Το Πηγάδι των Ψυχών

Ήταν απόγευμα, όταν η μικρή Έλλη βρέθηκε να περπατά μόνη της στην περιοχή που βρισκόταν το παλιό πηγάδι. Το φθινόπωρο είχε μπει για τα καλά. Απότομος ψυχρός άνεμος φύσηξε, και τα ξερά φύλλα που ήταν πεσμένα στο έδαφος επιδόθηκαν σε έναν ξέφρενο χορό που γινόταν όλο και πιο άγριος. Η σκόνη εισχώρησε με φόρα στα μάτια και τα ρουθούνια της. Το κορίτσι, παλεύοντας να αναπνεύσει και να δει, άρχισε να βήχει, τρίβοντας τα μάτια της με μανία. Κι εκεί, ανάμεσα σε κάτι που έμοιαζε με άυλο φθινοπωρινό χορό και χορό θανάτου, έχασε την ισορροπία της κι έπεσε πάνω στον μεγάλο τσιμεντόλιθο που έφραζε την τρύπα του πηγαδιού.

Ένα μικρό κόκκινο ρυάκι κύλησε από το κεφάλι της και διέσχισε τη χοντρή πέτρα για να απορροφηθεί σχεδόν αμέσως από τις μικροσκοπικές ρωγμές της. Το σωματάκι της παρέμεινε να κείτεται εκεί, γερμένο στο πλάι, μέχρι το βράδυ που την αναζήτησε ο πατέρας της. Τα πυρόξανθα μαλλιά της έμοιαζαν σαν ένα ακόμη από τα πολλά νεκρά, πορτοκαλί φύλλα των δέντρων.

«Οι ψυχές. Την πήραν οι ψυχές», διέδιδαν οι κάτοικοι της γύρω περιοχής. «Την τράβηξαν στο πηγάδι τους».

Ο θάνατός της έγινε ακόμη ένα από τα περιστατικά που συνδέονταν με τον θρύλο του Πηγαδιού των Ψυχών. Και μία ακόμη από τις ιστορίες που ανακύκλωναν όταν δεν είχαν κάτι καινούριο να διηγηθούν.

Είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τότε.

***

Το πηγάδι στεκόταν ακόμα εκεί, βαθιά μέσα στην Κηφισιά της Αθήνας, ανάμεσα σε σπίτια και πυκνές καλαμιές. Ελάχιστοι το θυμούνταν πια. Κι ακόμη λιγότεροι τολμούσαν να πλησιάσουν.

Μόνο ένας άντρας εξακολουθούσε να τριγυρνά εκεί, μεθυσμένος σχεδόν πάντα, μουρμουρίζοντας λέξεις ακατανόητες. Ήταν ο γιος εκείνου του άντρα που χρόνια πριν, είχε πυροβολήσει μια φιγούρα που νόμιζε πως ήταν φάντασμα. Την επόμενη μέρα βρέθηκε νεκρός, με τα μάτια του ορθάνοιχτα, σαν να είχε αντικρίσει κάτι τόσο φρικτό που δεν μπορούσε να το ξεχάσει ούτε στον θάνατο.

Ο γιος του μεγάλωσε με εκείνο το στίγμα. Παράτησε το σχολείο, δεν εργάστηκε ποτέ σταθερά και έζησε πότε σε υπόγεια και πότε σε εγκαταλελειμμένα σπίτια. Οι άνθρωποι τον απέφευγαν. Όχι μόνο γιατί βρώμαγε οινόπνευμα και απλυσιά, αλλά γιατί όταν μιλούσε, έλεγε πράγματα που δεν ήθελαν να ακούσουν. Υποστήριζε ότι το πηγάδι ήταν ζωντανό˙ ότι μιλούσε˙ ότι το είχε δει να ανασαίνει. Προειδοποιούσε τους περαστικούς να μην το κοιτούν.

«Θα δεις τη βάρκα του Χάρου», μουρμούριζε. «Τους παίρνει όλους. Αλλά κάποτε, θα δεις κι εσένα μέσα».

***

Ο Λάζαρος Νικολάου έβγαλε τη φωτογραφική μηχανή πολαρόιντ και στάθηκε δίπλα στο πηγάδι. Το φθινόπωρο είχε μπει για τα καλά κι εκείνος, συνηθισμένος στο ζεστό κλίμα της Κρήτης όπου έμενε τον τελευταίο χρόνο για να γράψει ένα άρθρο για το φαινόμενο των Δροσουλιτών, φορούσε πολύ λεπτά ρούχα. Σήκωσε τον γιακά από το σακάκι του κι έσκυψε για να παρατηρήσει την πέτρινη πλάκα με την οποία ήταν σφραγισμένο το άνοιγμα. Αγγίζοντας τα διάφορα χαραγμένα σύμβολα με τα δάχτυλά του, δοκίμασε να τραβήξει μια φωτογραφία.

«Μην το κάνεις!» άκουσε μια αντρική φωνή. «Θα σε πάρει κι εσένα μαζί του».

Στράφηκε απότομα και είδε έναν αδύνατο ρακένδυτο άντρα με μακριά μαλλιά να τον κοιτάζει με βλέμμα θολό, γεμάτος πανικό. Προχώρησε τρεκλίζοντας προς το μέρος του.

«Δώσε μου τη μηχανή. Πρέπει να σβήσεις ό,τι τράβηξες. Αλλιώς θα σε στοιχειώσει».

Ο Λάζαρος σήκωσε προειδοποιητικά το χέρι.

«Μην με πλησιάζεις!» του φώναξε.

Άρχισε να οπισθοχωρεί. Όμως ο άντρας δεν υπάκουσε.

«Δώσε μου τη μηχανή», επέμεινε και πλησίασε επικίνδυνα. «Μου πήραν τον πατέρα μου. Θα πάρουν κι εσένα».

Εκείνη τη στιγμή, ένας απότομος ψυχρός άνεμος φύσηξε. Τα φύλλα γύρω τους σηκώθηκαν από το έδαφος και άρχισαν να στριφογυρίζουν σε έναν ξέφρενο χορό. Η σκόνη αναδεύτηκε και κάλυψε τα πάντα. Ο Λάζαρος ένιωσε να χάνει την ισορροπία του και καθώς πισωπατούσε, έπεσε κάτω. Η μηχανή έφυγε από το χέρι του κι έπεσε δίπλα στο πηγάδι τραβώντας αυτόματα μια φωτογραφία.

Ο Λάζαρος, τρίβοντας το κεφάλι του, πάσχισε να σηκωθεί. Τινάζοντας τη σκόνη από τα ρούχα του, έψαξε με το βλέμμα του τον περίεργο άντρα, μα ήταν άφαντος.

Αναστέναξε.

Πλησίασε πάλι στο πηγάδι. Έκανε να σηκώσει τη μηχανή, μα πριν προλάβει να κοιτάξει τη φωτογραφία που είχε τραβήξει, το βλέμμα του καρφώθηκε στο πηγάδι. Μόνο που αυτή τη φορά, το άνοιγμα είχε μετακινηθεί. Ένας απόκοσμος ήχος άρχισε να ανεβαίνει μέσα από το πηγάδι. Έμοιαζε με φωνές που ψιθύριζαν ακατανόητες λέξεις.

Κοίταξε μέσα: το νερό γυάλιζε σαν καθρέφτης. Μα πάνω του, αντί να δει τον εαυτό του, αντίκρισε κάτι άλλο. Έκανε να ουρλιάξει, αλλά η φωνή του δεν βγήκε. Προσπάθησε να φύγει, μα το σώμα του δεν υπάκουσε. Τα φύλλα σταμάτησαν να κινούνται. Τα χρώματα ξεθώριασαν. Τα δέντρα έγιναν στάχτη. Ο αέρας δεν φυσούσε πια. Ο κόσμος σώπασε γύρω του. Η ησυχία ήταν απόκοσμη. Και το σώμα του, διαλύθηκε σιγά σιγά σε μικρά σωματίδια, σαν καπνός που χάνεται μέσα σε όνειρο.

***

Την επόμενη ημέρα, ο Λάζαρος βρέθηκε νεκρός δίπλα στο πηγάδι. Σκοτώθηκε από την πτώση όταν προσπάθησε να προστατεύσει τη μηχανή του από τον άντρα που τον καταδίωκε.

Η παρέα τον μαθητών που τον εντόπισε, ανακάλυψε τη μηχανή του. Ένα παιδί πήρε τη φωτογραφία και την κοίταξε με περιέργεια.

Απεικόνιζε μια βάρκα. Μέσα της, καθόταν ένα κορίτσι με πυρόξανθα μαλλιά που έμοιαζαν σαν φθινοπωρινά φύλλα, ένας βαρκάρης μαυροντυμένος, ατάραχος, χωρίς πρόσωπο και ο Λάζαρος. Ήρεμος. Νεκρός. Ανέκφραστος.

***

Και κάπου, βαθιά μέσα στο πηγάδι, η βάρκα συνέχισε να κυλάει αργά πάνω στα σκοτεινά νερά.

Η Έλλη δεν μιλούσε. Μόνο κοιτούσε με το άδειο βλέμμα της τον νέο συνεπιβάτη.

Ο Χάρος δεν σταματούσε. Ταξίδευε.

Κι αν κοιτάξεις αρκετά βαθιά, κάποτε, θα δεις τον εαυτό σου στη βάρκα του.

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading