Κάθε απόγευμα στις τέσσερις ακριβώς, η κυρία Ευθαλία κάθεται στην παλιά της πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο, «σκοτώνοντας» τον χρόνο της. Το ίδιο παράθυρο που κάποτε άνοιγε να περάσουν οι φωνές των παιδιών της, τα γέλια, η ίδια η ζωή! Τώρα ανοίγει μόνο για να περάσει ο αέρας, η σκόνη της σιωπής και οι αναμνήσεις.
Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της σκληρά και στεγνά, το κορμί της λιγνό και κυρτό, ένα ταλαίπωρο κορμί και μια ακόμα πιο βασανισμένη ψυχή. Πιστός στρατιώτης ακολουθεί καθημερινή ρουτίνα, ξυπνά πρωί, σερβίρει το πρωινό της, τσάι και παξιμάδια, ποτίζει τις γλαστρούλες, καθαρίζει το καναρίνι και βγάζει το κλουβί στο μπαλκόνι, μέχρι να ξημερώσει για τα καλά. Ακολουθούν τα ψώνια στην υπεραγορά και στον μανάβη. Επιστρέφει, φτιάχνει το φαγάκι της, τρώει λιτά, ξαπλώνει λίγο το μεσημέρι και από τις τέσσερις μέχρι τις οχτώ στέκεται στο παράθυρο και «χαζεύει». Κοιτάζει την γειτονιά που αλλάζει συνεχώς. Παλιότερα γνώριζε κάθε παιδί, κάθε μάνα, κάθε φωνή. Τώρα οι περισσότεροι είναι ξένοι,- αραιά και πού- περνούν κάτι γνωστές σκιές, μια γειτόνισσα της ηλικία της, ένα κοριτσάκι με το ποδήλατό του. Τα παιδιά της δεν υπάρχουν πια, «έφυγαν» πριν την ώρα τους, άλλο από αρρώστια, άλλο από «ατύχημα». Μόνο τα εγγόνια ζουν αλλά όχι κοντά της, δεν την επισκέπτονται συχνά, ίσως γιατί δεν τους λέει τίποτα που να τους αφορά. Ίσως την κρίνουν, γιατί όταν ήταν νεότερη κυνηγούσε την «καλή ζωή», αδιάφορη πολλές φορές για το τι σήμαινε να είσαι παρούσα, να είσαι μάνα.
«Χειρότερο δεν υπάρχει… να φεύγουν τα παιδιά πριν τους γονείς» μουρμουρίζει χαμένη στις σκέψεις της, καθώς βλέπει κάποιο γονιό με το παιδί του να διασχίζει τον δρόμο. Τώρα ξεχασμένη από όλους, κάθεται, παρατηρεί, θυμάται και ντρέπεται…
Ντρέπεται, γιατί θυμάται πως κατέπνιξε τη στοργή της πίσω από μια αυστηρότητα, που νόμιζε πως ήταν «σωστή ανατροφή». Θυμάται πώς φώναζε στα παιδιά της, όταν γύριζαν λερωμένα, αντί να γελάσει μαζί τους. Πώς τα έβαζε να διαβάζουν με τις ώρες, μην τυχόν και μείνουν πίσω, και δεν έβρισκε χρόνο να τους πει ούτε ένα παραμύθι, το βράδυ που αποζητούσαν την τρυφερότητά της.
Ντρέπεται, γιατί όταν ο γιος της, δήλωσε ότι ήθελε να γίνει μουσικός, του απάντησε «δεν είναι δουλειά αυτή». Τον πίεσε να σπουδάσει κάτι «σοβαρό» και δεν τον ξαναείδε να παίζει κιθάρα, παρά μόνο μια στιγμή πριν την πουλήσει.
Ντρέπεται, γιατί η κόρη της, εκείνη η ήσυχη ψυχή, ήθελε να φύγει στο εξωτερικό –αλλά η Ευθαλία τη κράτησε πίσω. «Ποιος φεύγει και παρατάει την μάνα του;». Κι εκείνη έμεινε, δούλεψε σε μια δουλειά που δεν της άρεσε και μαράθηκε σιγά σιγά, σαν τα μπουμπούκια που η μοίρα τους είναι να μην ανθίσουν ποτέ.
Μα περισσότερο ντρέπεται για εκείνη, όταν πέθαναν τα παιδιά της, πιο πολύ θρήνησε για την εικόνα της -μια μάνα χωρίς απογόνους- παρά για τους ίδιους. Της πήρε καιρό να το παραδεχτεί, μα το μέσα της δεν μπορούσε να το ξεγελάσει. Ήξερε, την «έτρωγε».
Και τώρα τα εγγόνια -καρποί άλλων εποχών- τη θυμούνται σπάνια, της μιλούν από ευγένεια, από απόσταση και δεν είναι μόνο τα χρόνια που τους απομακρύνουν, είναι
όλα εκείνα που δεν έκανε, όλα εκείνα που «έκλεψε» από τους γονείς τους, μα και από εκείνα χωρίς να το καταλάβει. Δεν της κρατούν μίσος, άπλα δεν νιώθουν αγάπη. Ίσως αυτό που την πονάει περισσότερο, είναι η αδιαφορία τους! Και θυμάται… Αχ αυτές οι αναμνήσεις, την «καίνε», ξαναζεί τις στιγμές μια προς μια, πιο δυνατά κάθε λεπτό που περνά μπρος στον λιγοστό ακόμα χρόνο της. Πόσο καλά έκρυβε από τους συγγενείς ότι ο άντρας της έπινε και την χτυπούσε, και όταν τα παιδιά έκλαιγαν εκείνη τους έκλεινε το στόμα και ψιθύριζε «Σταματήστε, μην κάνετε φασαρία, θα μας ακούσει η γειτονιά!».
Θυμάται τότε που ο γιος της θα ήταν σκάρτα πέντε χρονών και έκλαιγε στην αυλή, δεν τον ρώτησε τι είχε, παρά μόνο τον μάλωσε: «Σκούπισε τα μάτια σου, μην σε δει κανείς να κλαις, δεν είναι ωραίο αυτό για αγόρι!». Προσποιούταν ότι όλα ήταν τέλεια, ενώ η κόρη της ήταν καταθλιπτική. Τόλμησε η μικρή να της ζητήσει βοήθεια. «Μαμά, δεν αντέχω άλλο!» και πήρε σαν απάντηση πως μεγαλοποιούσε τις καταστάσεις.
Ποτέ δεν τα αγκάλιασε, έτσι χωρίς λόγο, ποτέ δεν τα παίνεψε, δεν τα κανάκεψε σαν μάνα, πότε δεν είπε «Είμαι περήφανη για εσένα». Ήξερε να βάζει φαγητό στο τραπέζι, αλλά όχι να κοιτάει μέσα στη ψυχή των ανθρώπων που έτρωγαν απέναντί της.
Το φως του απογεύματος έπεσε σαν λύτρωση στο τραπεζάκι της Ευθαλίας. Σηκώθηκε, έφτιαξε ένα χαμομήλι και κάθισε ακόμα λίγο στην πολυθρόνα. Σήμερα δεν ήθελε να κλείσει το παράθυρο, αχόρταγα κατάπινε τις πίκρες των αναμνήσεων σαν τιμωρία που της αξίζει να ζει απανωτές φορές. Το αφέψημα πάγωσε όπως και οι σκέψεις της, έγειρε λίγο εμπρός με τα χέρια σταυρωμένα στην ποδιά.
Απ’ έξω στο πεζοδρόμιο, πέρασε ένα κοριτσάκι με το ποδήλατο, την χαιρέτισε όπως συνήθιζε, μα αυτή την φορά απάντηση δεν πήρε. Η Ευθαλία καθόταν ήρεμη στην πολυθρόνα με το βλέμμα στραμμένο έξω, στην γειτονιά που τόσο είχε αλλάξει, και που δεν την αφορούσε πια. Γαλήνη ζωγραφισμένη στο πρόσωπο, σαν να είχε δει κάτι που την ηρέμησε. Ίσως ένα πρόσωπο από παλιά, ίσως μια τελευταία σκέψη που τη λύτρωσε για λίγο.
Έμεινε εκεί ακίνητη για ώρες. Ήταν το εγγόνι της, ο Νίκος, που πέρασε το βράδυ και την βρήκε, πλησίασε σιγά και την κοίταξε.
«Γιαγιά…» πρόφερε διστακτικά. Δεν του απάντησε.
Το φλυτζάνι της ήταν ακόμα ζεστό από την αφή της, αλλά η καρδιά είχε σταματήσει να χτυπά.
Πέθανε όπως έζησε, ήσυχα, αθόρυβα, παρατηρώντας τη ζωή απ’ έξω, στο δικό της παράθυρο της σιωπής, στο δικό της παράθυρο της ντροπής!
Ελένη Ρέγγα
