφλες με τα αρκουδάκια, του ερχόταν να σκάσει στα γέλια. Αλλά πού να τολμήσει, ποιος την άκουγε μετά!
-Τρώω το μήλο και…
-Άσε τα ‘και’!, τον διέκοψε απότομα εκείνη, αρπάζοντάς του το μήλο απ’ το στόμα. Σύρε να ντυθείς, γιατί αν αργήσουμε θα σε κρεμάσω ανάποδα απ’ τη συκιά που έχουμε στην αυλή κακομοίρη μου!
Εκείνος την κοίταξε αποκαρδιωμένος, σήκωσε το βλέμμα στο ταβάνι σαν να ζητούσε δύναμη απ’ το μεγαλοδύναμο για να την αντέξει και ξεκίνησε με αργά βήματα να περπατάει προς την κρεβατοκάμαρα. “Κουνήσου!” άκουσε την τσιριχτή φωνή της από πίσω του κι αυτόματα επιτάχυνε το βήμα του.
Τρία λεπτά αργότερα, ο Νίκος έβγαινε απ’ την κρεβατοκάμαρα σφίγγοντας τη γραβάτα του. Έτοιμος, με το γκρι κοστούμι του, τα καλογυαλισμένα παπούτσια του, και το μαλλί και το μουστάκι του χτενισμένα στην πένα. Την έψαξε με το βλέμμα του ένα γύρο κι ακούγοντας θόρυβο απ’ το μπάνιο, προχώρησε προς τα εκεί. Βρήκε την Πίτσα μπροστά στον καθρέφτη να αφαιρεί προσεχτικά ένα ένα τα ρολά απ’ το κεφάλι της.
-Εγώ είμαι έτοιμος, εσύ θα… προσπάθησε να μιλήσει, μα εκείνη έσπευσε να τον διακόψει
-Ε βέβαια είσαι! Αφού όλα τα βρήκες έτοιμα να σε περιμένουν! Έτρεχα η δουλάρα απ’ το πρωί, μην τυχόν και δεν τα βρει στη θέση τους ο πασάς! του αντιγύρισε, κεραυνοβολώντας τον με το βλέμμα της
-Δεν είπα και τίποτα κυρία Πίτσα μου! Θα περιμένω! Αλίμονο, τις βασίλισσες τις περιμένουν! της είπε και της χαμογέλασε, μην καταφέρνοντας να αλλάξει το δικό της στριφνό ύφος
-Πνεύμα κάνεις του λόγου σου, Νικόλα;
-Θα σε περιμένω στο σαλόνι. Με την ησυχία σου, έχουμε χρόνο ακόμη. είπε χαμηλόφωνα και κοίταξε διακριτικά το ρολόι του
Κάθισε στην πολυθρόνα – στην αγαπημένη του πολυθρόνα, στην από πάντα θαρρείς, θέση του – κι άναψε ένα τσιγάρο. Είχαν πολύ χρόνο ακόμη, δεν υπήρχε κανένας λόγος βιασύνης. Μα καταλάβαινε και την ταραχή και το άγχος της γυναίκας του και δεν την ξεσυνεριζόταν. Την ήξερε δα, σχεδόν πενήντα χρόνια ήταν μαζί, μια ζωή.
Δεκαπέντε χρονών κορίτσι ήταν όταν την πρωτοείδε, εκεί, στο πανηγύρι του χωριού της. Δεκαπέντε εκείνη και δεκαεπτά εκείνος. Είχανε πάει με τα ποδήλατα με τους φίλους του να κάνουν χάζι, μιας και γιόρταζε η Αγία Παρασκευή, η προστάτιδα του χωριού και ήξεραν πως θα είχε γλέντια και χορούς στην πλατεία. Δυο χωριά παρακάτω έμενε εκείνος, φτωχό παιδί, μα τίμιο κι εργατικό. Ούτε δώδεκα δεν ήταν όταν άφησε το σχολείο κι έπιασε την τσάπα να βοηθήσει στα χωράφια. Έτσι γινόταν τότε, ειδικά στις φτωχές οικογένειες όπως η δική του. Προσπάθησε ο δάσκαλός του, παρακάλεσε τους γονείς του να τον αφήσουν να πάει στο γυμνάσιο, ‘τα έπαιρνε’ τα γράμματα, μα ο πατέρας ανένδοτος. “Δυο θυγατέρες έχω να παντρέψω δάσκαλε, αν δεν βοηθήσει ο Νικολής, τότε ποιος;”. Μα δεν τον πείραζε. Ούτε τη φοβόταν τη δουλειά, την αγαπούσε τη γη. Κι όπως αγαπούσε τη γη, αγάπησε και την Πίτσα του με το πρώτο βλέμμα. Κόλλησε το βλέμμα του στην τσουπωτή, μελαχρινή, με τις παχιές σφιχτές πλεξούδες που έσερνε το χορό. Τον μάγεψε η αύρα της, η κίνησή της, το φως της. Τον μάγεψαν τα δυο μπλε, σαν χάντρες, μάτια της.
Με το ζόρι σχεδόν τον πήραν οι φίλοι του να φύγουν. Απ’ τη μια του έλεγαν να μην πολυκοιτάει, γιατί η Πίτσα ήταν η μονάκριβη θυγατέρα του δημάρχου κι απ’ την άλλη του θύμιζαν πως ο πατέρας του τον προόριζε για το Μαρικάκι, την κόρη του δικού τους κοινοτάρχη. Αφότου πάντρευαν τις αδερφές του φυσικά. Τότε υπήρχε σειρά. Σειρά απ’ την οποία δεν μπορούσες να παρεκκλίνεις.
Σχεδόν σέρνοντας τον γύρισαν πίσω κι ‘κείνος σ’ όλη τη διαδρομή δε μπορούσε να βγάλει απ’ το μυαλό του εκείνη, την Πίτσα, την κόρη του δημάρχου. Την Πίτσα, που με τα τρύπια παπούτσια που φορούσε, δεν θα μπορούσε ποτέ να πλησιάσει. Μα αλήθεια, έχει λογική ο έρωτας;
Ρώτησε διακριτικά κι έμαθε πως η Πίτσα πήγαινε στο γυμνάσιο, στη διπλανή κωμόπολη και λίγες μέρες μετά, βρήκε την ευκαιρία να πάει από εκεί την ώρα που σχολούσε. Δανείστηκε απ’ τον Μικέ, τον κολλητό του, ένα ζευγάρι παπούτσια καινούρια που του είχε στείλει ο θείος του απ’ τη Γερμανία τα Χριστούγεννα -μικρά του έπεφταν, αλλά και τι να έκανε; πώς να εμφανιζόταν με τα δικά του τα χιλιοσκισμένα; Δανείστηκε κι απ’ τον Κοσμά, τον δεύτερο ξάδερφό του ένα πουκάμισο, έβαλε και το δικό του το μαύρο το παντελόνι, το κυριακάτικο και την ώρα που χτύπησε το κουδούνι για το σχόλασμα, στάθηκε απέναντι απ’ το σχολείο να την περιμένει. Τι θα της έλεγε δεν είχε σκεφτεί, κάτι θα έβρισκε, το θέμα ήταν να καταφέρει να την κάνει να σταθεί δυο λεπτά να της μιλήσει.
Όταν την είδε να βγαίνει απ’ την καγκελόπορτα του σχολείου, φορώντας την μπλε ποδιά της, κοντοστάθηκε. Έμεινε να σκέφτεται τι πήγαινε να κάνει, αυτή η πριγκιποπούλα να γυρίσει να κοιτάξει εκείνον; Κι οι γονείς της θα το δέχονταν; Οι γονείς του; Πήρε μια βαθιά ανάσα, και πήγε προς το μέρος της. Στάθηκε μπροστά της και θαρρετά της άπλωσε το χέρι.
-Με λένε Νίκο Σαραντόπουλο και είμαι απ’ το Τρίκορφο.
Εκείνη κόμπιασε κι έσφιξε πάνω της την καφέ της σάκα. Εκείνος την είδε που μαζεύτηκε κι έκανε ένα βήμα προς τα πίσω, δεν ήθελε να την φοβίσει.
-Σε είδα στο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής και… θέλω να πω… Θα έρθω να σε ζητήσω απ’ τους δικούς σου. είπε και σαν να τρόμαξε κι ο ίδιος μ’ αυτό που ξεστόμισε
-Μα… ψέλλισε μόνο εκείνη
-Όχι, όχι τώρα, ξέρω είσαι μικρή. Κι εγώ… δηλαδή… Σε τρία χρόνια θα έρθω όμως, να παντρέψω τις αδερφές μου και… Θα με περιμένεις; τη ρώτησε κι έβαλε στο χέρι της μια μαργαρίτα που είχε κόψει από το δρόμο λίγο πριν
Η Πίτσα κοίταζε μια εκείνον και μια την μαργαρίτα. Ήταν φανερό πως τα είχε χαμένα. Σήκωσε τα μάτια της και τα κόλλησε στα δικά του, τον μέτρησε με το βλέμμα θαρρείς και μετά, χωρίς να πει λέξη, έβαλε την μαργαρίτα στην τσέπη της ποδιάς της κι έφυγε σχεδόν τρέχοντας. Κουβέντα δεν αντάλλαξαν, μα ο Νίκος έμεινε εκεί παίρνοντας βαθιές ανάσες, ανάσες ζωής. Θα τον περίμενε, το ένιωθε.
Τρία χρόνια μετά, φορώντας τα δικά του καινούρια παπούτσια, καινούρια ρούχα κι έχοντας στα χέρια του μια μεγάλη ανθοδέσμη, χτυπούσε την πόρτα του δημάρχου, του πατέρα της. Στα τρία αυτά χρόνια, βρέθηκαν πολλές φορές κρυφά απ’ όλους κι αντάλλαξαν όρκους κι υποσχέσεις για ένα αιώνιο ‘μαζί’. Στα τρία αυτά χρόνια, ήταν πολλά τα προξενιά που αρνήθηκε με πείσμα εκείνη στους γονείς της κι ήταν αμέτρητοι οι καβγάδες του Νίκου με τον πατέρα του για να πάρει τη Μαριγούλα, την κόρη του κοινοτάρχη, που από μικρό κορίτσι τον αγαπούσε. “Πού θα βρεις τέτοια τύχη βρε; Τέτοιο κορίτσι! Τέτοια προίκα! Και να σε θέλει εσένα, τον κουρελή;” του φώναζε. Μα ο Νίκος δεν άκουγε, είχε κλειστά αυτιά και μάτια και περίμενε τη στιγμή να πάει να ζητήσει την Πίτσα του. Τρία χρόνια δούλευε ασταμάτητα, να προικίσει τις αδερφές του και να μπορέσει να μαζέψει λεφτά για το σημάδι (έτσι έλεγαν το κόσμημα που έκαναν δώρο στην κοπέλα, για να την ζητήσουν).
Δυο μέρες μετά το γάμο και της δεύτερης αδερφής του, έφτασε στο κατώφλι της. Δεν ήταν εύκολο να τον δεχτούν για γαμπρό. Φτωχή οικογένεια, δεν ήθελε ολόκληρος δήμαρχος να δώσει εκεί τη μοσχαναθρεμμένη θυγατέρα του, μα απ’ τη μια η επιμονή κι οι όρκοι του Νίκου πως θα την έχει βασίλισσα στο σπιτικό τους, απ’ την άλλη το πείσμα της Πίτσας “ή αυτόν ή κανέναν”, τους έπεισαν. Και στεφανώθηκαν το ίδιο φθινόπωρο, με δόξα και τιμή, στην Αγία Παρασκευή, εκεί που πρώτη φορά είδε ο ένας τον άλλον.
Σχεδόν πενήντα χρόνια ήταν μαζί, μαζί κι αγαπημένοι. Τρία παιδιά ανέστησαν, ένα γιο και δυο τσούπρες και δούλεψε σκληρά ο Νικολής και την έκανε βασίλισσα την Πίτσα του, στο μικρό, μα όμορφο σπίτι τους στην άκρη του χωριού. Κι εκείνη όμως, μάνα και σύζυγος υπόδειγμα, κερί αναμμένο για όλους τους. Τρία παιδιά κι εφτά εγγόνια μετρούσαν ήδη και σήμερα παντρευόταν ο εγγονός τους, ο πρωτότοκος του γιου τους.
-Έτοιμη είμαι. Πού σ’ έχει πάει ο λογισμός σου; τον ρώτησε μπαίνοντας στο σαλόνι, έχοντας βγάλει τα πολύχρωμα ρολά απ’ το κεφάλι της
Ο Νίκος γύρισε και της χαμογέλασε. Πενήντα χρόνια σχεδόν κι ακόμη στα μάτια της έβλεπε εκείνο το δεκαπεντάχρονο κορίτσι με τις σφιχτές παχιές πλεξούδες να χορεύει στο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής.
-Όμορφη που είσαι Πίτσα μου… της είπε και σηκώθηκε προς το μέρος της
-Άσε τις σάχλες! τάχα μου τον μάλωσε εκείνη και του χαμογέλασε
Φτάνοντας στην εκκλησία, με το παλιό σαραβαλάκι τους, είδαν κόσμο μαζεμένο.
– Τελευταίοι φτάσαμε! γκρίνιαξε κατά το συνήθειό της η Πίτσα
Ο Νίκος την έπιασε αγκαζέ και της έδειξε με το βλέμμα του την πόρτα της εκκλησίας. Ο εγγονός τους, ντυμένος γαμπρός και δίπλα του τ’ αδέρφια του και οι γονείς του. Λίγο πιο δίπλα η άλλη τους κόρη, με τα δυο της παιδιά, να μιλάει γελώντας με τον άντρα της και ακριβώς δίπλα, η οικογένεια της άλλης τους κόρης, να βγάζουν φωτογραφίες χαμογελαστοί.
-Κοίτα τι κάναμε Πίτσα μου… Κοίτα πόσοι άνθρωποι υπάρχουν εδώ αυτή τη στιγμή, πόσοι άνθρωποι ήρθαν σ’ αυτόν τον κόσμο, μόνο επειδή σ’ αγάπησα, βασίλισσά μου!
Κική Γιοβανοπούλου
