7 μέρες
6 μέρες
5 μέρες και 16 ώρες!
Θα περάσει! Μη μιλάς… Θα περάσει… Η ουρά, μη σου πω η άκρη της ουράς έμεινε. Σε λίγες μέρες κλείνει ένας κύκλος. Ένας χρόνος συστηματικού, πολύωρου διαβάσματος. Ένα χειρουργείο. Ένας ανεγκέφαλος “καθηγητής” που έπαιξε με τα νεύρα του γιου μας, και τα δικά μας, όταν, εξαιτίας του, κόντεψε να μείνει από απουσίες ένα μόλις μήνα πριν τελειώσει το σχολείο και δώσει πανελλαδικές, σκέφτομαι. Όλη η συσσωρευμένη ένταση τόσων μηνών ξεχύνεται ορμητικό ποτάμι και ο Πέτρος συνεχίζει να μου τα χώνει για τα πάντα, όλα τον ενοχλούν, το τι λέω, πώς τρώω, πώς κρατώ το κινητό. Μη μιλάς θα περάσει… επαναλαμβάνω άηχα.
Γκντουπ! Ακούγεται από κάποιο διαμέρισμα πιο κάτω. Η Αθηνά, συμμαθήτρια του Πέτρου ουρλιάζει στη μάνα της «Είσαι ηλίθια, ηλίθια… Μ’ ακούς;». Γκντουπ! Γκντουπ! Ακούγονται πόρτες να κοπανιούνται και όλη η πολυκατοικία αντηχεί.
Μπλινγκ μπλονγκ μπλονγκ, μια μελωδια ξεκινά να παίζει στο πιάνο. Στην αρχή είναι μελαγχολική, μα όσο περνάει η ώρα γίνεται όλο και πιο νευρική, επιθετική. Σε κάθε νότα, τα νεύρα μου τεντώνονται σαν χορδή σε τόξο, όλο και πιο πολύ. Η Ευλαμπία, άριστη μαθήτρια και πιανίστρια δίνει και αυτή φέτος πανελλαδικές. Φωνές ακούγονται από πάνω και οι νότες βγαίνουν συγκεχυμένες και άρυθμες και μετά… σιωπή. Σίγουρα η Θεώνη της τα έχωσε που τόλμησε να σηκωθεί από το γραφείο της.
Ο Πέτρος έχει ήδη κλειδωθεί στο δωμάτιό του. Κάνω νόημα στον μικρό μου γιο που ετοιμάζεται να παίξει playstation, φέρνοντας το δάχτυλό μου στα χείλη.
«Ησυχα θα παίξεις, όχι φωνές!» του ψιθυρίζω προειδοποιητικά «Γιατί ο Πέτρος διαβάζει!». Κι εκείνη την ώρα ακούγεται ένα υπόκωφο ντουπ ντουπ… Ο από κάτω μας “δίνει πόνο” με τα ηλεκτρονικά ντραμς. Αναστρέφω το βλέμμα μου απελπισμένη και κοιτάζω έντρομη την πόρτα του Πέτρου, όταν μια κραυγή αντηχεί. Κι άλλη. Κι άλλη. Ο Θάνος ουρλιάζει ξανά και ξανά. Μου παίρνει λίγη ώρα για να αναγνωρίσω το “τραγούδι” που σκοτώνει… Και τότε από πάνω μας και από κάτω μας, όλοι αρχίζουν να κοπανάνε πράγματα.
«Σκάσε!» η φωνή της Αθηνάς σκίζει τον αέρα.
Το κουδούνι μου παίρνει φωτιά. Η μάνα της Ευλαμπίας, που έχει κολλήσει το δάχτυλό της στο κουδούνι, μου ουρλιάζει ότι ως διαχειρίστρια, πρέπει να παρέμβω, γιατί η κόρη της δίνει πανελλήνιες .
«Και το δικό μου παιδί δίνει, και η Αθήνα και ο Θάνος…» της λέω. «Φυσικό είναι τα παιδιά να έχουν ένταση και να θέλουν κάπου να ξεσπάσουν, τώρα που είμαστε μια ανάσα πριν τις πανελλαδικές!»
«Το παιδί μου χρειάζεται ησυχία!» μου φωνάζει τονίζοντας ένα ένα τα γράμματα.
«Πόση ησυχία πια; Η πολυκατοικία κατάντησε πιο ήσυχη και από νεκροταφείο. Πεταλούδα να κλάσει, την ακούμε! Κόψαμε τις νυχτερινές επισκέψεις στην τουαλέτα, γιατί σέρνουμε τις παντόφλες μας, λες και θα μας άκουγε η Ευλαμπία και θα ξυπνούσε, κόψαμε τα καλέσματα, δε μιλάμε πια, ψιθυρίζουμε μέσα στο σπίτι μας (Καλά, αυτό το κάναμε έτσι κι αλλιώς γιατί στήνεις ποτήρι, λες και δεν έχεις άλλη δουλειά να κάνεις!) σκέφτομαι και δαγκώνομαι να μην το ξεστομίσω… ως και το ήδη μουγκό σε$ κόψαμε, ότι άκουγε η Ευλαμπία το ταπ ταπ! (ε μα, πόσα να μην πω!)… Και να σου υπενθυμίσω ότι πριν λίγο η κόρη σου έπαιζε πιάνο!»
«Το πιάνο δεν ενοχλεί!» ψελλίζει η Θεώνη που φανερά σκαλωμένη προσπαθεί να επεξεργαστεί το “ταπ ταπ”.
«Φυσικα και ενοχλεί! Σου είπε κανείς ότι έχουμε όρεξη να ακούμε κλασική μουσική;», ακούγεται πίσω της η φωνή της Ισμήνης, της μάνας της Αθηνάς, που ανέβαινε ξεφυσώντας τα σκαλιά. «Ως κάτω το ακούμε! Μας σπάει τα νεύρα! Δεν παίζει και κάνα Βέρτη, όλο κάτι κλαψιάρικα!».
Βλέπω την Θεώνη να φουντώνει, το παχουλό πρόσωπό της κάνει ζάρες και τα μικρά χείλη της τραβιούνται ώστε να φαίνονται τα δόντια της. Μοιάζει σαν μπουλντόγκ που θέλει να ορμήσει.
«Δεν πάτε αλλού να τα πείτε;» φωνάζει από μέσα ο Πέτρος.
«Κάτω τώρα!» τις διαταζω, καθώς κλείνω την πόρτα πίσω μου. Μπαίνουμε στο ασανσέρ αμίλητες, κατεβαίνουμε στο ισόγειο και καθόμαστε και οι τρεις στο πεζούλι αναστενάζοντας. Λίγο μετά κατεβαίνει και η μάνα του Θάνου. Μας κοιτά, κουνά το κεφάλι της σε ένδειξη κατανόησης και στριμώχνεται ανάμεσά μας.
«Άντε να τελειώσουν! Έχουμε λαλήσει! Νεύρα, νεύρα, νεύρα…» λέει και ξεφυσάει. Όλες κουνάμε το κεφάλι ότι συμφωνούμε.
«Πώς μπορείς να είσαι τόσο χαλαρή;» με ρωτά η Θεώνη.
«Τα πέρασε και πριν δύο χρόνια ξανά…» αποκρίνεται η Ισμήνη αντί για μένα.
«Ναι, δεν ήταν βέβαια το ίδιο… Ο Κώστας είναι άλλο παιδί. Ό,τι διάβαζε, ήταν όσο έκανε ιδιαίτερο, τίποτα άλλο. Έδινε πανελλήνιες και την προηγούμενη βόλταρε ως τις δύο το πρωί. Οπότε δεν υπήρχε άγχος, γιατί δεν περιμέναμε ότι θα περάσει…»
«Πέρασε όμως, τα κατάφερε!»
«Σιγά τη σχολή! Αφού είχε το μυαλό, θα πέρναγε σε καλύτερη σχολή αν πιέζατε…» παρεμβαίνει η Θεώνη.
«Κανείς δε χάνεται Θεώνη. Όλοι βρίσκουν τον δρόμο τους και οι πανελλαδικές και η σχολή που περνάς, δεν καθορίζουν πάντα αυτόν τον δρόμο».
«Άλλωστε και όσοι περάσαμε και τελειώσαμε… πόσοι κάνουμε επάγγελμα τη σχολή που τελειώσαμε;» επεμβαίνει η μάνα του Θάνου.
«Εμένα η δική μου θα περάσει Ιατρική και…»
«Με το καλό!» κόβω τη συζήτηση, καθώς με την άκρη του ματιού μου βλέπω την Ισμήνη να στραβώνει και να την κοιτά αγριεμένη. Άσε που έχουμε ξανακούσει το λογύδριο για το πόσο φοβερή είναι η κόρη της, με τα γαλλικά, το πιάνο, το μπαλέτο, το πρότυπο, τα πάντα για να έχει το τέλειο μέλλον! Λες και αυτά καθορίζουν το μέλλον και την ευτυχία ενός ανθρώπου…
«Άντε λίγες μέρες μείνανε ως τη λευτεριά!» χασκογελώ, προσπαθώντας να ελαφρύνω την κατάσταση. Μα η σκέψη ότι οι δίδυμες της Θεώνης δίνουν του χρόνου πανελλήνιες, μου κόβει το γέλιο καθώς χωρίζουμε. Άλλη πάει να μαγειρέψει ένα super food, άλλη να πάρει βιταμίνες από το φαρμακείο, άλλη στο σουπερμάρκετ για σοκολάτες και άλλη τρέχει να γλιτώσει τον μικρό που έχει πιαστεί στα χέρια με τον μεγάλο, γιατί φώναζε ενώ έπαιζε playstation. Και άλλο που δεν του ‘πα!
5 μέρες και 15 ώρες…
Αναστασία Χ.
