Ο πατέρας με τα ματωμένα χέρια

Η Άννα κατέβηκε από το λεωφορείο κρατώντας μόνο ένα σακίδιο στην πλάτη της. Ο οδηγός της έριξε μια φευγαλέα ματιά, αναγνωρίζοντας το πρόσωπό της, αλλά δεν είπε λέξη. Το Αργυροχώρι δεν είχε αλλάξει πολύ στα τόσα χρόνια που έμενε εκεί. Ούτε οι άνθρωποί του. Όσες δουλειές και να είχε κάνει στη ζωή της, το χωριό αυτό ήταν για εκείνη πάντα ο χειρότερος Γολγοθάς.

Το σπίτι της ήταν εκεί, στο τέλος του χωματόδρομου. Ένα διώροφο με σπασμένα παντζούρια και τοίχους μουχλιασμένους. Η σκεπή άντεχε ακόμα. Ξεκλείδωσε και μπήκε. Η μυρωδιά της εγκατάλειψης την τύλιξε. Άναψε ένα φως. Περπάτησε ως το παιδικό δωμάτιο. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Τα παιχνίδια του Νίκου ήταν ακόμα στο ράφι, θαμπά από τη σκόνη. Πήρε ένα αυτοκινητάκι στο χέρι και το κράτησε σφιχτά.

Είκοσι δύο χρόνια πριν, ένα πρωινό του Σεπτέμβρη, ο Νίκος είχε χαθεί. Ήταν μόλις δέκα ετών. Ένα παιδί όμορφο, με μεγάλα καστανά μάτια και μόνιμα γρατζουνισμένο γόνατο. Την τελευταία φορά που τον είδε, ήταν στην κουζίνα. Ετοίμαζε πρωινό. Ο Χρήστος, ο πατέρας του, είχε επιστρέψει αργά το προηγούμενο βράδυ, μεθυσμένος, κάτι που είχε γίνει πλέον συνήθεια. Οι φωνές τους είχαν ακουστεί ως το απέναντι σπίτι. Την κατηγόρησε πως δεν προσέχει το παιδί. Εκείνη τον έσπρωξε. Εκείνος χτύπησε τον πάγκο με τον ώμο του και βλαστήμησε. Ο Νίκος τρύπωσε στο δωμάτιό του τρομαγμένος.

Μέσα σε πέντε λεπτά, όλα είχαν αλλάξει. Ο Χρήστος πήγε να φύγει και η πόρτα χτύπησε τόσο δυνατά, που η Άννα πετάχτηκε. Πήγε στο δωμάτιο του Νίκου. Το παράθυρο ήταν μισάνοιχτο. Το παιδί δεν ήταν εκεί. Ούτε στην αυλή. Ούτε πουθενά. Τον έψαξαν για ώρες. Η αστυνομία ήρθε. Εθελοντές, σκυλιά. Τίποτα. Ο Χρήστος εξαφανίστηκε λίγες μέρες μετά.

Η Άννα έμεινε μόνη. Οι φήμες την έπνιξαν. Κάποιοι είπαν πως το παιδί πνίγηκε και το έκρυψε. Άλλοι πως το πούλησε. Η ίδια έλεγε μονάχα: «Ήταν εδώ και μετά δεν ήταν». Δεν είχε άλλη απάντηση.

Σήμερα, στο ίδιο αυτό σπίτι, αναρωτιόταν αν η σιωπή είχε φάει τη ζωή της. Δεν παντρεύτηκε ξανά. Δεν έφυγε. Δούλεψε ό,τι δουλειά έβρισκε. Το σπίτι, παρότι άδειο, το καθάριζε συχνά. Σαν να ήλπιζε πως ο Νίκος θα γύριζε.

Εκείνο το βράδυ, ένα χτύπημα στην πόρτα την έκανε να πεταχτεί. Δεν περίμενε κανέναν.
Ο άνδρας που στάθηκε απέναντί της ήταν μεγαλύτερος απ’ ό,τι θυμόταν. Ήταν όμως ο Χρήστος. Γκρίζοι κρόταφοι, βαθιές ρυτίδες, βλέμμα κενό. Όπως φανταζόταν πως θα είχε καταντήσει το ρεμάλι που είχε κάποτε ως άντρα της.
«Ήρθα να σου πω τι έγινε εκείνο το βράδυ», είπε.
Η Άννα δεν μίλησε. Έκανε στην άκρη. Ο Χρήστος μπήκε.

Κάθισαν στο σαλόνι. Ο ήχος του ρολογιού στον τοίχο ήταν ο μόνος ήχος. Ο Χρήστος τεντώθηκε, σαν να προσπαθούσε να πάρει αέρα.
«Το βράδυ που χάθηκε ο Νίκος ψάξαμε για λίγο μόνοι μας πριν καλέσεις την αστυνομία. Θυμάσαι;»
«Θυμάμαι, ναι. Εγώ βγήκα να ψάξω μπροστά μήπως πήγε προς τον δρόμο και εσύ είχες πάει να ψάξεις προς τα πίσω, στο μονοπάτι που έβγαινε στο ποτάμι»
«Ναι ναι. Πήγα να ψάξω πίσω από το σπίτι. Και τότε άκουσα κλάμα. Ήταν ο Νίκος. Τον είδα να τρέχει προς το ποτάμι και ένιωσα τον πανικό να με κυριεύει. Άρχισα να τον κυνηγάω και, όταν τον πλησίασα, έπεσα πάνω του για να τον σταματήσω. Δεν πρόλαβα να υπολογίσω την ταχύτητα. Το παιδί χτύπησε το κεφάλι του σε έναν βράχο στην όχθη. Πάγωσα. Δεν ήξερα αν αναπνέει. Ήταν ζωντανός, αλλά ζαλισμένος. Τον πήρα αγκαλιά. Ήθελα να φωνάξω εσένα. Αλλά… κάτι μέσα μου είπε να μη σε ανακατέψω. Είχα πιει. Ποιος θα με πίστευε; Ποιος θα πίστευε ότι δεν έγινε επίτηδες; Τον σήκωσα και τον έφερα πιο κοντά στο σπίτι. Σου είπα ότι θα πάρω το αμάξι να ψάξω και πιο πέρα. Φόρτωσα τον Νίκο στο αυτοκίνητο, χωρίς να ξέρω τι να κάνω. Το κοντινότερο νοσοκομείο ήταν της Θήβας, αλλά φοβήθηκα. Αν έλεγα την αλήθεια, ίσως με κατηγορούσαν ότι τον χτύπησα επίτηδες, οπότε πήγα μέχρι τη Λαμία. Ήταν σχεδόν μιάμιση ώρα δρόμος, αλλά θεώρησα ότι εκεί θα ήμουν πιο ασφαλής. Κανείς δεν θα συνέδεε το παιδί με εμένα. Όταν έφτασα, φοβήθηκα να μπω. Τον άφησα κοντά στην είσοδο του νοσοκομείου και έφυγα. Γύρισα πίσω στο σπίτι. Ήδη είχαν μαζευτεί άνθρωποι, η αστυνομία, όλοι έψαχναν τον Νίκο. Εγώ… έκανα πως τον έψαχνα μαζί τους»

Η Άννα είχε μείνει ακίνητη. Ο Χρήστος συνέχισε:
«Δυο μέρες μετά, ξαναπήγα στο νοσοκομείο. Καθόμουν στο παγκάκι και περίμενα να βγει κάποια νοσοκόμα να κάνει το διάλειμμά της για να την ψαρέψω. Τρεις ωρες περίμενα. Βγήκε μια νοσοκόμα τότε, με έναν καφέ και ένα τάπερ φαγητού. Της έπιασα την κουβέντα. Της είπα πως έχω τον πατέρα μου στο νευρολογικό και άκουσα για ένα μικρό αγοράκι που είχε χτυπήσει. Τότε μου είπε πως τον βρήκαν παρατημένο στην είσοδο του νοσοκομείου. Τον κατέγραψαν ως παιδί αγνώστων στοιχείων. Κανείς δεν ήξερε ποιοι ήταν οι γονείς του, μόνο ότι ήταν ένα αγόρι 13 ετών. Ο Νίκος όμως ήταν 10. Υπολόγισαν την ηλικία του και είχαν πέσει έξω, γιατί ήταν πιο ανεπτυγμένος για την ηλικία του. Η αστυνομία δεν αναγνώρισε κανένα στοιχείο του παιδιού και αφού το παιδί ήταν αναίσθητο, δεν υπήρχε κανένας τρόπος να βρουν τους γονείς του. Κι έτσι, οι κοινωνικές υπηρεσίες δεν μπόρεσαν ποτέ να σε ειδοποιήσουν. Δεν ήξεραν καν ότι υπήρχες»
Η Άννα άναψε ένα παλιό φωτιστικό δίπλα της. Το φως τρεμόπαιξε. Τον κοίταξε.

«Όσο εγώ έψαχνα το παιδί μου, εσύ πήγαινες και τον έβλεπες; Ήξερες και δεν μίλησες; Πώς μπόρεσες; Πώς μπόρεσες να με αφήσεις να μαραζώνω και να κλαίω πρωί βράδυ για μήνες, ενώ ήξερες που είναι το παιδί μου; Και μετά; Όταν βγήκε, γιατί δεν μου το είπες; Τι έγινε; Πού το πήγαν; ΠΕΣ ΜΟΥ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ!»
«Πέθανε την ίδια μέρα που πήγα στο νοσοκομείο. Η αιμορραγία ήταν εσωτερική. Δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα»
Η Άννα έβγαλε μια κραυγή και σηκώθηκε όρθια. Άρχισε να τον χτυπά με τα χέρια της στο στήθος, στα χέρια, στο πρόσωπο.
«Γιατί; Γιατί δεν μου το είπες; Γιατί τον άφησες εκεί σαν σκυλί; Ποιο κτήνος στερεί από την μάνα το παιδί της; ΔΟΛΟΦΟΝΕ ΜΟΥ ΣΚΟΤΩΣΕΣ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ!»
Ο Χρήστος δεν αμύνθηκε. Άφησε τα χέρια του κάτω.
«Δεν μπορούσα να ζήσω άλλο έτσι. Δεν περνάει μέρα που να μη βλέπω το πρόσωπό του. Μετανιώνω που τον άφησα μόνο του. Μετανιώνω που δεν στο είπα. Μετανιώνω που υπάρχω»

Η Άννα έπεσε στο πάτωμα. Ο θρήνος της ήταν τόσο μεγάλος, δεν είχε δύναμη να κλάψει, να φωνάξει, να χτυπήσει τον φονιά του γιού της. Συνέχισε να κλαίει στο πάτωμα με ό,τι ανάσα της είχε μείνει.

Το επόμενο πρωί, η Άννα πήγε στην αστυνομία και ζήτησε πληροφορίες για ένα άγνωστο παιδί που είχε πεθάνει στο νοσοκομείο της Λαμίας, είκοσι δύο χρόνια πριν. Χρειάστηκε επιμονή, δάκρυα, και μια παλιά φωτογραφία. Οι υπάλληλοι βρήκαν την καταχώριση ενός άγνωστου αγοριού που είχε αφήσει κάποιος στο Τμήμα Επειγόντων, και είχε πεθάνει δυο μέρες αργότερα.

Το παιδί ετάφη ως «άγνωστο αγόρι, περίπου δέκα ετών», σε ομαδικό τάφο στην άκρη του νεκροταφείου της πόλης. Η Άννα πήγε εκεί μόνη. Έφερε ένα μικρό σταυρό, με το όνομα “Νίκος”. Έβαλε δίπλα του το παλιό του αυτοκινητάκι.

Ο Χρήστος προφυλακίστηκε με την κατηγορία της αμέλειας που οδήγησε στον θάνατο και της εγκατάλειψης ανηλίκου, καθώς και με φόνο εξ αμελείας. Δεν πρόλαβε να βγει ποτέ να γίνει το δικαστήριο. Το ίδιο βράδυ κιόλας αυτοκτόνησε στο κελί του.

Η Άννα γύρισε στο σπίτι. Την επόμενη μέρα κιόλας θα το πουλούσε το σπίτι και θα μετακόμιζε στη Λαμία. Να είναι δίπλα στο γιο της μετά από τόσα χρόνια.

Με αργά και βήματα πήγε στο παιδικό δωμάτιο. Πήρε μια ανάσα και άναψε ένα κερί. Το άφησε να καίει όλη νύχτα.
Για τον Νίκο. Που χάθηκε. Και δεν βρέθηκε ποτέ ξανά.
Το φως αυτό… δεν θα έσβηνε ποτέ.

Αλεξάνδρα Καραφώτη

One response to “Ο πατέρας με τα ματωμένα χέρια”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading