Μιλάνο, 2015.
03:26 π.μ.
Banca Nazionale, Via Manzoni.
Ένα κτίριο – φρούριο. Καθαρές γραμμές, παγωμένα φώτα, πόρτες με δάγκωμα.
Το σχέδιο ήταν τέλειο. Όχι γιατί το είχε φτιάξει ο Dottore. Αλλά γιατί το είχε σχεδιάσει η Βίκυ.
Ήταν εκείνη που έστησε τη ληστεία. Σιωπηλά. Μεθοδικά.
Είχε τοποθετήσει έναν χάκερ σε ταράτσα δίπλα στο Κτήριο Ασφαλείας της Banca Nazionale, τρεις μήνες πριν.
Ο τύπος – ψευδώνυμο R3V3R – είχε σπάσει το σύστημα παρακολούθησης. Έβλεπε πότε άνοιγε το χρηματοκιβώτιο. Πότε έφευγε η χρηματαποστολή. Ποιοι φρουροί ήταν στην πρωινή και ποιοι στη βραδινή βάρδια.
Τις πληροφορίες της επιβεβαίωνε η καθαρίστρια της τράπεζας.
Η κυρία Μαρία. Τετάρτες και Παρασκευές, με λευκή ποδιά και πλαστικό σφουγγαρόπανο, της έλεγε τα πάντα.
– “Απόψε είχε μόνο δυο φρουρούς. Ο ένας ροχαλίζει στα διαλείμματα.”
– “Αύριο αλλάζει ο διευθυντής. Ο καινούριος είναι ψείρας.”
– “Το βράδυ της Τρίτης γίνεται αλλαγή θυρίδων.”
Η Βίκυ είχε χτίσει ολόκληρο φάκελο. Με χάρτες, διαδρομές, εξόδους κινδύνου. Και το πιο σημαντικό: Είχε βίντεο από ΚΑΘΕ δρόμο γύρω από την τράπεζα.
Ήξερε πότε είχε κυκλοφορία.
Ήξερε ποιος γείτονας άνοιγε φώτα τα μεσάνυχτα.
Ήξερε ποιος διαχειριστής είχε κάμερες… και πότε χαλούσαν.
Δεν υπήρχε ούτε μία λεπτομέρεια που να μην είχε ελέγξει.
Ο Dottore, βέβαια, είχε άλλη ιδέα.
– “Να μπούμε, να τελειώνουμε. Όπλα, σιγαστήρες, ένα δυο πυροβολισμοί. Θα τους πάρουμε πριν προλάβουν να αντιδράσουν.”
Η Βίκυ τον κοίταξε με το παγωμένο της βλέμμα.
– “Όχι. Δεν χρειάζεται βία. Δεν χρειαζόμαστε αίμα. Χρειαζόμαστε εξυπνάδα. Μπαίνουμε. Βγαίνουμε. Δεν αφήνουμε ίχνος.”
Τον σάρωσε με το βλέμμα της.
– “Μόνο αν φοβάσαι το μυαλό… χρησιμοποιείς το όπλο.”
Ο Shqiponja δεν μίλησε. Όπως πάντα. Δεν σχολίασε, δεν επαίνεσε. Αλλά στο βλέμμα του υπήρχε απόλυτη εμπιστοσύνη.
Το βράδυ της ληστείας:
– Τεχνικοί συντήρησης.
– Γνήσια έγγραφα, από εταιρεία-βιτρίνα στην Μπολόνια.
– Μπλε στολές. Χειρουργικές μάσκες. Καπέλα εργασίας.
– Ένα αργό χαμόγελο στο στόμα του Toni.
Ο Ψείρας είχε 17 λεπτά. Τα κατάφερε σε 15.
Θησαυροφυλάκιο. 500 θυρίδες.
Λεφτά, χρυσός, φυσικά bitcoin.
Ο Dottore χάζευε.
– “Ό,τι δεν δηλώνεται… αξίζει περισσότερο.”
Και τότε… ήρθε η προδοσία.
Ο Dottore εξαφανίστηκε. Δεν πήγε στο ραντεβού. Πήρε τις βαλίτσες. Πήρε το χρήμα. Εξαφάνισε το τηλέφωνό του και όλα του τα ίχνη. Μέσα σε δέκα λεπτά κανείς δεν ήξερε πια τίποτα γι’ αυτόν . Άφησε τους υπόλοιπους με σακούλες χαρτονομίσματα με μελάνι, απομιμήσεις από λίρες και ψεύτικα ρόλεξ .
Ο Shqiponja δεν είπε τίποτα. Αλλά η Βίκυ… η Βίκυ έσπασε. Για πρώτη φορά.
Δεν φώναξε.
Δεν ούρλιαξε.
Αλλά έκανε κάτι πιο δυνατό.
Έσπρωξε την καρέκλα.
Σηκώθηκε.
Και τον κοίταξε στα μάτια.
– “Το σχεδίασα έως και την παραμικρή λεπτομέρεια, τους βρήκα όλους και τους έβαλα στη σωστή θέση. Και εσύ; Τι κάνεις εσύ; Είναι ο δικός σου συνέταιρος που μόλις μας πήρε τα πάντα!
Ο Shqiponja δεν κούνησε ούτε βλέφαρο. Η Βίκυ, όμως, έβραζε.
– “Αν ήταν δικό σου, θα τον κυνηγούσες. Αλλά εσύ… κάθεσαι. Πάντα κάθεσαι. Μόνο που αυτή τη φορά… δεν είναι δικό σου. Είναι δικό μου. Και κανείς δεν θα μου ξαναπάρει κάτι δικό μου. Ποτέ ξανά.”
Πήρε το παλτό της. Άνοιξε την πόρτα. Και χάθηκε στον δρόμο.
Ούτε ο Shqiponja την ακολούθησε.
**Δεν ήξεραν τότε… ότι αυτή η ληστεία δεν ήταν η αρχή ενός πλούσιου μέλλοντος. Ήταν η πρώτη ρωγμή σε μια αυτοκρατορία. Και στο τέλος… θα την έκανε σκόνη αυτός που δεν υπολόγισαν ποτέ: η γυναίκα με το παγωμένο βλέμμα.
Βασιλική Γκόγκα
Συνεχίζεται…

One response to “Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ – LA REYNA – Κεφάλαιο 9 – Ληστεία στην Banca Nazionale – Το τέλος της “χρυσής εποχής””
[…] Προηγούμενο […]