Η Μαρία ήταν μία κοπέλα της διπλανής πόρτας. Μετρίου αναστήματος, καστανή, λίγο γεματούλα, με γλυκό, φωτεινό πρόσωπο που σε κέρδιζε με την πρώτη ματιά. Το ύφος σοβαρό και κάποιες φορές σκυθρωπό, λες και βρισκόταν σε έναν άλλο κόσμο. Ένα από τα χαρακτηριστικά της ήταν τα ωραία, ψηλά, καλοσχηματισμένα πόδια της. Αυτό της έδινε το πλεονέκτημα να φαίνεται ψηλή χωρίς να είναι στην πραγματικότητα. Το παρουσιαστικό αυτό, σε συνδυασμό με τον χαρακτήρα της, της είχε χαρίσει μια ξεχωριστή προσωπικότητα, που πολλές φορές όμως ήταν το μεγάλο της μειονέκτημα. Πώς να την πλησιάσουν οι άντρες, που από την πρώτη συνάντηση την φοβόντουσαν; Η κοπέλα έκανε προσπάθειες να χαλαρώσει όταν γνώριζε έναν άντρα, φυσικά της αρεσκείας της, αλλά…
Στα είκοσί της γνώρισε τον Αντρέα, έναν συμφοιτητή της, που την κέρδισε σχεδόν αμέσως με το επιβλητικό παρουσιαστικό του και το χαμόγελό του. Αυτό το φωτισμένο και λαμπερό πρόσωπό του, της γέμισε το κενό που κυριαρχούσε στην ψυχή της από τα χρόνια της εφηβείας. Η περίοδος αυτή ήταν μελαγχολική, γιατί βίωσε το διαζύγιο των γονιών της, που αν και ήταν ήπιας μορφής, δεν έπαυε να την έχει επηρεάσει βαθιά στην ψυχή της. Πίστευε ότι αυτή ήταν η αιτία του χωρισμού τους και έκανε τα πάντα για να τους ευχαριστήσει. Έτσι δεχόταν ό,τι και να της ζητούσαν ή της έλεγαν, χωρίς διαμαρτυρία, διαλέγοντας τον βουβό δρόμο. Ανέκφραστα συναισθήματα, η ψυχή της έτοιμη να εκραγεί, αλλά από το στόμα δεν έβγαινε καμία λέξη. Πώς λοιπόν να το αλλάξει όλο αυτό;
Όταν τελείωνε το σχολείο, μία θεατρική παράσταση που ανέβηκε στο σχολείο, η Αντιγόνη, στα αρχαία ελληνικά, στην οποία έλαβε μέρος παίζοντας τον ρόλο της Ισμήνης, ένιωσε για πρώτη φορά την ανάγκη να διαμαρτυρηθεί με τον δικό της τρόπο. Ύστερα από αυτή την εμπειρία, πήρε την απόφαση να ασχοληθεί με το θέατρο, κατάλαβε ότι ήταν το μέσο για να βρει τα πατήματά της και τον εαυτό της. Στην ανακοίνωση της απόφασης αυτής στους γονείς της, έπεσε φυσικά σε τοίχο. Ο πατέρας της κυρίως ήταν εκείνος που την απέτρεψε με την πρώτη και μετά ακολούθησε και η μάνα της. Όσο και να προσπαθούσε να τους αλλάξει γνώμη, τόσο εκείνοι ήταν ανυποχώρητοι. Και σαν άλλη μία Ισμήνη υποχώρησε και ακολούθησε άλλον επαγγελματικό δρόμο. Στις πανελλήνιες φυσικά πήγε πολύ καλά και πέρασε στην σχολή της Νομικής, όπως ήθελε ο πατέρας της.
– Μα τι θα λέω στον κόσμο, ότι η κόρη μου σπουδάζει για να γίνει θεατρίνα; Είναι πράγματα αυτά; Ενώ η νομική ε;
Αυτά άκουγε η Μαρία και έβαλε τα θέλω της σε δεύτερη μοίρα ή καλύτερα, σε τρίτη. Στην σχολή τα πήγαινε καλά, περνούσε τα μαθήματα γιατί ήθελε να τελειώνει γρήγορα, η επαγγελματική αποκατάσταση την ενδιέφερε πολύ, το ίδιο και η οικονομική ανεξαρτησία. Δεν της ήταν εύκολο να ζητάει χρήματα από τον πατέρα της, γι’ αυτό έψαξε για δουλειά και άρπαξε την πρώτη που της έλαχε. Το κυλικείο της σχολής ήταν ό,τι έπρεπε για εκείνη, λίγες ώρες που τις προσάρμοζε στις ώρες των μαθημάτων της. Εκεί συνάντησε τον Αντρέα, που σπούδαζε στο τρίτο έτος . Η συνάντησή τους επεισοδιακή αρχικά, μία παρεξήγηση στην ετοιμασία του καφέ, ελληνικός μέτριος και όχι γλυκός και η μία κουβέντα έφερε την άλλη. Ο Αντρέας από εκείνο το πρωινό προτιμούσε τον καφέ της σχολής αντί να τον πίνει έξω στα μικρά καφέ γύρω από την σχολή, τον είχε εντυπωσιάσει η γλυκύτατη ομορφιά αυτής της κοπέλας, η πραότητά της.
– Ωχ, πάλι αυτός εδώ, μα τι να θέλει κάθε πρωί; αναρωτιόταν από μέσα της . Τόσο καλό καφέ φτιάχνω και δεν το ξέρω;
Η κολλητή της φίλη, η Ελένη, είχε καταλάβει ότι ο νεαρός ερχόταν για τα ωραία μάτια της φίλης της και όχι για τον καφέ.
-Ε, ξύπνα από τον λήθαργό σου, δεν βλέπεις ότι ο άνθρωπος μόνο για σένα έρχεται εδώ; της είπε ένα πρωινό του Γενάρη, λίγο μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων.
Έκανε πολύ κρύο εκείνη την ημέρα, οι δρόμοι κάτασπροι από το χιόνι και η σχολή ήταν σχεδόν άδεια, αφού οι φοιτητές, όπως και όλος ο κόσμος, είχαν προτιμήσει να μείνουν στο σπίτι αντί να βγουν έξω. Και ο Αντρέας εκεί, σταθερός, εκείνη την παγερή μέρα ήταν που πήρε την απόφαση να της μιλήσει. Πού να τολμήσει πριν, έτσι που την έβλεπε σοβαρή, χωρίς να δίνει το παραμικρό θάρρος σε κανένα, πλην των τυπικών, καλημέρα, καλησπέρα, ευχαριστώ.
– Θα ήθελες να φύγουμε μαζί σήμερα που δεν έχει πολύ κίνηση και μάλλον δεν θα έχουμε μαθήματα; την ρώτησε κοιτώντας της στα μάτια
Η Μαρία αρχικά ήταν έτοιμη να αρνηθεί, ωστόσο η φωνή της Ελένης ακούστηκε από το μέσα δωμάτιο, απαντώντας για την φίλη της… “θέλει, θέλει!”.
Οι ματιές τους συναντήθηκαν στο κενό και η Μαρία έδωσε την συγκαταβατική της απάντηση κάνοντας ένα νεύμα με το πρόσωπο. Πήρε την τσάντα της και σε λίγο στάθηκε δίπλα στον Αντρέα. Πόσο ταίριαζαν τα κορμιά τους δίπλα δίπλα! Σαν να ήταν γεννημένοι ο ένας για τον άλλο.
Αυτή ήταν η αρχή της ιστορίας της Μαρίας και του Αντρέα, δύο νέων με όνειρα, με πολλά συναισθήματα, με διαφορετικές όμως προσεγγίσεις για την ζωή. Αρχικά η Μαρία δεν πίστευε ότι ένας άντρας ενδιαφερόταν για εκείνη, ο πατέρας της είχε συμβάλει στην χαμηλή αυτοεκτίμηση, έτσι ποτέ μέχρι εκείνη την εποχή δεν της είχε περάσει από το μυαλό ότι θα μπορούσε να βρεθεί σε μία σχέση. Ο Αντρέας, που τα αισθήματά του ήταν βαθιά, έβλεπε στα μάτια της τα μύχια της ψυχής της, την γλυκύτητά της, τον πόνο που είχε λάβει από τους δικούς της ανθρώπους. Και ήταν και αυτά τα χείλια της που είχαν ένα υπέροχο σχήμα και χρώμα σαν του βερίκοκου. Η Μαρία σιγά σιγά είχε αρχίσει να χαλαρώνει και άφησε τον εαυτό της ελεύθερο να αγαπήσει. Αχ ο έρωτας, τι παιχνίδια παίζει! Είναι κύριος των ψυχών και των σωμάτων! Σαν το πεινασμένο ζώο που κατεβαίνει από τα βουνά αναζητώντας τροφή, έτσι και οι ψυχές τους αναζητούσαν τον έρωτα και την αγάπη. Και χόρτασαν τα κορμιά τους και η ψυχή τους, όταν όμως τελείωσαν οι σπουδές με επιτυχία και για τους δύο, μετά τι; Ποιόν δρόμο να διαλέξουν; Ο Αντρέας αποφάσισε να συνεχίσει με ένα μεταπτυχιακό στην Αμερική γιατί είχε την οικονομική άνεση να υποστηρίξει τις σπουδές του, ενώ η Μαρία έμεινε πίσω. Αυτή η απόφαση ήταν καταλύτης στο να χωρίσουν οι δρόμοι τους οριστικά. Μία τέτοια απόσταση, άλλοι δρόμοι επαγγελματικοί, δεν ήταν εύκολο για τους δύο να υποστηρίξουν μέχρι το τέλος την σχέση τους.
Ο Αντρέας έμεινε στην Αμερική, έγινε μέλος σε ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο στην Νέα Υόρκη, ενώ η Μαρία βρήκε δουλειά σε μία εταιρεία πολυεθνική σαν νομικός σύμβουλος. Στα επόμενα χρόνια τόλμησε να κάνει δύο σχέσεις με την απόλυτη αποτυχία. Κανείς δεν μπόρεσε να την κάνει να διώξει την θλίψη από την καρδιά της, τα υγρά της μάτια, την κατήφεια που την κουβάλαγε από τα μικράτα της. Τα χρόνια πέρναγαν, και εκείνη στα σαράντα της ένιωθε τις μέρες να φεύγουν, το τραίνο της ζωής έτρεχε με απίστευτη ταχύτητα χωρίς να έχει κάνει τίποτα ουσιώδες στην ζωή της, με εξαίρεση την δουλειά της, έβλεπε τις φίλες της να έχουν κάνει τις δικές τους οικογένειες. Οι γονείς πια σε μεγάλη ηλικία χρειάζονταν την φροντίδα της, αντί άντρα και παιδιά, μεγάλοι άνθρωποι πρωταγωνιστούσαν στην ζωή της. Ένα ανοιξιάτικο πρωινό κατεβαίνοντας την Ερμού είδε έναν οίκο νυφικών. Στάθηκε μπροστά στην βιτρίνα και σε λίγο μπήκε μέσα χωρίς να υπάρχει λόγος, ανέβηκε τις σκάλες και βρέθηκε σε έναν χώρο γεμάτο νυφικά τόσο ονειρεμένα. Την πλησίασε η υπάλληλος και αφού την καλωσόρισε την ρώτησε:
– Πώς μπορώ να σας βοηθήσω;
– Ψάχνω νυφικό για τον γάμο μου, απάντησε η Μαρία με φυσικότητα.
– Με το καλό, πότε είναι ο γάμος;
– Τέλος φθινοπώρου, αρχές Δεκέμβρη.
– Συγχαρητήρια, έχετε κάποιο σχέδιο στο μυαλό σας ή να σας προτείνω εγώ;
– Το αφήνω στα χέρια σας, σας έχω εμπιστοσύνη.
– Τέλεια, καθίστε και σε λίγο θα σας δείξω τα πιο ωραία μας σχέδια.
Η υπάλληλος σε λίγη ώρα έφερε κρεμασμένα σε έναν καλόγερο πέντε νυφικά, το ένα ωραιότερο από το άλλο. Η Μαρία τα έχασε για λίγο, φαντάστηκε τον εαυτό της μέσα σε αυτά και τα δοκίμασε όλα. Νυφικό γοργονέ σατέν, νυφικό πριγκιπικό, νυφικό σε άλφα γραμμή, αλλά εκείνο με την δαντέλα και τα μανίκια, ήταν αυτό που της ταίριαζε απόλυτα. Το εκρού του χρώμα του πρόσθετε ρομαντισμό ίδιο με τον χαρακτήρα της.
Όσες βρίσκονταν στον χώρο γύρισαν και την κοίταξαν με θαυμασμό. Η Μαρία για λίγο γέμισε με χαρά, σε δευτερόλεπτα άλλαξε ύφος και είπε με συγκίνηση στην κοπέλα:
– Αυτό μου αρέσει πολύ, θα το σκεφτώ και θα ξαναέρθω να μιλήσουμε για τις λεπτομέρειες.
Όταν έφυγε από το κατάστημα, γύρισε το κεφάλι της στην βιτρίνα και έκλεισε τα μάτια της σαν να φωτογράφιζε τα μοντέλα της βιτρίνας. Ήταν και αυτός ένας τρόπος για να απαλύνει την μοναξιά της για λίγο καιρό.
Στους επόμενους μήνες, η Μαρία έπρεπε να αντιμετωπίσει τον θάνατο των γονιών της που έφυγαν από την ζωή διαδοχικά, με διαφορά λίγων μηνών. Κανονικά θα έπρεπε να αισθάνεται ανακούφιση, αλλά δεν ήταν τόσο εύκολα τα πράγματα. Γονείς της ήταν, τους πονούσε και ας μην είχε την καλύτερη των σχέσεων. Η δουλειά της ήταν το φάρμακό της, πήγαινε το πρωί και έφευγε αργά το βράδυ. Καλοκαιρινές διακοπές δεν ήξερε, λίγες μέρες ανάπαυση μόνο τον Δεκαπενταύγουστο ήταν αρκετές.
Τον επόμενο χειμώνα, περνώντας από το ίδιο κατάστημα νυφικών, χωρίς να το σκεφτεί ξαναμπήκε μέσα. Η υπάλληλος την θυμήθηκε και την καλωσόρισε και πάλι. Ο ίδιος διάλογος, οι ίδιες κινήσεις. Άλλα νυφικά παρέλασαν από μπροστά της, εξίσου όμορφα και εντυπωσιακά, που της ταίριαζαν γάντι. Η Μαρία βρήκε πάλι την δικαιολογία για να αποφύγει τις ερωτήσεις… “οι γονείς μου είναι άρρωστοι και δεν ξέρω τι θα γίνει με τον γάμο… θα ξαναέλθω σύντομα, ευχαριστώ”.
Τα χρόνια κυλούσαν, η Μαρία μία φορά τον χρόνο είχε επισκεφτεί όλα τα καταστήματα νυφικών του κέντρου την Αθηνών, χάζευε τα νυφικά στις βιτρίνες και πάντα έβρισκε μία καλή δικαιολογία για να αποφύγει την αγορά ή την ενοικίαση του νυφικού φορέματος. Καμία σχέση δεν είχε καταφέρει να χαρεί, να την κάνει να χαλαρώσει, κανείς δεν είχε εισχωρήσει στην ψυχή της, το βλέμμα της μελαγχολικό όσο ποτέ.
Όταν πέρασε τα πενήντα, πήρε την απόφαση να ασχοληθεί και με άλλα πέρα της δουλειάς της. Μία επίσκεψη στο εθνικό θέατρο ήταν αρκετή για να ξαναφουντώσει η αγάπη της για τα θεατρικά δρώμενα και γράφτηκε σε ένα ερασιτεχνικό θεατρικό εργαστήριο. Αυτό ήταν η αρχή για μία νέα ζωή, όπως την είχε ονειρευτεί πριν καιρό, αλλά ποτέ δεν είναι αργά. Και η Μαρία άνθισε από το πουθενά, σαν ένα δέντρο που το έχει χτυπήσει κεραυνός, αλλά μετά βγαίνουν πρασινάδες στα καμένα του κλαδιά, έτσι και εκείνη ένιωθε χαρά πρωτόγνωρη. Μείωσε εύλογα τις ώρες εργασίας της και οι απογευματινές ώρες κυλούσαν ανάλαφρα και ευχάριστα στο μικρό θέατρο που βρισκόταν στα νότια προάστια, εκεί που έμενε τόσα χρόνια. Αρχικά περιοριζόταν στην εκμάθηση των διαλόγων, χωρίς να τολμά να λάβει μέρος στην παράσταση. Φοβόταν ότι θα έχανε τα λόγια της μπροστά στον κόσμο, δεν ένιωθε έτοιμη να τον αντιμετωπίσει, να γίνει κάποια άλλη, ένας άλλος χαρακτήρας ξένος από αυτή, να νιώσει συναισθήματα που μέσα από την ηθοποιία κατάλαβε ότι συμβάδιζαν με τα δικά της, που ήταν επακόλουθα της ζωής της, της ψυχικής της κατάστασης, σαν απόρροια των σχέσεών της με τους γονείς της και των ερώτων της.
Όταν στην ομάδα ήρθε ένα νέο μέλος, έγινε το θαύμα. Ο Πέτρος, ένας πενηντάρης όμορφος και πολύ αρρενωπός άντρας, σαν νεοφερμένος στην περιοχή, αφού πέρασε λίγος καιρός και μέχρι να εγκατασταθεί πλήρως, πρόσθεσε στις δραστηριότητές του και το θέατρο. Το αγαπούσε από τα νιάτα του και το υπηρετούσε ερασιτεχνικά, έτσι συνέχισε να κάνει αυτό που ποθούσε η ψυχή του σε έναν νέο σύλλογο.
Η συνάντησή τους επεισοδιακή, μία θέση παρκινγκ έγινε αφορμή για τον πρώτο διαπληκτισμό. Όταν βρέθηκαν στον σύλλογο, τα μάτια μίλησαν με θυμό.
Αυτός ο άντρας είναι αντιπαθέστατος, σκέφτηκε η Μαρία από μέσα της.
Ήταν ανάγκη να είναι και αυτή εδώ;, ήταν αντίστοιχα οι σκέψεις του Πέτρου.
Έγιναν οι συστάσεις, ένα χαίρω πολύ ήταν υπεραρκετό! Η αλήθεια ήταν ότι ο νεοφερμένος άντρας είχε όλα τα προσόντα για να γίνει όχι μόνο συμπαθής αλλά και ερωτεύσιμος. Η αρρενωπότητά του, τα μάτια του, το παρουσιαστικό του και κυρίως η φωνή του, ο τρόπος που χειριζόταν τον λόγο, είχαν γοητεύσει την Μαρία. Προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από το ψυχρό της προσωπείο, αυτό το ήξερε καλά τόσα χρόνια. Μάταια όμως. Ένιωθε τις αντιστάσεις της να πέφτουν μία μία. Σε αυτό συνέβαλαν και οι πρόβες για ένα σύγχρονο έργο με κόντρα ρόλο για αυτή. Μία γυναίκα που βγαίνει από έναν οίκο ανοχής και μαστουρwμένη πέφτει μπροστά στις ρόδες ενός αυτοκινήτου, με οδηγό έναν άντρα που έχει βγει και αυτός από ένα μπαρ. Και οι δυο τους βιώνουν έντονη, αφόρητη μοναξιά και από εκείνη την βραδιά αρχίζει η γνωριμία τους και η πολυτάραχη σχέση τους. Όταν ήρθε η στιγμή η ηρωίδα να αφεθεί στην αγκαλιά του συμπρωταγωνιστή της, η Μαρία έκλεισε τα μάτια και άφησε τον εαυτό της ελεύθερο, ακουμπώντας τα χείλια της στα δικά του με τρέμουλο, ακριβώς όπως έπρεπε. Και το φιλί τους ήταν πραγματικό, βαθύ, μίλησε στην ψυχή και από τα μάτια της κύλησαν δάκρυα. Ο Πέτρος ένιωσε την συγκίνησή της ανταποδίδοντας την θέρμη, την έσφιξε δυνατά και ήταν σαν να σφράγιζε την σχέση τους με την καρδιά να σπάει από λαχτάρα.
Επιτέλους, η αγάπη, αν και είχε αργήσει, φάνηκε έστω και στα μέσα της ζωής της, έφυγαν οι κρύοι χειμώνες και ήρθαν τα καλοκαίρια και στις πρώτες κοινές διακοπές του Αυγούστου, ο Πέτρος της έκανε πρόταση γάμου, την οποία την δέχτηκε με μεγάλη χαρά. Ποιος να το περίμενε ότι θα βρισκόταν ένας άνθρωπος να μοιραστεί τα ταξίδια της ζωής, με τα καλά και τα δυσάρεστα, ένας σύντροφος, φίλος, εραστής!
Η Μαρία ξαναπέρασε την πόρτα του οίκου των νυφικών στην Ερμού, η ίδια υπάλληλος την καλωσόρισε, την θυμήθηκε και με χαρά της είπε:
– Πιστεύω αυτή την φορά να γνωρίζετε την ημερομηνία γάμου σας. Έχουμε τα καλύτερα νυφικά, τελευταία λέξη της μόδας, κατευθείαν από το Παρίσι!
Η Μαρία χαμογέλασε και έριξε ένα γρήγορο βλέμμα γύρω της. Τα μάτια της έπεσαν σε ένα απλό φόρεμα με δαντελένια μανίκια στην απαλή απόχρωση του ροζ.
– Αυτό θα πάρω, της είπε με σιγουριά. Να το δοκιμάσω;
‘Όταν το δοκίμασε, αισθάνθηκε την απόλυτη ευτυχία, ήταν σαν να είχε ραφτεί για εκείνη, σαν να μιλούσε πάνω της.
Ο Πέτρος, όταν την αντίκρυσε στην εκκλησία, ένιωσε τα πόδια του να λυγίζουν από ευτυχία. Η ανθοδέσμη στα απαλά ροζ χρώματα του τριαντάφυλλου ταίριαζαν απόλυτα με το φόρεμα και την απλότητα της νύφης.
Τελικά η αγάπη, αν και άργησε να φανεί, δεν άφησε δύο πονεμένους ανθρώπους μόνους. Το τραίνο της ζωής κοινό πια, με χαρές και λύπες.
Και ο αοιδός συμπληρώνει…
…Τώρα η ζωή μου στα δικά σου τα χέρια
…Φύγαν οι χειμώνες και ήρθαν τα καλοκαίρια!
Δήμητρα Καμπόλη

One response to “Το νυφικό ήταν ροζ”
[…] Το νυφικό ήταν ροζ Η Άννα […]