Η Άννα ξύπνησε και ένιωσε αμέσως έναν πόνο στο στήθος. Αισθανόταν παράξενα σήμερα. Στάθηκε στις σκάλες να πάρει μια ανάσα και είδε να την περιμένει στο τέλος ο Γουίλ κουνώντας την ουρά του. Ούτε αυτός μπορούσε πια να ανεβαίνει με ευκολία τις σκάλες, ούτε εκείνη να τις κατεβαίνει. Ήταν μαζί κοντά 20 χρόνια πλέον κι ήταν η καλύτερη παρέα.
«Είσαι έτοιμος για μια περιπέτεια σήμερα, κύριε Γουίλ; Σήμερα έχει πολλή ζέστη, θα πάρουμε το πρωινό μας στην βεράντα!» γέλασε.
Αφού κατάφερε να κάτσει στην πολυθρόνα, έσυρε ένα σκαμπό και ανέβασε τα πόδια της και ο Γουίλ πήγε και ξάπλωσε δίπλα της. Σήκωσε τα αυτιά του και έκανε να γαυγίσει όταν είδε να σταματάει απέναντι ένα αυτοκίνητο και να βγαίνει ένας ψηλός άντρας.
«Ήσυχα, είναι ο γιος της Έλσας. Έχασε τον άντρα της τον προηγούμενο μήνα, το ξέχασες; Πρέπει να κάνουμε ησυχία όταν υπάρχει πένθος στην γειτονιά μας. Ούτε μουσικές βάζουμε δυνατά, ούτε συγκεντρώσεις, ούτε το ραδιόφωνο, ούτε την τηλεόραση. Και φυσικά δεν κάνουμε φασαρία, σεβόμαστε την δύσκολη ώρα των διπλανών μας. Αχ, τίποτα δεν ξέρουν πια οι νέοι;» χαμογέλασε αφού τον είδε να ρίχνει πάλι τα αυτιά του. «Δεν σε μαλώνω, τρόπους σου μαθαίνω. Θυμάμαι μια μέρα, είχε βγει ο συγχωρεμένος ο άντρας της να φτυαρίσει τον δρόμο. Ήταν η μοναδική φορά που έπεσε τόσο χιόνι εδώ. Είχε ετοιμάσει και το αμάξι με αλυσίδες να πάνε να πάρουν τα εγγόνια να πάνε στα χιόνια. Εγώ το χιόνι το σιχαίνομαι, το ξέρεις. Άσε που είχες βγει το πρωί στον κήπο και αγανάκτησα να σε βρω έτσι άσπρος και μικρός που είσαι. Ακούω, λοιπόν, κάποια στιγμή ένα μπαμ, και λίγο μετά μια κραυγή, μου έκοψε το αίμα! Βγαίνω και τι να δω; Έπεσε ο άνθρωπος και χτύπησε το κεφάλι του. Τρέχω εγώ, ναι, ναι, ήμουν πιο νέα τότε, τον σηκώσαμε με την Έλσα, είχε τις αισθήσεις του αλλά βογκούσε και το αίμα έτρεχε ποτάμι. Παίρνουμε το ασθενοφόρο, περνά η ώρα, τίποτα. Παίρνουμε πάλι, είχε κολλήσει στο χιόνι. Για να καταλάβεις για τι κατάσταση μιλάμε. Ένα δράμα, αλλά έπρεπε να φανώ γενναία γιατί κόντευε και η άλλη να μείνει στον τόπο από την στεναχώρια της. Της λέω, Έλσα, βγάλε το αμάξι από το γκαράζ, θα τον πάμε εμείς. Αφού καταφέραμε και τον βάλαμε στην καρότσα, τον σκεπάσαμε και με μια χοντρή κουβέρτα και βλέπω την άλλη και πάει και χώνεται από κάτω μαζί του και τον παίρνει αγκαλιά. Έλα καλή μου, έλα χρυσή μου, τίποτα, να έχει πλαντάξει στο κλάμα, να μην μπορώ να την ξεκολλήσω από πάνω του! Πάω λοιπόν εγώ στο τιμόνι, που ξέρεις πόσο σιχαίνομαι το χιόνι. Στην διαδρομή να σου πω την αλήθεια έκανα την προσευχή μου από μέσα μου. Να ανεβοκατεβαίνει το αγροτικό λες και ήμουν σε τρενάκι τρόμου, και δώσ’ του το πάτερ ημών και το πιστεύω και ό,τι θυμόμουν, όλα μαζί τα έλεγα, λέω κάτι θα καταλάβει ο Θεός να μας γλυτώσει. Εν τέλει, φτάσαμε, εγώ είχα ξετρεμουλιάσει βέβαια, αλλά σημασία έχει ότι την έβγαλε εκείνη τη μέρα ο Αντωνάκης της. Καλός άνθρωπος ήταν, εργατικός, νοικοκύρης, ο Θεός να τον αναπαύσει. Μου έκανε η Έλσα μετά την διάσημή της κερασόπιτα, την στόλισε με κορδέλες και την έφερε για ευχαριστώ. Τι ευχαριστώ, της είχα πει. Ο ένας τον άλλον έχουμε. Κατάλαβες πόσο σημαντικό είναι να βοηθάμε τους γύρω μας, κάποιες φορές και πέραν των δυνάμεών μας; Εκείνη σε πήγε τότε στον κτηνίατρο που είχες φάει μια σακούλα και δεν μπορούσες να… «κάνεις κατάθεση»! Εγώ ήμουν άρρωστη και ο γιος μου, ο Θανάσης, έλειπε σε επαγγελματικό ταξίδι. Και η Έλσα, σε πήγε χωρίς δεύτερη σκέψη στον γιατρό, παρόλο που έχει μεγάλη φοβία. Ναι, ακόμα και με κάτι γκριφονάκια σαν εσένα».
Κοίταξε το ρολόι της, αργούσε ακόμα ο γιος της. «Θυμάσαι εκείνη τη μέρα που σε έφερε;» τον ρώτησε.
Ήταν λίγο αφού έχασε τον άντρα της, τον Χρήστο της, το καμάρι της, όπως τον φώναζε, που εμφανίστηκε στο κατώφλι ο γιος της με ένα κάτασπρο μικρό κουτάβι στα χέρια.
«Τα σκυλιά είναι για έξω, έτσι ξέρω, για φύλακες, του είπα. Αλλά πού να ήξερα την συνέχεια της ιστορίας. Με πήρε και με πήγε στο καταφύγιο απ’ όπου σε μάζεψε και μου έδειξε τα υπόλοιπα ζώα. Δεν με τάραξαν τόσο τα κλουβιά, η πείνα που είχαν περάσει, τα χτυπημένα, τα πυροβολημένα, τα κουτσά, τα στραβά. Με συγκλόνισε όμως η ανάγκη τους για αγάπη, που μετά απ’ όσα πέρασαν, πάλι ζητούσαν το χάδι του ανθρώπου. Και αναρωτήθηκα εκείνη τη μέρα, ποιος είναι το ζώο τελικά;» ήπιε μια γερή γουλιά από τον καφέ που ακόμα άχνιζε και καμάρωσε τις τριανταφυλλιές της που μόλις είχαν ανθίσει. Δεν άργησε, λοιπόν, ν’ αλλάξει γνώμη κι όχι μόνο της έκλεψε την καρδιά ο Γουίλ αλλά και το κρεβάτι της. Τώρα είχαν και οι δύο τα αρθριτικά τους και συμπαραστεκόταν ο ένας στον άλλον. Άφησε το τελευταίο μύρτιλο και του το έδωσε. Εκείνος το μασούλησε λίγο και πήγε και το έφτυσε στον κήπο.
«Μπράβο, ευπρέπεια, ο κύριος Γουίλ, δεν έφτυσε στο πάτωμα. Σε καταλαβαίνω, δεν είναι όλα ίδια. Δεν είναι σαν να μπισκότα που είναι όλα γλυκά. Τα φρούτα είναι κάποιες φορές γλυκά, κάποιες ξινά. Σαν την ζωή μας. Ξέρεις, δεν είναι για όλους τους ανθρώπους εκεί έξω εύκολα τα πράγματα. Είχα γνωρίσει κάποτε έναν άνθρωπο, τον Άλκη. Είχαμε πάει να πάρουμε φαγητό από ένα σούπερ μάρκετ με τον Θανάση ενώ γυρνούσαμε από εξετάσεις. Τον είδα που καθόταν σε μιαν άκρη και έπινε μια μπύρα. Μου έκανε εντύπωση γιατί ήταν νωρίς το μεσημέρι. Ψωνίσαμε και φεύγοντας, σταμάτησε τον γιο μου ένας φρουρός που ήταν παλιός φίλος του από τον στρατό. Αφού χαιρετήθηκαν και με σύστησε, πλησίασε κοντά μου ο άντρας. Μου είπε ότι ήθελε την γνώμη μου. Καλά, δεν ήμουν τόσο μεγάλη για να μεταδίδω την σοφία μου, οπότε ξαφνιάστηκα. Μου έδειξε με το βλέμμα του εκείνον με την μπύρα. Μου είπε ότι πριν ένα χρόνο έχασε την γυναίκα του και το έριξε στο ποτό. Έχασε και την δουλειά του και δεν είχε κανέναν πλέον. Πήγαινε εκεί και καθόταν για παρέα. Μάζευαν οι σεκιούριτι κατιτίς ο καθένας και του ψώνιζαν φαγητό και ποτά. Με ρώτησε αν έκαναν καλά. Σάστισα, γιατί κατάλαβα ότι η απάντησή μου εκείνη τη στιγμή μπορεί να καθορίσει το μέλλον του. Προσπάθησα να ζυγίσω τα πράγματα μια στιγμή, μα είπα από μέσα μου να με φωτίσει ο Θεός μην πω καμιά βλακεία. Και τι είπα; Αν με πιστεύεις! Τι ξεστόμισα; Θα στο πω κατά λέξη. Είπα, αν δεν σταματήσετε, θα είστε εσείς η αιτία να γίνει ζητιάνος. Πάγωσε αυτός, πάγωσα και εγώ. Πώς βγήκε από το στόμα μου τέτοια κουβέντα; Και εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα τι έλεγε ο μπαμπάς μου, ότι δεν βοηθάς οποιονδήποτε με οποιονδήποτε τρόπο. Γιατί μπορεί να του κάνεις περισσότερο κακό παρά καλό. Τον πήρα πιο πέρα και του είπα να τον στηρίξουν, να κάτσουν να τον ακούσουν, να μιλήσει, να τα βγάλει από μέσα του και έπειτα να του βρουν δουλειά, να σταθεί ξανά στα πόδια του. Έβγαλα από την τσάντα ένα δισκάκι με φαγητό, πατάτες με μπιφτέκι ήταν θαρρώ, και πήγα και του το έδωσα. Ντράπηκε και δεν το ήθελε, μα του είπα να το πάρει για μακαρία του πατέρα μου γιατί μου τον θύμησε σήμερα. Με αγκάλιασε και του ψιθύρισα ότι όλα θα φτιάξουν, όλα θα γίνουν. Να έχει υπομονή και ελπίδα. Δεν είναι μόνος. Κι αν αναρωτιέσαι, Γουίλ, τι απόγινε ο κύριος Άλκης, θα σου πω. Δύο χρόνια μετά τον πετύχαμε εκεί να φοράει την στολή και να δουλεύει με τα αγόρια. Δόξα τω Θεώ!».
Σήκωσε την ζακέτα απ’ τους ώμους της και την κούμπωσε καλά. Έπιασε το στήθος της και το πίεσε ελαφρά μέχρι να περάσει ο πόνος. Αργούσε σήμερα ο γιος της από ότι φαινόταν.
«Βλέπεις, Γουίλ, πόσο όμορφο είναι να βοηθάς; Ξέρω, τι σκέφτεσαι… Οι πιο πολλοί εκεί έξω είναι απατεώνες και πόσοι την πάτησαν, εξαπατήθηκαν, ή πληγωθήκαν. Ποιος έχασε όμως; Αυτοί, όχι εμείς. Άντε, πάμε να ξαπλώσουμε στο σαλόνι να περιμένουμε τον Θανάση. Αν και μέχρι να φτάσουμε μέσα πάλι μπορεί να έχει έρθει».
Έπιασε το τετράδιό της από το τραπέζι και άρχισε να γράφει ένα σημείωμα στον γιο της. Ξαφνικά, της φάνηκε σαν να φώτισε το δωμάτιο και να μπήκε μέσα ένα άπλετο φως. Ξάπλωσε κι έριξε μια κουβέρτα στα πόδια της κι εκεί κούρνιασε το σκυλάκι της. Και τότε τον είδε.
«Μπαμπά;»
«Κορίτσι μου. Πώς είσαι;»
«Μεγάλωσα κι εγώ, μπαμπά. Αλλά εσύ! Τι όμορφος που είσαι! Λάμπεις! Τι ωραίο κοστούμι είναι αυτό;»
«Αυτά… Αυτά εσύ μου τα φόρεσες, παιδί μου».
«Τα ρούχα σου; Πώς;»
«Με την ελεημοσύνη σου, παιδί μου», χαμογέλασε και χάθηκε.
Χαρούμενη, τελείωσε το σημείωμα της και το άφησε πίσω στο τραπέζι.
«Γιε μου, η ελεημοσύνη είναι φτωχική λέξη, αλλά κόρη αριστοκρατική. Να την θυμάσαι και να την έχεις πάντα μαζί σου στη ζωή. Η ανταμοιβή είναι απερίγραπτη! Να προσέχεις, σε αγαπώ. Η μαμά».
Έκλεισε τα μάτια της και κοιμήθηκε, αφήνοντας πίσω της αυτόν τον κόσμο. Μαζί κι ο Γουίλ, πιστός για 20 χρόνια, την ίδια στιγμή, έφυγε κι αυτός μαζί της.
CC
