Το ξεκαθάρισμα

‘Θα του σπάσω το κεφάλι!’, σκεφτόταν σε λούπα, όσο διένυε την ελάχιστη απόσταση που τη χώριζε από την καλύτερή της φίλη.

‘Θα του σπάσω το κεφάλι στα δύο’. Περισσότερες λέξεις, περισσότερα νεύρα και η απόσταση στα μάτια της μεγάλωνε. Κυριολεκτικά δέκα βήματα, τα οποία της φάνηκαν αιώνας.

«Χρύσαααααααα!», φώναξε με όσο αέρα είχε στα πνευμόνια της. Η Χρύσα αναπήδησε και λερώθηκε με τον καφέ της.

«Χρύσα. Πήγαινε. Στο. Μπάνιο. Τώρα!».

Η Κάτια οριακά σωριάστηκε στο γραφείο της δίχως να μπορεί να κουνηθεί. Ένα τρέμουλο διαπέρασε το κορμί της. Το χρώμα της άσπρο σαν το χιόνι και το πρόσωπό της παγωμένο σαν πορσελάνινη κούκλα.

«Κάτια μου;», ρώτησε η Χρύσα φανερά ανήσυχη βλέποντας τη φίλη της.
«Χρύσα, πήγαινε στο μπάνιο! Σε παρακαλώ!», την ικέτεψε η Κάτια.
«Τι έγινε ρε;»
«Είναι με άλλη! Την έχει αγκαλιά και την πασπατεύει! Σε παρακαλώ!»
«Ορίστε; Τι λες;»
«Πόσες φορές πρέπει να το πω, Παναγία μου; Είναι με άλλη! Την έχει αγκαλιά και την πασπατεύει! Σε παρακαλώ… πήγαινε!».

Η Χρύσα είχε κοκκαλώσει και κοιτούσε με μία έκφραση έκπληξης την Κάτια στα μάτια.

«ΧΡΎΣΑ ΠΉΓΑΙΝΕ ΤΏΡΑ!!!», πρόσταξε η Κάτια καθώς το πρώτο σοκ διαπερνούσε όλο της το κορμί.

Η Χρύσα ταρακουνήθηκε από τις φωνές και έτρεξε στις τουαλέτες του ορόφου. Η Κάτια μόλις είδε τη φίλη της να μπαίνει στο μπάνιο ανέπνευσε για πρώτη φορά φυσιολογικά. Δεν μπορούσε παρόλα αυτά να κουνηθεί από τη θέση της και τον μόνο που ήθελε ήταν κάτι σε αλκοόλ, αλλά ήταν ακόμα πρωί και στο γραφείο οτιδήποτε οινοπνευματώδες ήταν απαγορευμένο.

Προσπάθησε να σταθεί στα πόδια της, αλλά ήταν αδύνατο. Τα νεύρα της την είχαν καθηλώσει και αν η Χρύσα αργούσε να βγει από το μπάνιο, πολύ πιθανόν να ξεσπούσε σε κλάματα. Μετά από μερικά λεπτά που της φάνηκαν αιώνας, η Χρύσα επέστρεψε κοντά της.

«Εντάξει… Εντάξει… Έρχεται! Ήταν με την…»
«ΔΕ ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ ΜΕ ΠΟΙΑ ΗΤΑΝ. ΜΕ ΝΟΙΆΖΕΙ ΠΟΥ ΗΤΑΝ!», φώναξε η Κάτια ακριβώς τη στιγμή που περνούσε έξω από το γραφείο της μια άλλη υπάλληλος κοιτώντας την καχύποπτα.

«Χρειάζομαι νερό! Δεν είμαι καλά!»
«Αμέσως, Κάτια μου!», είπε η Χρύσα και τηλεφώνησε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο κυλικείο. «Ένα μπουκάλι νερό αν είναι εύκολο!». Και μάλλον δεν ήταν γιατί το νεράκι της δεν ερχόταν ποτέ και το κυλικείο ήταν στον από κάτω όροφο.

«Χρύσα, σε παρακαλώ…»
«Κάνε λίγη υπομονή!»

Η υπομονή της Κάτιας άρχισε να εξαντλείται δραματικά. Δεν θα άντεχε και πολύ πριν καταρρεύσει και όσο εκείνος αργούσε να βγει απ’ το μπάνιο, τόσο τα νεύρα της τη διέλυαν. Εμφανίστηκε η κοπέλα με το νερό, αλλά πριν έρθει στο γραφείο της Κάτιας, έκανε μια στάση να κουτσομπολέψει με τις υπόλοιπες.

«ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΠΟΛΥ ΚΟΥΚΛΑ ΜΟΥ… ΔΩΣΕ ΜΟΥ ΤΟ ΝΕΡΑΚΙ!», φώναξε η Κάτια τρομάζοντας την κοπέλα και την παρέα της. Το νερό έφτασε αμέσως μπροστά της και η Κάτια ήπιε την πρώτη παγωμένη γουλιά.

«Ηρέμησε! Έρχεται!», είπε η Χρύσα και η Κάτια σταμάτησε να αναπνέει. Μόλις ένιωσε το βλέμμα του πάνω της, η καρδιά της σταμάτησε. Μόλις εκείνος σταμάτησε στην πόρτα του γραφείου της, η Κάτια ζαλίστηκε και κοίταξε τη Χρύσα που μιλούσε μαζί του με ένα βλέμμα δολοφ0νικ0.

«ΕΓΩ ΦΕΥΓΩ!», τους φώναξε η Κάτια και τότε εκείνος την πλησίασε απειλητικά.
«Δεν έχεις να πας πουθενά! Άκου εκεί ‘φεύγω!’!»
«Ό,τι θέλω θα κάνω! Θέλω να φύγω, θα φύγω. Θέλω να μείνω, θα μείνω!»
«Βρε τι μας λες; Δεν έχεις να πας πουθενά, το κατάλαβες;»

Το σώμα του ήταν σκυμμένο από πάνω της και η καρδιά της κόντευε να ξεπηδήσει από το στήθος της. Όσο και να τον ήθελε, άλλο τόσο ήθελε να τον σπάσει στο ξύλ0. Όσο και να την τρέλαινε το γεγονός ότι την ήθελε εκεί, άλλο τόσο την δαιμόνιζε η εικόνα του στο μπάνιο έχοντας στην αγκαλιά του κάποια άλλη. Όσο και αν ήθελε να τον φιλήσει εκείνη τη στιγμή, άλλο τόσο ήθελε να τον βρίσει όταν τον είδε να την κοιτάει μέσα από τον καθρέφτη στο μπάνιο, ενώ άγγιζε άλλη.

Ταχυκαρδία. Εφίδρωση. Τρέμουλο. Αυτό ένιωσε και μόνο και προσπάθησε να απομακρύνει το σώμα της όσο πιο μακριά του μπορούσε.

«Θα φύγω…»
«Όχι! Χρύσα φύγε και κλείσε την πόρτα!», πρόσταξε εκείνος δίχως να αποτραβήξει το βλέμμα του από το δικό της. Η Χρύσα υπάκουσε και βγήκε έξω. «Έλα, έλα στις δουλειές μας! Στο κουτσομπολιό πρώτοι είστε ρε σεις! Δεν έχει κάτι να δείτε εδώ!», την άκουσαν να λέει στους υπαλλήλους.

Η Χρύσα ήταν υπεύθυνη ανθρωπίνου δυναμικού στον εκδοτικό οίκο που εργαζόταν η Κάτια ως αρχισυντάκτης. Ο ‘Έτσι’ της Κάτιας ήταν ο διευθυντής του εκδοτικού οίκου. Μεγάλος έρωτας και κεραυνοβόλος. Για την Κάτια τουλάχιστον. Τον είδε την πρώτη φόρα και έπαθε μεγάλο κακό μαζί του. Εκείνος από την άλλη, ήταν μια κρύο και μια ζέστη. Ερωτύλος από τους λίγους. Όποια ήθελε, την είχε. Η Κάτια προσπάθησε πολύ να κερδίσει την καρδιά του.

Ένα βράδυ, στο μπαρ που σύχναζε όλος ο εκδοτικός οίκος, η Κάτια του εξομολογήθηκε τον έρωτά της. Δεν του πέρασε αδιάφορο. Την πήρε σπίτι του γιατί ήταν λιώμα μα δεν την ακούμπησε. Μερικά διάσπαρτα φιλιά μόνο. Το επόμενο πρωί, ο κύριος έκανε σαν να μη συνέβη τίποτα. Η Κάτια διαλύθηκε. Βλέπεις, η ελπίδα πονάει. Πήρε άδεια και εξαφανίστηκε. Εκείνος τη βρήκε. Έμεινε μαζί της όσες μέρες κράτησε η άδεια της. Έκαναν έρωτα όλη μέρα χωμένοι στα παπλώματα. Η Κάτια ένιωθε να πετάει στα ουράνια.

Η πραγματικότητα την προσγείωσε απότομα.
Όταν επέστρεψαν, εκείνος εξαφανίστηκε. Έκανε σαν να μην υπάρχει η Κάτια πουθενά. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ εκείνες οι μέρες πάθους. Και το καλύτερο; Εμφανίστηκε με κοπέλα στο γραφείο. ‘Κοπέλα του’ την σύστησε. Η Κάτια προσπάθησε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, μα ήταν ανώφελο. Ερωτευμένη κοπέλα ήταν… Βαριά πλήγματα… Μέχρι εκείνο το πρωινό… Το πρωινό που τον είδε στο μπάνιο να έχει στην αγκαλιά του και να αγγίζει αισθησιακά μια άλλη γυναίκα μπροστά στα μάτια της.

«Μέχρι εδώ ήταν! Βαρέθηκα! Κουράστηκα! Δεν μπορώ άλλο! Άσε με να φύγω…», του είπε θυμωμένα η Κάτια.
«Ηρέμησε!»
«Όχι! Φτάνει! Παράτα με!»
«Γιατί νευριάζεις, δεν καταλαβαίνω!»
«Α! Δεν καταλαβαίνεις! Μήπως επειδή απλά με πέταξες μετά την άδειά μου και δεν ξανασχολήθηκες; Και δεν σου λέω να με γουστάρεις, αλλά δουλεύουμε μαζί που να πάρει η οργή! Έχω μάτια και βλέπω!»

Χαλάρωσε το σώμα του και απομακρύνθηκε από κοντά της. Η Κάτια αναπτερώθηκε. Μια φλόγα ελπίδας ζέστανε την καρδιά της. Ίσως και να καταλάβαινε το λάθος του και να της ζητούσε μια συγνώμη. Ίσως…

«Κάτια, δεν καταλαβαίνω τι εννοείς!».
Ο ήχος ενός γυαλιού που σπάει ακούστηκε στο μυαλό της. Η καρδιά της ήταν.
«’Δεν καταλαβαίνεις τι εννοώ’… Μάλιστα!». Παύση. «Αυτό ήταν! Τέλος! Δεν ήμουν ποτέ παιχνίδι κανενός, δεν θα γίνω δικό σου. Ήταν ξεκάθαρο και εγώ δεν το έβλεπα. Μια ακόμα αρχισυντάκτρια στον εκδοτικό οίκο. Ένα ακόμα τρόπαιο στο σκρίνιο του γραφείου σου. Και να σκεφτείς πως πίστεψα πως μπορεί να ήσουν διαφορετικός. Χα! Πόσο hλί8ια είμαι!», του είπε και σηκώθηκε -επιτέλους!- όρθια.

Άρχισε να περπατάει πάνω κάτω από τα νεύρα της, ενώ εκείνος την κοιτούσε με απορία. Όσο περπατούσε, θυμόταν τα λόγια του… τα φιλιά του… τα χέρια του πάνω σε άλλη γυναίκα και εξοργιζόταν όλο και περισσότερο.

«Μπορείς, αν έχεις την ευγενή καλοσύνη, να σταματήσεις γιατί με εκνευρίζεις;»
«ΣΕ ΕΚΝΕΥΡΙΖΩ; ΕΓΩ; Το άκουσα και αυτό! Λοιπόν, για να είμαστε αγαπημένοι, με έχεις φλομώσει στο ψέμα με τις δήθεν ‘αγάπες’ σου. Εκμεταλλεύτηκες την ‘αδυναμία’ που σου είχα για να με ρίξεις στο κρεβάτι και επειδή ανέχομαι πολλά, είπες να παίξεις με τα συναισθήματά μου φέρνοντας την ‘κοπέλα’ σου εδώ ή χουφτώνοντας την άλλη στο μπάνιο. Τα έχω δει όλα με τα μάτια μου! Τέλος! Ή θα μάθεις να συνεργάζεσαι μαζί μου με επίπεδο και χωρίς πολλά-πολλά ή φεύγω και ψάξε άλλη αρχισυντάκτρια!»

Την κοίταξε γεμάτος έκπληξη και η Κάτια χαμογέλασε. Είχε τα χέρια στη μέση της και περίμενε μια απάντηση. Από αυτή θα εξαρτιόταν το μέλλον της στον εκδοτικό οίκο και φυσικά αν θα έσπαγε το γραφείο και το κεφάλι του αφεντικού της επιτόπου.

«Κάτια… Εγώ… Δεν…»
«Μπορείς; Ή δεν μπορείς; Μια τόση δα απαντησούλα είναι. Πες μου σε παρακαλώ, αλλιώς φωνάζω την Χρύσα και ξέρεις τι έχει να γίνει εδώ μέσα!»
«Κάτια…»
«Μπορείς να φερθείς σαν διευθυντής επιτέλους;»
«Πώς μου μιλάς έτσι;»
«Λέγε αλλιώς φωνάζω τη Χρύσα! Μπορείς να συνεργαστείς μαζί μου χωρίς να με ενοχλείς ή έχεις σκοπό να με τρελάνεις και να ψάξω άλλη δουλειά;»

Καμία απάντηση.
«Ωραία! Δεν μπορείς! Παίρνω τα πράγματά μου και φεύγω! Ευχαριστώ!», πετάχτηκε όρθια, πήρε την τσάντα της και άνοιξε την πόρτα. Η Χρύσα, η οποία κρυφάκουγε, παραλίγο να σωριαστεί στο πάτωμα.

«ΜΠΟΡΩ! Ικανοποιήθηκες; ΜΠΟΡΩ!», της απάντησε λίγο πριν περάσει την πόρτα. Η Κάτια και η Χρύσα γύρισαν προς το μέρος του.

«Μπορείς τι;»
«Μπορώ να συνεργαστώ μαζί σου με επίπεδο και χωρίς να σε ενοχλώ. Συγνώμη για όλα! Θα επανορθώσω!»
«Δεν χρειάζεται! Δεν υπάρχει λόγος! Δεκτή η συγνώμη σου! Τώρα σε παρακαλώ, φύγε γιατί έχω δουλειά!»

Ηττημένος επέστρεψε στο γραφείο του. Η Κάτια ανέπνευσε κανονικά και η Χρύσα άρχισε να ουρλιάζει από χαρά!

«Επιτέλους! ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! Τον ξεφορτωθήκαμε τον γελοίο. Τώρα θα τον ανεχόμαστε μόνο εδώ και με την πρώτη μαλ@κί@, θα τον δείρw!».

Η Κάτια γέλασε δυνατά και έπιασε αμέσως δουλειά. Θα της έπαιρνε καιρό μέχρι να τον ξεπεράσει, αλλά θα το κατάφερνε. Το χρωστούσε στον εαυτό της…

Κατερίνα Μοχράνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading