Η Τέχνη της Αγάπης

Η μικροσκοπική φιγούρα έτρεξε βιαστικά ψάχνοντας καταφύγιο κάτω από το σκέπαστρο ενός παλιού σπιτιού στην άκρη του δρόμου. Ήταν περασμένη η ώρα, οι άνθρωποι ήδη ήταν μαζεμένοι στα σπίτια τους, το θολό χειμωνιάτικο φεγγάρι είχε προβάλλει στον ουρανό, ενώ το κρύο και η υγρασία πιρούνιαζε τα κορμιά.

Το μικρό κορίτσι κούρνιασε στο πεζούλι και σκεπάστηκε με την φθαρμένη ζακέτα του. Ήταν ίσα με δέκα χρονών και δεν είχε κανέναν στον κόσμο. Ένα παιδί των φαναριών, ένα παιδί ορφανό, εγκαταλελειμμένο, ζούσε στον δρόμο τα τελευταία χρόνια χειμώνα καλοκαίρι, προσπαθώντας να επιβιώσει μόνο του σαν τα γατιά τα άγρια που ζουν εκεί έξω, περιμένοντας έναν άνθρωπο να τους δώσει κανένα ψαροκόκαλο.

Η μικρή, που άκουγε στο όνομα Ειρήνη, ήταν το μόνο που ήξερε καλά και απαντούσε στις ερωτήσεις του κόσμου. Στο “πώς σε λένε;”, αλλά μέχρι εκεί, κανείς δεν έδειχνε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το παιδί αυτό μέχρι εκείνο το βράδυ.

Ήταν λίγο πριν τις οκτώ, όταν ο παππάς της ενορίας, ο πάτερ Κωνσταντίνος, πέρασε από εκείνο το σημείο με γρήγορα βήματα για να προλάβει να μπει στο σπίτι του πριν ξεκινήσει η βροχή. Τον είχε απορροφήσει το κήρυγμα για την επόμενη μέρα που ξημέρωνε, του Αγίου Ελευθερίου, τον οποίο σεβόταν υπερβολικά από τα παιδικά του χρόνια. Όταν έστριψε την γωνία, σκόνταψε στη μικρή, μαλακή μπάλα, χωρίς να αντιληφθεί το τι ήταν ακριβώς. Το κορίτσι έβγαλε μια κραυγή πόνου από το σπρώξιμο, ενώ ο ρασοφόρος άντρας αντιδρώντας ψύχραιμα, το ρώτησε με απορία για το πώς βρέθηκε εκεί. Η Ειρήνη σήκωσε το κεφαλάκι της χωρίς να βγάλει την παραμικρή λέξη από το στόμα της, μόνο τον κοίταζε με τα μαύρα υγρά μάτια της σαν να τον κάρφωνε. Και το βλέμμα βρήκε κατευθείαν την ψυχή.

– Μα καλά, δεν έχεις σπίτι εσύ;
– Όχι, εδώ κοιμάμαι… ψέλλισε η μικρή.
Ο παπάς, χωρίς να το σκεφτεί και πολύ, άπλωσε το χέρι του στο κορίτσι, εκείνο χωρίς δισταγμό το άρπαξε και σηκώθηκε αμέσως.
– Πάμε! της είπε με την βροντερή φωνή του και ξεκίνησαν για το ίδρυμα που είχε δημιουργήσει ο ίδιος με την βοήθεια μιας γυναίκας που άκουγε στο όνομα Μαρία.

Ο πάτερ Κωνσταντίνος, ήταν ένας άνθρωπος με ιδιαίτερες ευαισθησίες από παιδί, απέραντη αγάπη στην ψυχή, για αυτό και διάλεξε αυτόν τον δρόμο στην ζωή του, εκείνον του Θεού. Η ψυχή του μάτωνε από βαθύ πόνο στην θέα των παιδιών που ζητιάνευαν, που ζούσαν σε άθλιες συνθήκες, που οι γονείς τους δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στην φροντίδα τους και σιγά σιγά άρχισε να τα μαζεύει στο σπίτι του. Μετά γνώρισε την Μαρία, μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, που δεν είχε παντρευτεί ποτέ της, στης οποίας το πρόσωπο διέκρινε την μάνα.

-Έλα να με βοηθήσεις Μαρία, της είπε, εσύ κάνεις για μάνα αυτών των παιδιών.
-Μα τι λέτε πάτερ μου; Εγώ δεν είχα ποτέ παιδιά, δεν ξέρω από αυτά!, του απάντησε.
-Η καρδιά σου λέει άλλα και τα μάτια σου άλλα μαρτυρούν, Μαρία μου.
Και έτσι η γυναίκα αυτή έγινε το στήριγμα για όλα τα παιδιά του δρόμου που βρήκαν την φωλιά τους στο ίδρυμα. Αργότερα όλα την φώναζαν Μανούλα.

Στο ορφανοτροφείο, που το διατηρούσε με πολύ κόπο και μόνο με τις δωρεές του κόσμου, βρήκαν καταφύγιο πολλά παιδιά, παιδιά των φαναριών ανεξαρτήτως χρώματος ή εθνικότητας. Μαύρα, λευκά, από την Ουγκάντα, τον Ασπρόπυργο, τα Σεπόλια, ούτε που τον ένοιαζε η καταγωγή τους. Η μοίρα λοιπόν, ο Θεός, το κισμέτ, είχε άλλα σχέδια για την μικρή που μέχρι εκείνη την στιγμή βίωνε την απόρριψη, τον φόβο. Η ελπίδα ξεπήδησε μπροστά της από το πουθενά. Σε λίγη ώρα βρέθηκε από το κρύο στην ζεστασιά, από την μοναξιά και την πείνα στην φροντίδα και όχι για μόνο ένα βράδυ αλλά για πολλά ακόμη.

Όταν μπήκαν στο οίκημα, η Μαρία τους καλωσόρισε με χαμόγελο και άνοιξε την αγκαλιά της στην φοβισμένη μικρή. Ο ιερέας την καθησύχασε βλέποντας την αγωνία στα μάτια της.
– Πήγαινε κορίτσι μου να φας και να κοιμηθείς στα ζεστά και αύριο, όταν ξημερώσει η μέρα, θα τα πούμε. Μην φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ!

Η Ειρήνη αφέθηκε στην φροντίδα της άγνωστης γυναίκας, έφαγε και κοιμήθηκε χωρίς να τα καταλάβει. Η ζεστασιά από τα παπλώματα που μοσχομύριζαν σαπούνι, τύλιξαν το ταλαιπωρημένο κορμάκι της. Η επόμενη μέρα ξεκίνησε πολύ νωρίς για την μικρή, που όμως δεν τόλμησε να σηκωθεί από το κρεβάτι, γιατί ήθελε να απολαύσει λίγο χουζούρι που της ήταν τελείως άγνωστο μέχρι τότε. Η Μαρία άνοιξε την πόρτα του δωματίου, τράβηξε τις μπλε βαμβακερές κουρτίνες να μπει το φως και κοίταξε την νεοφερμένη στα μάτια για να την καθησυχάσει .
– Ε, υπναρού, σήκω να πιείς το γάλα σου και να τα πούμε λίγο!

Η μικρή ακολούθησε την γυναίκα στην κουζίνα, κάθισε στο τραπέζι χωρίς να αγγίξει τίποτα από το φαγητό, θέλοντας να ακούσει την συναίνεση από τα χείλια της.
– Το όνομά μου είναι Μαρία, το δικό σου Ειρήνη, σωστά;
Το κορίτσι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της χωρίς να πει ούτε μία λέξη. Το βλέμμα της είχε καρφωθεί στο γεμάτο πιάτο που βρισκόταν μπροστά της. Η Μαρία της το έφερε πιο κοντά.
– Έλα, φάε κάτι τώρα και πιες το γάλα σου πριν κρυώσει. Μετά θα τα πούμε με την ησυχία μας.
Η Ειρήνη ήπιε μία γουλιά από το γάλα και έφαγε ένα κομμάτι ψωμί με βούτυρο και μαρμελάδα βερίκοκο. Πόσο καιρό είχε να βάλει μία σωστή μπουκιά στο στόμα της! Τον τελευταίο καιρό την έβγαζε με ό,τι έβρισκε στα σκουπίδια, στην πραγματικότητα δεν έψαχνε για φαγητό. Έψαχνε για μια ευκαιρία, να επιβιώσει!

– Πες μου τώρα, πού είναι οι γονείς σου; Πού μένεις;
– Η μητέρα μου πέθανε ξαφνικά πριν 2 χρόνια, κρύωσε βαριά και έφυγε ένα βράδυ στον ύπνο της. Πατέρα δεν γνώρισα ποτέ και ούτε έχω κανέναν άλλο συγγενή. Οι γείτονες έκαναν ό,τι μπορούσαν να με κρατήσουν κοντά τους, αλλά ήρθε μία κυρία με γυαλιά και ένα πολύ αυστηρό ύφος, που δεν μου άρεσε καθόλου, ήθελε να με πάει σε ένα μεγάλο σπίτι με άλλα παιδιά σαν και μένα. Εγώ το έσκασα και από τότε μένω και κοιμάμαι όπου βρω.
Η Μαρία βούρκωσε ακούγοντας την ιστορία της μικρής. Όλα αυτά τα χρόνια κοντά στα παιδιά αυτά άκουγε τα ίδια λόγια πάνω κάτω, ο Γολγοθάς τους δεν άλλαζε.

– Εδώ θα μένεις από σήμερα Ειρήνη μου, θα γνωρίσεις και άλλα παιδιά σαν και σένα που δεν έχουν γονείς. Πάμε να κάνεις ένα ζεστό μπάνιο, να αλλάξεις ρούχα και να σε πάω στην τραπεζαρία που είναι μαζεμένα, σήμερα Κυριακή, μετά την εκκλησία όλα τους βρίσκονται μαζί, παίρνουν το πρωινό τους και μετά κάνουν διάφορα, παίζουν επιτραπέζια, κάνουν θέατρο και πολλά άλλα. Θα δεις θα σου αρέσει και σένα.

Μπάνιο, ζεστό νερό, καθαρά ρούχα, παιχνίδι, άγνωστες λέξεις για την μικρή μας φίλη. Αρχικά νόμιζε ότι ονειρευόταν, ‘σίγουρα θα ξυπνήσω και θα είμαι πάλι στους δρόμους’, σκέφτηκε η μικρή με το μυαλουδάκι της. Όταν το κορμάκι της βρέθηκε κάτω από το νερό, άρχισαν σιγά σιγά οι λογισμοί να φεύγουν, η μυρωδιά του σαπουνιού γαργάλιζε τα ρουθούνια της, τα καθαρά ρούχα γλίστρησαν στο σώμα της και σε λίγη ώρα ένα λαμπρό, χαρούμενο προσωπάκι φάνηκε ανοίγοντας την πόρτα του μπάνιου.
– Μα τι κουκλί είσαι εσύ!, της είπε με γλυκύτητα η Μαρία και της έδωσε ένα φιλί στο κεφαλάκι της.
Πόσα χρόνια είχε να νιώσει τέτοια αγάπη η Ειρήνη, να ακούσει μία γλυκιά κουβέντα… αυτό ήταν μόνο η αρχή!

Όταν μπήκαν στην αίθουσα των εκδηλώσεων, όλα τα κεφάλια των παιδιών γύρισαν και την κοίταξαν με συμπόνοια. Άλλη μία φίλη θα έκαναν τα κορίτσια, σε πολύ λίγο έγιναν οι συστάσεις, η μικρή κάθισε στην γωνίτσα της έτοιμη να δεχτεί τις ερωτήσεις, αλλά δεν ήξερε αν θα ήταν σε θέση να δώσει τις αντίστοιχες απαντήσεις. Φοβόταν και αυτό φαινόταν στα μάτια της, ήταν να σαν να τους έλεγε χωρίς λόγια.. ‘μην πλησιάζετε και πολύ κοντά, γιατί δεν ξέρω τι θα γίνει…’.

Και με το δίκιο της η Ειρήνη, τόσα χρόνια μοναξιάς την είχαν μετατρέψει σε ένα μικρό αγρίμι. Το ίδιο όμως είχαν βιώσει και τα άλλα παιδιά στο παρελθόν πριν βρουν καταφύγιο στο ίδρυμα. Ίσως από ένστικτο, ίσως από φόβο, η αλήθεια είναι ότι στην αρχή η μικρή μας φίλη δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί στην νέα της ζωή. Ήταν από την φύση της ατίθαση, είχε μάθει και τόσα χρόνια να είναι μόνη χωρίς να ακολουθεί κανόνες. Η ένταξή της έγινε με σχετικά αργούς ρυθμούς, χωρίς όμως να υπάρχει βία ή εξαναγκασμός, αλλά και αυτή την φορά απέδειξε το πόσο έξυπνη ήταν και η προσαρμογή της στα νέα δεδομένα δεν άργησε να έρθει. Ο πάτερ Κωνσταντίνος ήταν σωστός πατέρας για όλα τα παιδιά, η αγάπη που ένιωθε για αυτά τα πλάσματα ήταν πολύ μεγαλύτερη από εκείνον και έγινε η ομπρέλα τους στην μετέπειτα ζωή τους. Η Ειρήνη έκανε φίλες τις συνομήλικές της, την Βασιλική και την Ελπίδα. Οι τρεις τους μοιράζονταν το ίδιο δωμάτιο, διάβαζαν μαζί, έπαιζαν, ήταν αχώριστες σε όλες τις δραστηριότητες. Η κάθε μία είχε τον χαρακτήρα της και η μια συμπλήρωνε την άλλη. Στην Ειρήνη άρεσε η γυμναστική, στην Βασιλική η μουσική και η φωτογραφία, ενώ η Ελπίδα ήθελε να γίνει μητέρα. Στα χρόνια που πέρασαν, σχεδόν όλα τα παιδιά σπούδασαν, έγιναν ανεξάρτητα, έμαθαν πολλά, κυρίως πρακτικά πράγματα, μαγειρική, οικοκυρικά ακόμη και κηπουρική, αλλά ποτέ δεν ξέχασαν την δομή. Ο πάτερ Κωνσταντίνος με την βοήθεια κάποιων ευαίσθητων και ευκατάστατων ανθρώπων, ίδρυσε κατασκηνώσεις στο βουνό, για να περνούν τα παιδιά τις καλοκαιρινές τους διακοπές κοντά στην φύση. Η βοήθεια ερχόταν από το πουθενά, πολλές γυναίκες δούλευαν εθελοντικά και στο ίδρυμα και στην κατασκήνωση, τα παιδιά στις σχολικές εορτές ετοίμαζαν πολλά δρώμενα και έτσι πέρναγε ο καιρός μέχρι την ενηλικίωσή τους.

Η Μανούλα έφυγε από την ζωή στα ογδόντα της, στην κηδεία της όλα τα παιδιά, μικροί, μεγάλοι έκλαιγαν απαρηγόρητοι.

Η Βασιλική σπούδασε μουσική, κιθάρα, που της άρεσε τόσο από μικρή, έγινε μία από τις πιο αξιόλογες μουσικούς της γενιάς της με συναυλίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Δεν ξέχασε ποτέ την δομή και στον ελεύθερο χρόνο της δίδασκε μουσική στα παιδιά. Η φωτογραφία ήταν η δεύτερη της αγάπη. Όταν είχε ελεύθερο χρόνο, έπαιρνε τους δρόμους για να γεμίσει την ψυχή της με νέες εικόνες που ήταν τόσο δυνατές για να τις αποτυπώσει στον φακό. Σε κάποια στιγμή βραβεύτηκε με το πρώτο βραβείο φωτογραφίας, θέμα της η εικόνα ενός παιδιού των φαναριών, που είχε ζωγραφίζει το σχεδιάγραμμα της μητέρας του και είχε ξαπλώσει πάνω του σαν να ήταν ζωντανή. Μια εικόνα χίλιες λέξεις, η ορφάνια στο μεγαλείο της!

Η Ελπίδα παντρεύτηκε και έγινε μία υπέροχη μητέρα και σύζυγος. Η προσφορά της στο ίδρυμα μοναδική, πολλά παιδιά κατέφευγαν στην αγκαλιά της και στα μάτια της έβλεπαν την μητέρα που τους έλειπε.

Η Ειρήνη έγινε γυμνάστρια και τα Σαββατοκύριακα τα αφιέρωνε στα νεοφερμένα παιδιά που βρίσκονταν στο ίδρυμα. Μετά από καιρό ξεκίνησε την παράλληλη στήριξή της σε γυναίκες που βρίσκονταν στην φυλακή, γιατί όταν οι μητέρες απουσιάζουν από την ζωή των παιδιών, τότε τα ιδρύματα θα γεμίζουν από παιδικές ψυχές που προσπαθούν να κρατηθούν στην ζωή. Η λέξη φυλακή μας δημιουργεί ένα αίσθημα κακό, μας γεμίζει φόβο και η Ειρήνη με την ευαισθησία που νιώθει στην ψυχή της, παρουσίασε στις γυναίκες αυτές άλλες αξίες της ζωής και κυρίως αυτό που διδάσκει ο αθλητισμός.

Στην πραγματικότητα ο πάτερ Κωνσταντίνος τιμάται κάθε χρόνο μετά την κοίμησή του, στο ετήσιο μνημόσυνό του έρχονται μητροπολίτες, ιερείς και πλήθος κόσμου να τον τιμήσουν. Έγχρωμα παιδιά από την Ουγκάντα ψάλλουν στην λειτουργία, ακόμη και ένας από αυτούς που έγινε ιερέας διαβάζει το Ευαγγέλιο, πολλά πνευματικά παιδιά του μεταδίδουν τις εμπειρίες και τις γνώσεις τους με βιβλία αφιερωμένα στην προσωπικότητα και στο έργο του.

Πολλά παιδιά που ψάχνουν στα σκουπίδια, δεν είναι το φαγητό που ψάχνουν, είναι η Ελπίδα, είναι η θέληση για ζωή. Ευτυχώς υπάρχουν άνθρωποι ακόμη και στις μέρες μας που η αγάπη που νιώθουν για τον συνάνθρωπο είναι τόση δυνατή που την δίνουν παντού, χωρίς διακρίσεις. Με το ίδιο μυαλό, την ίδια καρδιά, τα ίδια συναισθήματα!

Δήμητρα Καμπόλη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading