Μια φορά στη Θεσσαλονίκη

Η Κλέλια σηκώθηκε νωρίς, πριν ακόμα ξυπνήσει η πόλη. Ο ήλιος είχε αρχίσει μόλις να λιώνει το σκοτάδι στις κουρτίνες, κι εκείνη, με τα μαλλιά της δεμένα πρόχειρα ψηλά, έβαζε ήδη στη σειρά μπαταρίες, κάρτες μνήμης, φακούς. Είχε το δικό της τελετουργικό πριν από κάθε ταξίδι: καφές σκέτος, μουσική χωρίς στίχους, και σιωπή. Πολλή σιωπή.

Ήταν φωτογράφος. Από εκείνες που παρατηρούσαν τα πάντα, αλλά δεν έλεγαν πολλά. Που μιλούσαν μέσα από το κάδρο. Οι φίλοι της την έλεγαν “ψύχραιμη”, εκείνη προτιμούσε τον όρο “καθαρή ματιά”. Έμενε μόνη της στην Κυψέλη, δούλευε συχνά από το σπίτι, ταξίδευε όποτε της το ζητούσαν -και σχεδόν πάντα με μια διακριτική βαλίτσα που έμοιαζε πιο οργανωμένη απ’ την ίδια.

Το πρόγραμμα έλεγε: Θεσσαλονίκη, κάλυψη μιας εκθέσεων σύγχρονης τέχνης για το περιοδικό. Δεν την ενθουσίαζε ιδιαίτερα, αλλά ήταν δουλειά. Και η δουλειά ήταν το σταθερό της -αυτό που ήξερε να κάνει καλά, χωρίς αμφιβολίες, χωρίς ερωτήσεις.

Φόρεσε το μαύρο της τζάκετ, έλεγξε το κινητό για το εισιτήριο του τρένου, και κοίταξε για λίγο το είδωλό της στον καθρέφτη. Ουδέτερη έκφραση, σταθερό βλέμμα. Δεν ήξερε αν της άρεσε, αλλά ήταν ακριβώς αυτή: η Κλέλια, όπως ήταν.

Έκλεισε την πόρτα πίσω της και κατέβηκε τα σκαλιά χωρίς να κοιτάξει πίσω.
Η διαδρομή με το τρένο κράτησε έξι ώρες. Όχι πως το κατάλαβε. Είχε το βλέμμα της κολλημένο στο παράθυρο, παρατηρούσε χωριά που δεν ήξερε το όνομά τους και κάμπους που άλλαζαν χρώμα με τον ήλιο. Στο διπλανό κάθισμα, μια ηλικιωμένη κυρία της πρόσφερε ένα μανταρίνι και εκείνη χαμογέλασε ευγενικά, αρνήθηκε. Πάντα κρατούσε αποστάσεις. Όχι από αγένεια, αλλά από μια συνήθεια που είχε γίνει δέρμα: να μην αφήνει κανέναν να μπει στο εσωτερικό της χωρίς λόγο.

Φτάνοντας στη Θεσσαλονίκη, την τύλιξε μια ελαφριά μελαγχολία -ίσως ο καιρός, ίσως η πόλη που έμοιαζε να την κοιτάζει σαν να την ήξερε. Ήταν μεσημέρι, και το φως χτυπούσε διαφορετικά εδώ· πιο ζεστά, πιο οριζόντια. Έβαλε τα ακουστικά της και τράβηξε τη βαλίτσα μέχρι το ξενοδοχείο που της είχε κλείσει το περιοδικό. Ένα μικρό, παλιό κτίριο κοντά στη Ρωμαϊκή Αγορά, με σκάλα στενή και δωμάτια που μύριζαν ακόμα παλιό ξύλο.

Έστησε αμέσως τον εξοπλισμό της, έβγαλε τον υπολογιστή, σημείωσε τις ώρες των εκδηλώσεων. Δεν έχανε χρόνο. Η δουλειά της δεν ήταν απλώς επάγγελμα – ήταν άμυνα. Κάθε τι που μπορούσε να μετρηθεί, να οργανωθεί, να ελεγχθεί, της πρόσφερε ένα είδος σιωπηλής σταθερότητας. Και το είχε ανάγκη αυτό, γιατί σε όλα τα υπόλοιπα -στις σχέσεις, στα “θέλω”, στα “ποια είμαι στ’ αλήθεια”- δεν είχε καμία απάντηση.

Το βράδυ πήγε στο χώρο της έκθεσης. Ένα νεοκλασικό κτίριο που είχε μετατραπεί σε πολιτιστικό κέντρο, γεμάτο φωνές, ποτήρια κρασί, καλλιτέχνες με μαύρα ρούχα και φανταχτερά λόγια. Η Κλέλια κυκλοφορούσε σχεδόν αόρατη, με τη μηχανή στο χέρι. Παρατηρούσε, απαθανάτιζε, κατέγραφε. Δεν την ενδιέφερε να τη θυμούνται- αρκούσε να θυμούνται τις φωτογραφίες της.

Κάποια στιγμή, καθώς εστίαζε σε μια λεπτομέρεια -το φως που έπεφτε λοξά πάνω σ’ ένα πρόσωπο, ένα χαμόγελο στο βάθος του κάδρου- ένιωσε πως κάτι μέσα της μαλάκωσε. Ήταν αυτό που πάθαινε καμιά φορά όταν δούλευε: σταματούσε να υπάρχει ως άνθρωπος και γινόταν μόνο μάτι. Μόνο βλέμμα. Και τότε ησυχάζανε όλα.

Γύρισε στο ξενοδοχείο λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Έβαλε το σώμα της κάτω από το καυτό νερό του ντους και έκλεισε τα μάτια. Δεν σκέφτηκε τίποτα. Ούτε τον άντρα που είχε φύγει ένα χρόνο πριν, χωρίς να κοιτάξει πίσω. Ούτε τη μητέρα της που της έλεγε συνέχεια να “μην μείνει μόνη”. Ούτε τα χρόνια που περνούσαν και την κοιτούσαν με απαιτήσεις. Μόνο το νερό. Και η σιωπή.

Ο καφές του ισογείου μύριζε περισσότερο υποχρέωση παρά ξύπνημα. Η Κλέλια κάθισε μόνη της σε ένα τραπεζάκι κοντά στο παράθυρο, φορώντας ακόμα το μπουφάν της. Είχε κοιμηθεί ελάχιστα. Τα μάτια της βαριά, η φωνή της κουρασμένη, ήσυχη. Παρήγγειλε έναν σκέτο. Η γεύση ήταν νερό με ίχνη προσδοκίας. Πριν προλάβει να πιεί δεύτερη γουλιά, άνοιξε η πόρτα. Το βήμα που ακούστηκε ήταν γεμάτο αυτοπεποίθηση, σχεδόν παλιό -από αυτά που δεν προσπαθούν να κάνουν εντύπωση, αλλά την κάνουν.

Η Σμαρώ μπήκε σαν να της ανήκε ο χώρος: μαύρο παντελόνι, λινό λευκό πουκάμισο ανοιχτό ως το στέρνο, βαριά σκουλαρίκια που κουδούνιζαν ελαφρά με κάθε κίνηση. Τα κοντά της μαλλιά ανέμελα, το βλέμμα ευθύ, το δέρμα της ηλιοκαμένο χωρίς προσπάθεια. Στο ένα χέρι, τσιγάρο. Στο άλλο, δύο καφέδες σε χάρτινα ποτήρια.

Την είχε δει χτες το βράδυ, να κινείται ανάμεσα στα έργα με φυσικότητα και σιγουριά. Δεν ήξερε τότε ποια ήταν, αλλά τώρα αναγνώρισε τη φιγούρα. Η επιμελήτρια της έκθεσης. Η γυναίκα που είχε σταθεί μπροστά σε έναν καμβά με τα χέρια στις τσέπες και το βλέμμα απλωμένο, σαν να άκουγε μουσική.

Η Σμαρώ πλησίασε το τραπέζι της, στάθηκε μπροστά της και την κοίταξε κατευθείαν.

– Αυτός εδώ είναι βιομηχανικό ατύχημα, είπε δείχνοντας τον καφέ της Κλέλιας. Έλα, έφερα Παύλο. Μη ρωτάς, δοκίμασε.

Η φωνή της βαθιά, βραχνή, έβγαινε σαν κρασί που ξεχάστηκε χρόνια σε κελάρι και βγήκε τώρα, απρόσκλητο και δυνατό. Η Κλέλια την κοίταξε χωρίς λέξη. Την παρατήρησε πρώτα: τα χέρια της, τις φλέβες της, τα νύχια χωρίς βερνίκι. Άνθρωπος που έζησε. Που καίγεται και δεν κρύβει τις στάχτες.

Η Σμαρώ γύρισε και άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα προς την ταράτσα χωρίς να ρωτήσει αν θα την ακολουθήσει. Η Κλέλια πήρε το ποτήρι και την ακολούθησε. Χωρίς λέξη.

Η ταράτσα ήταν σχεδόν άδεια, με ένα τραπέζι αλουμινίου και δυο παλιές καρέκλες που έτριζαν. Στο βάθος, λουλούδια σε τενεκέδες. Μια πορτοκαλί καρέκλα χωρίς πλάτη. Στάχτες παντού.

Η Σμαρώ κάθισε, άναψε τσιγάρο με αναπτήρα Zippo, και φύσηξε καπνό στον αέρα σαν να τον ευχαριστούσε που είναι ακόμα εκεί.

– Ξέρεις τι μου αρέσει εδώ πάνω; είπε χωρίς να την κοιτάζει. Ότι δεν έχει τίποτα, αλλά τα έχει όλα. Άμα δεν σου αρέσει η μέρα, την αλλάζεις απ’ την κορυφή.

Η Κλέλια κάθισε απέναντί της. Δεν ένιωθε άβολα. Ίσα-ίσα. Είχε καιρό να νιώσει ότι κάποιος δεν περίμενε τίποτα από εκείνη -ούτε χαμόγελο, ούτε εξήγηση, ούτε ευγένεια.

Η Σμαρώ ήπιε μια γουλιά καφέ και την κοίταξε τώρα ίσια.

– Έχεις βλέμμα καλό, είπε απλά. Όχι ευγενικό. Αληθινό.

Η Κλέλια χαμογέλασε μισά.
– Μ’ αρέσουν οι καφέδες που με τραβάνε από το ισόγειο στην ταράτσα.

– Όλα τα ωραία έτσι αρχίζουν, είπε η Σμαρώ. Με έναν καφέ που δεν ήξερες ότι χρειάζεσαι.

Κάθισαν για λίγο σιωπηλές. Καπνίζοντας, πίνοντας, αφήνοντας τον αέρα να περάσει ανάμεσά τους χωρίς να τον βαφτίσουν “στιγμή”.

Η Σμαρώ δεν προσπαθούσε να την εντυπωσιάσει. Δεν χρειαζόταν. Ήταν από μόνη της ιστορία -από αυτούς τους ανθρώπους που δεν λένε πολλά, αλλά είναι σαν να κουβαλούν μια χιλιοτραγουδισμένη μπαλάντα μες στο σώμα τους. Και η Κλέλια το ένιωσε: δεν ήταν ανάγκη να καταλάβει ποια ήταν η Σμαρώ. Αρκούσε να την βλέπει να υπάρχει.

Η Σμαρώ άναψε το δεύτερο τσιγάρο της και άφησε το κεφάλι της πίσω, με το βλέμμα στον γκρίζο ουρανό.

– Έχει και το βόρειο φως τη χάρη του, είπε. Δεν είναι λαμπερό. Είναι ειλικρινές.

Η Κλέλια δεν απάντησε. Παρατηρούσε τη σιωπή -αυτή τη μικρή συμφωνία μεταξύ δυο ανθρώπων που δεν ένιωθαν την ανάγκη να γεμίσουν τον αέρα με λέξεις. Ήταν όμορφα εκεί. Ανέλπιστα.

Η πόρτα της ταράτσας άνοιξε απότομα με ένα μεταλλικό τρίξιμο. Η Κλέλια γύρισε ενστικτωδώς, με μια ελαφριά ενόχληση στο βλέμμα. Κι εκεί στεκόταν. Ένας άντρας με μπογιές στα χέρια, μαύρο μπλουζάκι με λεκέδες, ένα μαντήλι δεμένο στον καρπό. Τα μαλλιά του μισομαζεμένα πίσω, πρόσωπο ασύμμετρο -όμορφο, όχι με τον τρόπο των φωτογραφιών, αλλά με τον τρόπο που μένει.

– Άργησα; ρώτησε, βγάζοντας το πακέτο του και πιάνοντας έναν αναπτήρα.

Η Σμαρώ δεν απάντησε αμέσως. Τον κοίταξε με ένα αδιόρατο μειδίαμα.
– Εσύ πάντα αργείς. Δεν σε περιμένει κανείς.

– Τότε ήρθα στην ώρα μου, είπε εκείνος και κάθισε με τον αέρα ανθρώπου που γνώριζε καλά το μέρος.

Η Κλέλια τον κοίταξε, χωρίς να είναι σίγουρη αν της αρέσει ή την ενοχλεί που μπήκε έτσι στη σκηνή.

– Αυτός είναι ο Άρης, της είπε η Σμαρώ, με έναν τόνο που δεν εξηγούσε, απλώς ενημέρωνε.

– Κι εσύ είσαι η Αθηναία, ε; είπε ο Άρης, στρέφοντας το βλέμμα του πάνω της.
– Πού το κατάλαβες;
– Από τη στάση σου. Οι Αθηναίοι δεν κάθονται. Κρατιούνται.

Η Κλέλια σήκωσε το φρύδι, μισοέτοιμη να απαντήσει με ειρωνεία, αλλά τελικά γέλασε. Δεν ήταν προσβολή. Ήταν διάγνωση -και μάλλον σωστή.

– Τι κάνεις εδώ; ρώτησε η Κλέλια.

– Τελειώνω ένα έργο στον τοίχο, απάντησε. Χρειάστηκε να ανέβω για να το χαζέψω από μακριά. Πάντα ανεβαίνω ψηλά στο τέλος. Ξέρεις, για προοπτική.

– Είναι ζωγράφος, είπε η Σμαρώ. Και γλύπτης. Και χαμένος ποιητής. Και ό,τι άλλο δεν βγάζει λεφτά.

Ο Άρης δεν αντέδρασε. Έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό σημειωματάριο, σαν εκείνα που δεν είναι για ιδέες, αλλά για σκίτσα της στιγμής. Το άνοιξε, ζωγράφισε κάτι γρήγορα και το γύρισε προς την Κλέλια.

Ήταν η ταράτσα, όπως την έβλεπαν εκείνη τη στιγμή. Με τις καρέκλες, τα τασάκια, τη Σμαρώ και την ίδια.

– Δεν σου ζήτησα να με ζωγραφίσεις, είπε.
– Δεν σε ρώτησα αν μπορώ, απάντησε. Απλώς ήσουν εκεί.

Η Σμαρώ σηκώθηκε.

– Εγώ θα κατέβω. Εσείς μείνετε λίγο. Κάνει καλό το απρόβλεπτο.

Κι έτσι έμειναν μόνοι.

Ο Άρης έβγαλε δεύτερο τσιγάρο και της πρόσφερε. Η Κλέλια δέχτηκε. Δεν ήταν συνήθειά της να μένει με αγνώστους. Αλλά αυτός ο άντρας δεν είχε το βλέμμα του αγνώστου. Είχε το βλέμμα κάποιου που ήταν ήδη εκεί πριν έρθει.

– Εγώ φωτογραφίζω, είπε. Για να πει κάτι.

Την κοίταξε.

– Ξέρεις, δεν έχει σημασία να ξέρεις τι θέλεις από τον άλλον. Μόνο να βλέπεις πώς κάθονται οι λέξεις όταν τις λέει.

Η Κλέλια δεν ήξερε πώς να απαντήσει. Γιατί, χωρίς να το έχει αποφασίσει, τον είχε ήδη προσέξει. Όχι για την εμφάνισή του. Ούτε για τις φράσεις του. Αλλά για το κενό που δεν προσπαθούσε να γεμίσει.

Τις επόμενες μέρες, όλα επιτάχυναν. Χωρίς να το αποφασίσουν. Χωρίς να μιλήσουν γι’ αυτό. Ο Άρης εμφανιζόταν από το πουθενά -στην έκθεση, σε κάποιον δρόμο, σε μια γωνιά όπου σχεδίαζε με κάρβουνο ένα γυναικείο προφίλ. Κι εκείνη, χωρίς να καταλάβει πώς, τον ακολουθούσε. Ή τον περίμενε. Ή απλώς ήθελε να υπάρχει όπου ήταν εκείνος.

Τη δεύτερη νύχτα της γνωριμίας τους, περπατούσαν στα Λαδάδικα. Εκείνος της έδειχνε παλιές επιγραφές, χτυπημένες πόρτες, ακάλυπτα με σπασμένους καθρέφτες.

– Όλα αυτά έχουν μια αρχοντιά που δεν ενδιαφέρεται πια να τη θαυμάσουν, της είπε.
– Σαν εμάς, είπε εκείνη, σχεδόν ασυναίσθητα.

Ο Άρης γύρισε και τη φίλησε. Όχι τρυφερά. Όχι σίγουρα. Τη φίλησε σαν να την ήξερε χρόνια. Σαν να ήξερε ότι δεν θα είχε χρόνο να το ξανακάνει. Δεν το σκέφτηκε. Δεν αμφισβήτησε τίποτα. Τον φίλησε πίσω -και το φιλί της δεν ήταν άμυνα, ούτε φόβος. Ήταν ανάγκη.

Από εκείνο το βράδυ, ήταν συνέχεια μαζί. Έτρωγαν σε καντίνες, έπιναν μπίρες σε σκάλες, γελούσαν με τα πιο ηλίθια πράγματα. Εκείνη έπιανε τον εαυτό της να γελάει δυνατά, να χάνει την προσεκτική της στάση. Της έλεγε ιστορίες με λέξεις άτσαλες και καθαρές. Δεν προσπαθούσε να την εντυπωσιάσει. Και δεν την αντιμετώπιζε σαν κάτι να κατακτήσει. Ήταν σαν να είχε βρει έναν άνθρωπο που δεν ήθελε τίποτα από εκείνη -αλλά ήθελε εκείνη.

– Ξέρεις, είπε μια νύχτα καθώς ξάπλωναν στο πάτωμα του ατελιέ του, ανάμεσα σε καμβάδες και ραγισμένα ηχεία, δεν ξέρω να κρατάω πράγματα. Τα χάνω. Ή τα σπάω.

Η Κλέλια τον κοίταξε.

– Δεν θέλω να με κρατήσεις, του είπε. Θέλω να με ζήσεις.

Δεν μίλησαν άλλο. Έκαναν έρωτα χωρίς μουσική, χωρίς ρούχα που να πετιούνται θεατρικά. Με αναπνοές, ιδρώτα και βλέμματα. Και όταν τελείωσε, δεν γύρισε από την άλλη. Της κράτησε το χέρι.

Η Κλέλια άνοιγε. Έβγαζε από πάνω της τα φίλτρα. Ήταν ο εαυτός της χωρίς επεξεργασία. Τον φωτογράφιζε όταν κοιμόταν. Εκείνος την ζωγράφιζε όταν έγραφε στο κινητό της.

Ήταν σαν να είχε γλιστρήσει σε μια άλλη ζωή -μια ζωή πιο ανάλαφρη, πιο καθαρή. Η Κλέλια ξυπνούσε χωρίς ξυπνητήρι, περπατούσε ξυπόλυτη στον χώρο του Άρη, μύριζε μπογιά, τσιγάρο και δέρμα. Δεν της έλειπε τίποτα.

Ο Άρης είχε μια δική του ιεροτελεστία: της έφτιαχνε καφέ χωρίς να τη ρωτήσει πώς τον πίνει. Πάντα τον πετύχαινε. Έπειτα την κοιτούσε. Μόνο αυτό. Την κοιτούσε για πολλή ώρα. Χωρίς να πει λέξη. Και εκείνη ένιωθε ότι γινόταν αληθινή μέσα από το βλέμμα του.

Κάποιες μέρες έφευγαν με το μηχανάκι του και πήγαιναν μέχρι τα Κάστρα. Εκείνος κουβαλούσε πάντα μαζί του ένα τετράδιο. Έγραφε φράσεις, σχεδίαζε κομμάτια του τοπίου, σκάλιζε τις γωνίες του προσώπου της.

– Είσαι σαν κάτι που μου λείπει πριν το γνωρίσω, της είπε μια μέρα, και της ακούστηκε πιο φυσικό από κάθε «σ’ αγαπώ» που είχε ακούσει ποτέ.

Του χάρισε ένα φιλί χωρίς λόγια. Με ανοιχτά μάτια.

Τις νύχτες, όταν δεν έκαναν έρωτα, μιλούσαν. Για ήχους, για σχήματα, για παιδικές λέξεις, για το τι θέλουν να αφήσουν πίσω τους όταν φύγουν. Ποτέ για το πριν. Μόνο για το τώρα και το μετά.

Κάποιο βράδυ, της έβαλε ένα τραγούδι. Ένα παλιό, σχεδόν ξεχασμένο ελληνικό κομμάτι που έμοιαζε να ανήκει σε άλλη εποχή.

– Γιατί αυτό; τον ρώτησε.
– Επειδή μου θυμίζει πώς χτυπάει η καρδιά όταν δεν ακούς το μυαλό.

Και εκείνη χαμογέλασε. Γιατί, χωρίς να ξέρει το πώς, αυτό ήταν πια η καθημερινότητά της: καρδιά, χωρίς μυαλό. Χωρίς αναλύσεις. Χωρίς φίλτρα.

Φωτογράφιζε τη Θεσσαλονίκη αλλιώς. Όχι με στόχο, αλλά με συναίσθημα. Δεν ήθελε να «καλύψει» την έκθεση. Ήθελε να την αισθανθεί. Και κάθε καρέ της έβγαινε πιο καθαρό, πιο αληθινό.

Η Σμαρώ το κατάλαβε.

– Εσύ λάμπεις, της είπε ένα πρωί στην ταράτσα. Δεν ξέρω τι κάνεις, αλλά συνέχισε να το κάνεις.

Και η Κλέλια δεν απάντησε. Γιατί δεν ήξερε κι εκείνη τι ακριβώς έκανε. Ήξερε μόνο ότι ήταν εδώ. Πιο παρούσα από ποτέ. Πιο ελεύθερη.

Ο Άρης την κοίταζε σαν έργο που δεν θέλει να τελειώσει. Και η Κλέλια ένιωθε -ίσως για πρώτη φορά- ότι δεν χρειάζεται να προσπαθήσει για τίποτα. Ότι, όσο κρατούσε αυτό το φως, ήταν απλά ζωντανή.

Μέχρι που ένα πρωί, το φως δεν αρκούσε πια.

Το στούντιο του Άρη ήταν βουβό από το πρωί. Η Κλέλια είχε ξυπνήσει πρώτη και τον βρήκε να κάθεται στο πάτωμα, πλάτη στον τοίχο, χωρίς τσιγάρο, χωρίς χαρτί, χωρίς τίποτα. Τα μάτια του ήταν αλλού. Σαν να μην αναγνώριζαν τον χώρο, ούτε την ίδια.

– Άρη;

Δεν γύρισε αμέσως. Έκανε μερικά δευτερόλεπτα. Σαν να του πήρε χρόνο να τη θυμηθεί.

– Όλα καλά;

– Δεν μπορώ σήμερα. Θέλω να μείνω μόνος.

Η φωνή του δεν είχε συναίσθημα. Ούτε τρυφερότητα, ούτε θυμό. Μόνο ένα κενό. Η Κλέλια ένιωσε ένα ρίγος. Δεν ήταν η πρώτη φορά που κάποιος της ζητούσε απόσταση. Αλλά με τον Άρη… ήταν αλλιώς. Ήταν σαν να απομακρυνόταν το ίδιο το κέντρο της ζωής της.

– Να φύγω; ρώτησε.

– Ναι, ψιθύρισε.

Φόρεσε σιωπηλά το μπουφάν της και βγήκε.

Πέρασαν δύο μέρες. Δεν της απάντησε σε κανένα μήνυμα. Δεν τον είδε πουθενά. Ούτε στην έκθεση, ούτε στους δρόμους, ούτε στις ταράτσες που συνήθιζαν να κάθονται. Η Σμαρώ την είδε την τρίτη μέρα και της έδωσε ένα σημείωμα. Ένα απλό χαρτί, μολυβί, με τα γράμματά του.

Κλέλια,

Μη με ψάξεις. Δεν χάθηκα. Δεν ανήκα ποτέ εδώ.
Έπρεπε να σου πω από την αρχή. Δεν είμαι κάποιος που μένει.
Όχι γιατί δεν το θέλω. Αλλά γιατί δεν μπορώ.

Έχω υπάρξει επικίνδυνος -όχι για άλλους. Για μένα.
Κι όταν συμβαίνει αυτό, πάντα κάποιος πληγώνεται γύρω.
Δεν θέλω να είσαι εσύ αυτός ο κάποιος.

Μην θυμώνεις μαζί μου. Θύμωσε με την αλήθεια μου.
Αυτή δεν μπόρεσα να την αλλάξω.

Άρης

Η Κλέλια έμεινε ακίνητη για ώρα. Ούτε έκλαψε. Ούτε φώναξε. Μόνο κάθισε σ’ ένα πεζούλι και διάβαζε ξανά και ξανά τις ίδιες λέξεις. Όχι για να καταλάβει. Για να τις πιστέψει.

Ήξερε από την αρχή ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν διαφορετικός. Αλλά είχε πιστέψει -είχε ελπίσει- ότι ίσως αυτή τη φορά η αλήθεια δεν θα κέρδιζε.

Δεν την έβλαψε. Αλλά την τσάκισε. Γιατί δεν της άφησε ούτε θυμό να κρατηθεί. Της άφησε μόνο φως -και το κενό που μένει όταν ξαφνικά όλα σβήνουν.

Η Κλέλια δεν άντεχε την άγνοια. Όχι γιατί ήθελε εξηγήσεις, δεν ήθελε να τον φέρει πίσω. Ήθελε να καταλάβει. Για να μπορέσει να συνεχίσει.

Πήγε στη Σμαρώ. Δεν χρειάστηκε να της πει τίποτα. Εκείνη την κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα, της έβαλε έναν καφέ και της έδειξε μια παλιά, ξεθωριασμένη κάρτα:

Γ’ Ψυχιατρική Κλινική Θεσσαλονίκης
Τμήμα Επανένταξης και Παρακολούθησης
Άρης Ν.

Η Κλέλια ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.

– Πότε;
– Δυο μέρες αφού εξαφανίστηκε. Μπήκε μόνος του. Δεν είναι η πρώτη φορά, Κλέλια. Είναι η τρίτη.

Η Κλέλια έμεινε σιωπηλή.

– Πάλεψε πολύ για να σταθεί στα πόδια του. Και στάθηκε. Μα πάντα έχει μια σκιά πίσω του. Πότε την κουβαλά, πότε την ακολουθεί.

– Γιατί δεν μου το είπε;
– Γιατί για λίγο ένιωσε άνθρωπος και όχι «ιστορικό περίπτωσης». Ήθελε να το ζήσει καθαρό. Όσο μπορούσε.

Η Κλέλια πήγε μέχρι το νοσοκομείο. Δεν μπήκε μέσα. Κάθισε απ’ έξω, σε ένα παγκάκι, κοιτώντας την είσοδο. Δεν χρειαζόταν να τον δει. Δεν ήθελε να τον κάνει να νιώσει έκθετος. Ήθελε μόνο να είναι κοντά του. Έστω κι αν εκείνος δεν το μάθαινε ποτέ.

Στο σημειωματάριό της, έγραψε μία μόνο πρόταση: Κάποιοι έρωτες δεν χάνονται. Απλώς δεν χωρούν στον κόσμο όπως είναι τώρα.

Αφροδίτη Αυγερινού

One response to “Μια φορά στη Θεσσαλονίκη”

  1. Εξαιρετική γραφή, ολοζώντανες σκηνές, λέξεις προσεκτικά διαλεγμένες!!

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading