Η αυγή της 13ης Οκτωβρίου 1943, στην Επανομή, δεν έμοιαζε με καμία άλλη. Ένα πέπλο στάχτης και καπνού σκέπαζε τον ουρανό, κι ο ήλιος, αν και παρών, δεν είχε τη δύναμη να φωτίσει τον τρόμο που τύλιγε τον τόπο. Οι Γερμανοί είχαν ήδη κατεβεί από τη Θεσσαλονίκη, και οι πρώτες εκτελέσεις στην ύπαιθρο είχαν σημάνει το τέλος της βεβαιότητας. Οι χωρικοί ψιθύριζαν ονόματα. «Αντίποινα», έλεγαν. «Γι’ αυτούς που σκότωσαν τους δικούς τους στον Όλυμπο». Κανείς δεν περίμενε πως θα χτυπούσαν τόσο βαθιά, τόσο απρόσμενα.
Η Μαργαρίτα κράταγε σφιχτά το χέρι της κόρης της, της μικρής Λενιώς. Ήταν μόλις επτά χρονών, μα τα μάτια της ήταν γερασμένα από τον φόβο. Είχαν ακούσει τη φήμη πως θα μάζευαν όλους τους κατοίκους στην πλατεία για «ανακρίσεις». Η Μαργαρίτα ήξερε τι σήμαινε αυτό. Το ’χε δει στο Δοξάτο, το είχε ακούσει απ’ τις γυναίκες που έφτασαν με τα πόδια από τα καμένα χωριά.
«Λενιώ, άκουσέ με καλά», της είπε, γονατίζοντας μπροστά της, μέσα σ’ ένα αμπέλι λίγο πιο έξω από το χωριό. «Θα πας σ’ εκείνο το παλιό πηγάδι. Όχι μέσα στο νερό, στο σπιτάκι απ’ έξω. Θα κάτσεις εκεί ήσυχη, όσο και να ακούς φωνές. Μην κλάψεις. Μην κουνηθείς. Κι όταν πεινάσεις, να φας το ψωμί που σου έβαλα εδώ». Της έδωσε ένα μικρό δισάκι, με ψίχουλα και ένα καρύδι.
«Μαμά, γιατί; Δεν θα ’ρθεις μαζί μου;»
Η Μαργαρίτα τη φίλησε στο μέτωπο. «Θα έρθω, Λενιώ. Αλλά πρέπει πρώτα να μ’ αφήσουν. Αν με δουν με σένα, θα μας πάρουν και τις δυο. Αν όμως κρυφτείς, ίσως μπορέσω να γυρίσω να σε πάρω». Έκρυψε το τρέμουλο της φωνής της πίσω από μια αγκαλιά.
Δεν είχε πει ψέματα. Ήλπιζε να γυρίσει.
Όμως δεν γύρισε εκείνη τη μέρα. Ούτε την επόμενη.
Τη Μαργαρίτα τη συνέλαβαν κοντά στην εκκλησία, εκεί όπου είχαν μαζευτεί κι άλλοι. Η φωνή του ταγματάρχη αντηχούσε με παράξενη καθαρότητα, σαν λεπίδα στον αέρα: «Οι άνδρες και οι γυναίκες άνω των 16 θα επιβιβαστούν στα φορτηγά. Οι υπόλοιποι να μείνουν στα σπίτια τους. Εντολή του στρατηγείου».
Δεν πρόβαλε αντίσταση. Ούτε φώναξε το όνομα της κόρης της. Κανείς δεν έπρεπε να ξέρει. Μέσα της, προσευχόταν να μη τη δουν, να μη τη βρουν.
Το φορτηγό τρανταζόταν στους χωματόδρομους. Γύρω της έβλεπε μόνο γυναίκες με παιδιά στην αγκαλιά, κάποιες που θρηνούσαν ήδη, κάποιες που έμεναν αμίλητες, σαν πέτρα. Οι Γερμανοί έβριζαν, έσπρωχναν, απειλούσαν. Ένα παιδί έκλαιγε σπαρακτικά και η μητέρα του χτυπήθηκε με κοντάκι στο πρόσωπο. Μια ηλικιωμένη σωριάστηκε καθώς την έσυραν απ’ το χέρι.
Πιο πέρα, στο Καλαμίτσι, είχαν στηθεί πρόχειρα φυλάκια. Γερμανοί και δωσίλογοι περνούσαν τους άντρες απ’ την κάννη της ανάκρισης. Κάποιοι εκτελέστηκαν επί τόπου. Άλλοι φορτώθηκαν σε στρατιωτικά τζιπ. Η Μαργαρίτα έβλεπε τις σημαίες με τη σβάστικα να κυματίζουν, τις κάννες να γυαλίζουν στον ήλιο.
Στο κεφαλόσκαλο του χωριού, εκεί όπου ο δρόμος στροβιλίζεται γύρω από το ρέμα, το φορτηγό σταμάτησε απότομα. Ήταν η μοναδική φορά που ένας στρατιώτης κατέβηκε και άνοιξε την πίσω πόρτα για να… ουρήσει. Εκείνη τη στιγμή, η Μαργαρίτα είδε τη σκιά της ευκαιρίας.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, πήδηξε.
Κανείς δεν πρόλαβε να ουρλιάξει. Ο στρατιώτης είχε γυρίσει την πλάτη του, κι ο ήχος της πτώσης πνίγηκε απ’ τον άνεμο και τους υπόλοιπους θορύβους. Κυλίστηκε στο έδαφος, έσκισε τα γόνατά της, και χώθηκε ανάμεσα σε κορμιά που ήδη κείτονταν στο δρόμο από προηγούμενες επιδρομές. Η μυρωδιά του αίματος και της αποσύνθεσης την έκανε να λιποθυμήσει για λίγο.
Δεν ήξερε πόση ώρα έμεινε ακίνητη, με τα μάτια της καρφωμένα στον ουρανό και το αίμα να της τρέχει στο μέτωπο. Μόνο που δεν πέθανε.
Και δεν την είδε κανείς.
Η Λενιώ πέρασε δύο ολόκληρες νύχτες μόνη. Άκουγε τα σκυλιά να ουρλιάζουν, τις σφαίρες να σφυρίζουν, τις γυναίκες να κλαίνε από μακριά. Δεν κοιμήθηκε. Ούτε έφαγε το ψωμί. Κρατούσε ακόμα το παλτό της μητέρας της σφιχτά πάνω της, σαν φυλαχτό.
Τη δεύτερη νύχτα, είδε φλόγες στον ορίζοντα. Κάποιο χωριό καιγόταν. Άκουσε κραυγές, κι έπειτα μια σειρά πυροβολισμών. Ένα αεροπλάνο πέρασε χαμηλά, ρίχνοντας προκηρύξεις. Πιο κάτω, ένας πυροβολαρχικός λόχος έστηνε οχυρώσεις. Η Ελλάδα βυθιζόταν στη φωτιά.
Την τρίτη μέρα, ένας γέρο-γεωργός την βρήκε. Τη γνώρισε. Ήξερε τη Μαργαρίτα από παιδί.
«Πού είναι η μάνα σου, παιδί μου;»
«Την πήραν»
«Θα γυρίσει. Μη φοβάσαι». Έσφιξε τα δόντια του.
Αλλά ήξερε. Όλοι ήξεραν πως όποιον έπαιρναν, δεν ξαναγύριζε.
Η Μαργαρίτα έζησε κρυμμένη σε μια σπηλιά, στα Πιέρια Όρη. Τη βρήκαν αντάρτες του ΕΛΑΣ, τραυματισμένη, εξαντλημένη, αλλά ζωντανή. Πέρασε μήνες μαζί τους, νοσοκόμα, μαγείρισσα, ό,τι μπορούσε να προσφέρει. Ποτέ δεν αποκάλυψε ποια ήταν, από πού είχε έρθει, ούτε για το παιδί της. Μόνο στο φως της φωτιάς, κάποια νύχτα, ένας νεαρός αντάρτης την είδε να κοιτά μια παιδική κάλτσα και να ψιθυρίζει: «Λενιώ μου…».
Μια φορά συμμετείχε σε μάχη στο Λιβάδι, κουβαλώντας τραυματίες μέσα σε θύελλα από σφαίρες και πυρκαγιά. Ένιωσε τον θάνατο να περνά δίπλα της πολλές φορές. Είδε φίλους να πέφτουν στο πλάι της. Ένας σύνδεσμος πυροδοτήθηκε από νάρκη. Το κορμί του σκορπίστηκε στον αέρα. Η Μαργαρίτα έμεινε στο χώμα, καλυμμένη από λάσπη και αίμα.
Όταν ο πόλεμος τελείωσε, δεν επέστρεψε αμέσως. Φοβόταν. Ίσως το παιδί της να είχε πεθάνει. Ίσως να την είχαν ξεχάσει. Ίσως να την είχαν πει λιποτάκτη. Πέρασαν δύο χρόνια ώσπου να μαζέψει τη δύναμη.
Η Λενιώ μεγάλωσε με μια θεία. Ήταν το «παιδί της σφαγής», η «ορφανή». Την έβλεπαν με οίκτο, κι εκείνη μίλαγε λίγο. Η εικόνα της μητέρας της, με τα μαύρα μάτια και τα μαλλιά πιασμένα ψηλά, έσβηνε σιγά-σιγά, αλλά δεν χάθηκε ποτέ.
Ώσπου, ένα φθινόπωρο, εμφανίστηκε μια γυναίκα στην αυλή, μ’ ένα μικρό σακίδιο και μια φωνή που έτρεμε.
«Λενιώ;»
Η κοπέλα την κοίταξε. Ήταν δεκαπέντε πια. Τα μάτια της γυναίκας μπροστά της έμοιαζαν παράξενα οικεία.
«Ποια είστε;»
«Εγώ είμαι…»
Τα χείλη της Μαργαρίτας σχημάτισαν το όνομα, μα η φωνή της δεν βγήκε. Έσκυψε, έβγαλε απ’ το σακίδιο ένα μικρό, ξεθωριασμένο παλτό και μια κάλτσα παιδική, ξεπλυμένη απ’ τον χρόνο.
Η Λενιώ δεν απάντησε. Πλησίασε αργά. Την κοίταξε στα μάτια. Έπειτα, άγγιξε το πρόσωπό της. Ήταν το ίδιο χέρι που την είχε αγκαλιάσει εκείνο το πρωινό στο αμπέλι.
«Μαμά;»
Δεν χρειάστηκε άλλη λέξη.
Αλεξάνδρα Καραφώτη
