Ο κλέφτης των ονείρων

Από μικρό παιδί, από τότε που μπορούσε να θυμηθεί τον εαυτό του, δεν του έλειψε το οτιδήποτε. Γόνος πλούσιας οικογένειας και μοναχοπαίδι, μπορούσε να έχει ό,τι επιθυμούσε. Η μητέρα του ταλαιπωρήθηκε πολύ για να τον φέρει στον κόσμο και έκτοτε δυστυχώς δεν κατάφερε να κάνει άλλα παιδιά. Εκτός από τα υλικά αγαθά, που του προσέφεραν απλόχερα, δεν του έλειψε ποτέ η στοργή και η αγάπη των γονιών του. Λάτρευαν το μοναχοπαίδι τους και περνούσαν άπειρο χρόνο μαζί του. Ποτέ δεν τον παραμέλησαν ούτε του χαλούσαν κανένα χατίρι. Μπορεί σε σχέση με άλλους συνομηλίκους του εξ όψεως να μην του έλειπε τίποτα, όσο μεγάλωνε όμως ένιωθε ένα κενό. Μπορούσε να έχει τα πάντα εκτός από κάτι ουσιώδες, δεν είχε όνειρα. Όχι από αυτά που βλέπεις το βράδυ όταν κοιμάσαι, αλλά από εκείνα που κάνει κάθε παιδί ή ενήλικας για την επόμενη μέρα ή τη ζωή του. Όταν οι φίλοι του του εξιστορούσαν τι ονειρεύονταν για δώρο Χριστουγέννων ή πού θα ήθελαν να περάσουν τις καλοκαιρινές τους διακοπές, κουνούσε απλά το κεφάλι. Ο ίδιος δε χρειαζόταν να ονειρευτεί κάτι, οι γονείς του φρόντιζαν κάθε επιθυμία του παιδιού τους να πραγματοποιείται χωρίς αναβολή. Τα πράγματα δυσκόλεψαν όταν στη τελευταία τάξη του δημοτικού η δασκάλα τους ζήτησε να γράψουν έκθεση με θέμα «τι ονειρεύονταν να γίνουν όταν μεγαλώσουν». Τον έλουσε κρύος ιδρώτας. Ήταν καλός μαθητής και πάντα έγραφε τις καλύτερες εκθέσεις και τώρα… τώρα θα γινόταν ρεζίλι και θα αποκαλύπτονταν το μυστικό του! Η ντροπή που θα ένιωθε έμοιαζε μονόδρομος ή μήπως όχι; Έπρεπε να βρει μια λύση και αυτή ήταν η μέρα που ξεκίνησαν όλα…

Στάθηκε τυχερός, καθώς η εργασία ήταν για το σπίτι, έτσι από το πρώτο κιόλας διάλειμμα άδραξε την ευκαιρία. Όλη την υπόλοιπη μέρα ρωτούσε τους συμμαθητές του για τα δικά τους όνειρα και μάζεψε πολλές ιδέες. Γυρίζοντας στο σπίτι, συνδύασε όσα του είχαν εκμυστηρευτεί οι συμμαθητές του και έγραψε μια έκθεση γεμάτη όνειρα. Είχε οικειοποιηθεί τα όνειρα των άλλων, όμως τι πείραζε; Πείραζε στ’ αλήθεια;

Έλαβε συγχαρητήρια από τη δασκάλα του και πήρε τον καλύτερο βαθμό στην τάξη. Ένιωθε τόσο περήφανος για τον εαυτό του που κατάφερε να αναπληρώσει το μόνο πράγμα που του έλειπε, οπότε αποφάσισε να συνεχίσει. Την επόμενη κιόλας μέρα, ζήτησε από τη μητέρα του να του αγοράσει ένα δερματόδετο σημειωματάριο που είχε δει σε ένα βιβλιοπωλείο. Στο εξώφυλλο έγραψε «Τα όνειρα του Τζο» και ξεκίνησε την αποστολή του. Θα έκλεβε όσα περισσότερα όνειρα μπορούσε, εφόσον δεν είχε δικά του, τα δικαιούνταν! Όταν κάποιος συμμαθητής του έλεγε πως ονειρευόταν ένα συγκεκριμένο ποδήλατο, ζητούσε από τον πατέρα του να του το αγοράσει για να το έχει πρώτος. Όταν ένα άλλο παιδί ονειρευόταν να υιοθετήσουν ένα κουτάβι, έπεισε τους γονείς του να υιοθετήσουν το συγκεκριμένο κουταβάκι. Σημείωνε όλα τα όνειρα που είχε κλέψει, με το πάθος ενός συλλέκτη και μεγαλώνοντας η λίστα αυξανόταν. Στο λύκειο όταν έμαθε ποια ήταν η κοπέλα που ερωτεύτηκε ένας συμμαθητής του, φρόντισε να τα φτιάξει ο ίδιος μαζί της. Δεν τον ενδιέφερε προφανώς η κοπέλα, όπως και το κουταβάκι πριν χρόνια, τους παράτησε γρήγορα και τους δυο. Απέκτησε όμως ακόμα ένα όνειρο για τη λίστα του. Το σχέδιό του κυλούσε όμορφα και κάθε φορά ένιωθε ακόμα περισσότερο γεμάτος. Στο πανεπιστήμιο έκλεψε το θέμα της πτυχιακής ενός συμφοιτητή του, τη κοπέλα ενός άλλου, την υποτροφία ενός παιδιού που τη διεκδικούσε επί δυο χρόνια. Είχε τα χρήματα, είχε τις γνωριμίες, ήταν και εμφανίσιμος. Είχε όλα τα μέσα και τώρα είχε και όνειρα!

Τη μέλλουσα σύζυγό του, τη γνώρισε σε μια έξοδο με φίλους, γιατί φίλους είχε, δρούσε πάντα στα μουλωχτά. Όμορφη και γλυκιά κοπέλα, όμως δεν τον μαγνήτισε αυτό, είχε όνειρα, πολλά όνειρα! Δεν άργησε να τη προσεγγίσει και να γίνουν ζευγάρι. Είχε τον τρόπο του πάντα με όλους, θέλει τέχνη για να κάνεις τους άλλους να σε εμπιστευτούν. Η γλυκιά αυτή ύπαρξη που έσφυζε από ζωή, ονειρευόταν τόσα πολλά πράγματα! Ήταν δασκάλα χορού και ήθελε να συμμετάσχει με την ομάδα της σε παραστάσεις στο εξωτερικό. Ασχολούνταν και με τη ζωγραφική και οι πολύ ενθαρρυντικές κριτικές που είχε λάβει, την έκαναν να ονειρεύεται μια προσωπική της έκθεση. Ονειρευόταν έναν παντοτινό έρωτα, έναν παραμυθένιο γάμο και πολλά παιδιά. Είχε ζουμάκι η υπόθεση, οπότε ναι, ήταν η εκλεκτή της καρδιάς του ή μάλλον της ματαιοδοξίας του.

Δεν δυσκολεύτηκε να τη γοητεύσει, είχε τον τρόπο του άλλωστε. Την άκουγε με θαυμασμό να μιλάει για τα όνειρά της και τα επικροτούσε, την προέτρεπε να κάνει και περισσότερα, θα τα χρειαζόταν στο μέλλον για τη λίστα του. Το σχέδιό του τέθηκε σε εφαρμογή τη μέρα του γάμου τους, του τόσο παραμυθένιου που ονειρευόταν η σύζυγός του. Οριακά δεν κατέστρεψε την τελετή όταν εμφανίστηκε λιώμα στην εκκλησία μετά το μπάρσελορ πάρτι με τους φίλους του το προηγούμενο βράδυ. Στη δεξίωση που ακολούθησε, πίνοντας και άλλο την έκανε ρεζίλι σε όλους τους καλεσμένους, όμως δεν του έφτανε. Η πρώτη νύχτα του γάμου που ακολούθησε ήταν ένας εφιάλτης γεμάτος από τα σπασμένα όνειρά της. Φυσικά το επόμενο πρωί ζήτησε γονατιστός συγγνώμη, δεν μπορούσε να αποκαλυφθεί τόσο σύντομα, θα ήταν πολύ κρίμα. Δυο ώρες πριν αναχωρήσουν για το πολυπόθητο ταξίδι του μέλιτος που τόσο λαχταρούσε η γυναίκα του, αναγκάστηκε να πάθει τροφική δηλητηρίαση. Η γυναίκα του φυσικά, όχι ο ίδιος, είπαμε ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, αλλά με μέτρο.

Τους μήνες που ακολούθησαν, φρόντιζε να είναι προσεκτικός σε όλα. Δεν σκόπευε προφανώς να της χαρίσει την πολυμελή οικογένεια που τόσο επιθυμούσε, όμως ήταν σωστός στα συζυγικά του καθήκοντα. Μέχρι τη μέρα που του ανακοίνωσε πως ήταν έγκυος. Η γυναίκα του πάντα ονειρευόταν μια ήρεμη εγκυμοσύνη, τέλεια, θα την κατέστρεφε στο έπακρον! Ό,τι και να έκανε όμως, η εγκυμοσύνη κύλησε ομαλά. Βέβαια στο μεταξύ την είχε πείσει να παραιτηθεί από τη σχολή χορού για το καλό της υγείας της. Δεν την άφηνε να ασχολείται ούτε με τη ζωγραφική που τόσο της άρεσε, με το πρόσχημα ότι οι αναθυμιάσεις από τα χρώματα και τους διαλύτες μπορούσαν να κάνουν κακό στο έμβρυο. Η λίστα του ολοένα μεγάλωνε και τη μέρα του τοκετού προσπαθούσε να θυμηθεί όσα ονειρευόταν η σύζυγός του για το μωρό που θα ερχόταν. Μέχρι τη στιγμή που αντίκρυσε τα ματάκια της κορούλας του. Δεν υπήρχαν όνειρα να κλέψει εδώ, μόνο να δημιουργήσει!

Προφανώς δε σταμάτησε το έργο του, όμως τη κόρη του τη λάτρευε. Απαίτησε από τη σύζυγό του να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην ανατροφή του παιδιού και της δημιουργούσε ενοχές κάθε φορά που σκεφτόταν παράλληλα να κάνει κάτι για τον εαυτό της. Στα μάτια της κόρης του, έβλεπε εκτός από τη διαιώνιση του είδους του και τον μελλοντικό συνεχιστή του έργου του. Έπρεπε να μεγαλώσει πρώτα όμως και να ωριμάσει για να τη μυήσει στην ιδέα. Δυστυχώς δεν θα ήταν τόσο εύκολο, γιατί όσο μεγάλωνε άρχισε και αυτή να έχει τα δικά της όνειρα, σε αυτό είχε μοιάσει στη μητέρα της. Αποφάσισε λοιπόν πως αρχικά έπρεπε να αδειάσει από αυτά τα χαζά δικά της όνειρα για να μπορεί αργότερα να επιτελέσει το έργο της και να νιώσει πραγματικά γεμάτη. Αγαπούσε πολύ τη κορούλα του, όμως ήταν για το καλό της. Όταν του είπε πως ονειρευόταν να πάει σε σχολή χορού, φρόντισε να μη τη δεχτούν σε καμία. Αργότερα, όταν θέλησε να ασχοληθεί με τη ζωγραφική, όπως κάποτε η μητέρα της, φρόντισε να μη συμβεί ούτε και αυτό. Η λίστα δεν είχε τέλος. Άλλοτε χρησιμοποιούσε τις γνωριμίες του, άλλοτε συκοφαντούσε καθηγητές και σε μερικές περιπτώσεις χρημάτιζε όποιον χρειαζόταν. Η σύζυγός του δεν αποτελούσε εμπόδιο, αφενός γιατί δε γνώριζε τίποτα και αφετέρου γιατί κλεισμένη τόσα χρόνια στο σπίτι, είχε γίνει σκιά του εαυτού της.

Δέκα χρονών είχε γίνει η μικρή, όταν είδε την πολυπόθητη αλλαγή, σταμάτησε να του μιλάει για τα όνειρά της. Το πρώτο σκέλος της αποστολής του είχε επιτευχθεί, έπρεπε ωστόσο να περιμένει να ενηλικιωθεί για να της εξηγήσει αναλυτικά τη μεθοδολογία του. Αυτή που θα την οδηγούσε στην ευτυχία. Αυτό που δε γνώριζε ήταν πως η μικρή Μαρία, παίζοντας, είχε μπει στο γραφείο του και είχε βρει το σημειωματάριό του. Πλέον έκανε όνειρα απλά δεν τα εκμυστηρευόταν σε εκείνον…

Τα χρόνια περνούσαν και η χρόνια πλέον κατάθλιψη της γυναίκας του, μια κατάσταση την οποία την είχε δημιουργήσει ο ίδιος, τη λύγισε τελικά. Πέθανε λίγες μέρες μετά από τα δέκατα όγδοα γενέθλια της μοναχοκόρης της. Δε στεναχωρήθηκε ιδιαίτερα, ασχέτως αν αναγκάστηκε να κλάψει στην κηδεία, του ήταν άχρηστη εδώ και καιρό. Το κορίτσι του σκεφτόταν μόνο που πονούσε, ήταν πολύ δεμένη με τη μητέρα της, όμως είχε φτάσει η ώρα.

Τρείς μέρες μετά τη κηδεία, την περίμενε να γυρίσει, όλο έλειπε τελευταία από το σπίτι. Μόλις επέστρεψε, της ζήτησε να περάσει από το γραφείο του να συζητήσουν, όμως του είπε πως βιαζόταν να μαζέψει τα πράγματα. Φυσικά, το είχε ξεχάσει, υπήρχαν και τα πράγματα της συγχωρεμένης! Όταν μετά από δυο ώρες η κόρη του κατέβηκε και στάθηκε μόνο με μια βαλίτσα έξω από το γραφείο, απόρησε. Η Μαρία, η λατρεμένη του κόρη, με μια βαλίτσα στεκόταν στην είσοδο του γραφείου του χωρίς καμία πρόθεση να μπει μέσα. Τον κοιτούσε με οργή, απογοήτευση και πόνο.
«Μάζεψα τα πράγματα, όπως σου είπα. Τα δικά μου και της μαμάς. Αύριο θα περάσουν οι μεταφορείς να τα πάρουν, εγώ φεύγω τώρα. Λυπάμαι μπαμπά, λυπάμαι για τη μαμά και τη ζωή που δεν έζησε. Λυπάμαι για εσένα που κατάφερες να γίνεις ένα τέρας. Ξέρεις, κάποτε σε αγαπούσα, κι εκείνη σε αγαπούσε, κρίμα πολύ κρίμα. Δεν θέλω να με αναζητήσεις, ούτε να έχουμε καμία επαφή. Κατάφερες να μου στερήσεις τη μαμά, τα όνειρά μου όμως δεν θα σε αφήσω να τα κλέψεις. Αρκετά έχεις για τη συλλογή σου, τα δικά μου θα τα γράψω μόνη μου».

Έκλεισε τη πόρτα χωρίς να περιμένει ανταπόκριση και τον άφησε μόνο του στο παλιό αρχοντικό. Η μοναχοκόρη του, η ελπίδα του για το μέλλον, το δημιούργημά του! Την επόμενη μέρα τον βρήκε νεκρό η οικιακή βοηθός. Ανακοπή καρδιάς είπαν οι γιατροί, δεν θα άντεξε την απώλεια της συζύγου του, είπαν γνωστοί και συγγενείς. Δίπλα στη σωρό βρέθηκε ένα παλιό δερματόδετο σημειωματάριο, στο εξώφυλλο έγραφε « Τα όνειρα του Τζο» .

kolokufoula

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading