Είχε ήδη φτάσει απόγευμα, όταν ο Άλκης επέστρεψε στην σχολή οδηγών όπου εργαζόταν τα τελευταία χρόνια. Ήταν μια από τις μεγαλύτερες σχολές οδήγησης της πρωτεύουσας και απαριθμούσε αρκετούς υπαλλήλους. Εκπαίδευε τους επίδοξους οδηγούς, όπως τους αποκαλούσε, να κατακτήσουν τους δρόμους. Μόλις είχε τελειώσει με το τελευταίο μάθημα για σήμερα και σε μια ώρα θα σχολούσε. Του άρεσε η δουλειά του, σε αντίθεση με τη ζωή του, που δεν του άρεσε καθόλου τελευταία. Είχε περάσει ένας χρόνος από τότε που η αρραβωνιαστικιά του του ζήτησε να χωρίσουν. Αυτή του είπε ότι απλά βαρέθηκε και αυτός ένιωθε να τον ρουφάει σταδιακά η κατάθλιψη πλέον. Ένα τελευταίο ραντεβού είχε για σήμερα, όπως τον ενημέρωσαν από τη γραμματεία. Μια εικοσιπεντάχρονη κοπέλα θα ήταν η καινούρια εκπαιδευόμενη και σήμερα θα γνωρίζονταν και θα κανόνιζαν το πρόγραμμα των μαθημάτων.
Επιτέλους θα μπορούσε να γυρίσει στο μισοσκότεινο διαμέρισμά του και να αφεθεί στις σκέψεις του, τις όχι και τόσο χαρούμενες. Τον πλήγωναν όλα εκείνα τα όνειρα που είχαν κάνει μαζί με την πρώην του, εκείνα που μια απλή Δευτέρα εκείνη τα είχε ακυρώσει με τόση ευκολία, γιατί απλά βαρέθηκε. Οι συνάδελφοι του είχαν προτείνει πολλές φορές να τους ακολουθήσει σε κάποια έξοδο μετά το σχόλασμα, όμως πάντα αρνιόταν. Ένιωθε ότι η ζωή του είχε μπει σε μια διαδικασία αποσύνθεσης και ο ίδιος ήταν απλώς ένας θεατής. Αυτά και πολλά άλλα σκεφτόταν όταν τον διέκοψε μια χαρούμενη φωνή που συνοδευόταν από ένα φωτεινό χαμόγελο. Στη πόρτα στεκόταν ένα κάπως αλλοπρόσαλλο κορίτσι που έμοιαζε περισσότερο με καρτούν, παρά με άνθρωπο. Κάτι σαν την “Πίπη τη Φακιδομύτη” σε μια πιο χρωματιστή βερσιόν. Φορούσε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου, θα έλεγε κανείς, που συνοδευόταν από πολύχρωμες κορδέλες στα μαλλιά.
«Χαίρετε! Είστε ο κύριος Άλκης; Μαζί θα κάνουμε τα μαθήματα; Είμαι τόσο ενθουσιασμένη που θα μάθω να οδηγώ!»
«Χαίρετε! Είστε η κυρία…» απάντησε κάπως διστακτικά.
«Πατάτα»
« Τι πατάτα;»
«Νευροκοπίου! Το επίθετό μου είναι βρε κύριε Άλκη!»
«Ωραία και το μικρό σας;»
«Πατατουλίτσα»
Εντάξει τώρα τον κορόϊδευε, τι πατάτα και πατατουλίτσα;
«Με κοροϊδεύετε κυρία μου;»
«Όχι, αλίμονο, τι είναι αυτά που λέτε; Ορίστε και η ταυτότητά μου»
Πράγματι έβγαλε την ταυτότητά της που έγραφε Πατατουλίτσα Πατάτα και δίπλα είχε τη φωτογραφία της. Η αλήθεια είναι πως με αυτό το πορτοκαλί μαλλί θύμιζε όντως πατάτα. Του ήρθε να γελάσει, μετά από πολύ καιρό, αλλά κρατήθηκε.
«Και σας βάφτισαν δηλαδή Πατατουλίτσα;»
«Όχι φυσικά, είναι δυνατόν; Αργότερα το άλλαξα, γιατί μου αρέσουν οι πατάτες. Υπάρχει κάποιο θέμα;»
«Όχι κυρία μου, απλά δεν ξέρω πώς να σας αποκαλώ»
«Μα με το όνομά μου, αφού σας συστήθηκα»
Τα πρώτα μαθήματα οδήγησης κυλούσαν με επιφωνήματα όπως “Πατάτα μη!”, “Πατάτα το στοπ!”, “Πατάτα κόκκινο!”. Οι υπόλοιποι οδηγοί στο δρόμο τους κοιτούσαν περίεργα και μερικοί χασκογελούσαν, μέχρι που η κυρία Πατάτα μούτρωσε.
«Σταματήστε να με λέτε Πατάτα κύριε Άλκη!»
«Συγγνώμη, άλλα έτσι δε μου συστηθήκατε;»
«Πατατουλίτσα με λένε! Νόμιζα ότι είχαμε γίνει φίλοι και πλέον θα μου μιλούσατε στον ενικό!»
Εντάξει, ήταν τρελή η τύπισσα! Ήταν όμως και πελάτισσα του γραφείου στο οποίο εργαζόταν, οπότε στα επόμενα μαθήματα ακολούθησαν τα “Πατατουλίτσα το φανάρι!”, “Πατατουλίτσα διάβαση πεζών!”, “Πατατουλίτσα μη μας σκοτώσεις!!!”.
Οι συνάδελφοι τον είχαν πάρει στο ψιλό με τη Πατατουλίτσα που είχε μπλέξει. Τον πείραζαν, όμως χαίρονταν κατά βάθος που επιτέλους έσκαγε και κανένα χαμόγελο. Έπιανε και ο ίδιος τον εαυτό του τις μέρες που δεν είχαν μάθημα να του λείπει κάτι. Εκείνα τα χαζά αστεία της, εκείνα τα χαζά λάθη που έκανε και που τους ανάγκασαν να προσθέσουν δέκα επιπλέον ώρες μαθημάτων, μήπως και το έπαιρνε το δίπλωμα τελικά.
Εκείνη τη Δευτέρα που χρειάστηκε λόγω κακοκαιρίας να ακυρώσουν το μάθημά τους, σαν να στεναχωρήθηκε ένα πράγμα. Άραξε στον καναπέ του διαμερίσματος, όμως αντί για τις συνηθισμένες μελαγχολικές του σκέψεις, για κάποιο λόγο του ήρθαν στο μυαλό οι τηγανητές πατάτες. Σε κάθε μάθημα έφερνε μαζί της τηγανητές πατάτες και μάλιστα από συγκεκριμένο μαγαζί, το αγαπημένο της.
Η Πατατουλίτσα, παρά τους όποιους ενδοιασμούς είχε ο ίδιος, τη μέρα της εξέτασης τα πήγε περίφημα. Όχι απλά πήρε το δίπλωμα αλλά και με την άνεση έμπειρου οδηγού. Εν μέρει είχε χαρεί, όμως στεναχωριόταν που δεν θα την ξαναέβλεπε. Γιατί είχε πλάκα, γιατί είναι αστείο να λες κάποιον πατάτα ή πατατουλίτσα, γιατί θέλει θάρρος να τσαλακωθείς και να γελάσεις ακόμα και όταν νιώθεις πως τίποτα δεν κυλάει σωστά.
Μια εβδομάδα είχε περάσει από τη μέρα της εξέτασης και η καταθλιπτική του διάθεση είχε αρχίσει να παίρνει τα πάνω της. Μέχρι που εμφανίστηκε στη πόρτα του γραφείου του με ένα τεράστιο χαμόγελο, από εκείνα τα δικά της.
«Κύριε Άλκη, πέρασα να κλείσω τις οικονομικές μου υποχρεώσεις και να σας ευχαριστήσω. Σας έχω φέρει και ένα μικρό δώρο»
«Δώρο; Γιατί; Τη δουλειά μου έκανα…»
«Ναι, αλλά τώρα γίναμε φίλοι, σωστά;»
«Πατατουλίτσα, να σε ρωτήσω κάτι; Έτσι σε φωνάζουν και οι υπόλοιποι φίλοι σου;»
«Όχι φυσικά! Αυτοί με λένε Τηπάτα, από το τηγανητή πατάτα! Ανοίξτε όμως το δώρο σας, να μου πείτε αν σας αρέσει. Σήμερα το παρέλαβα, πρώτη έκδοση!»
Ξετύλιξε το περιτύλιγμα και είδε ένα μικρό βιβλίο. Στο εξώφυλλο έγραφε “ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΤΗΠΑΤΑ” και από κάτω: “Η ΤΗΠΑΤΑ ΜΑΘΑΙΝΕΙ ΟΔΗΓΗΣΗ”.
«Τι είναι αυτό πάλι;»
«Παιδικό βιβλίο φυσικά, αφού το βλέπετε!»
«Δεν νομίζω ότι καταλαβαίνω…»
«Θα σου τα εξηγήσω όλα, ελπίζω μόνο να μη μου θυμώσεις. Βασικά έχεις κάθε δικαίωμα να θυμώσεις, γιατί σου είπα ψέματα ή για να το θέσω πιο ήπια, δε σου είπα την αλήθεια».
Ήταν η πρώτη φορά που του μιλούσε στον ενικό και η πρώτη φορά που φαινόταν τόσο σοβαρή. Κάθισε στο γραφείο απέναντί του και το ύφος της δε θύμιζε σε τίποτα τη γνωστή Πατατουλίτσα, αντιθέτως έμοιαζε προβληματισμένη και κάπως θλιμμένη.
«Όταν ήμουν δεκαοχτώ, το αγόρι μου, ο πρώτος μου έρωτας, με χώρισε. Έπεσα σε κατάθλιψη και ακολούθησε η ανορεξία. Δεν μπορούσα να φαω τίποτα και έλιωνα κάθε μέρα. Η μαμά μου, είναι ψυχολόγος να σημειώσω, προσπαθούσε να με βοηθήσει με κάθε τρόπο, μάταια όμως. Έτσι μια μέρα έφερε στο σπίτι μια συσκευασία με τηγανητές πατάτες, από το αγαπημένο μου κατάστημα που ήξερε ότι λάτρευα παλαιότερα. Μου ζήτησε να φάω έστω και μια. Κάθε μέρα αγόραζε τις αγαπημένες μου πατάτες και σταδιακά η μια πατάτα έγιναν δύο και μετά τρεις, μέχρι που μια μέρα κατάφερα να φάω όλη τη συσκευασία. Με την υπομονή και την αγάπη της μαμάς μου, σταδιακά άρχισα να τρώω και όλα τα υπόλοιπα φαγητά. Το θέμα του φαγητού είχε λυθεί, όμως συνέχιζα να νιώθω μονίμως θλιμμένη. Η κατάθλιψη είναι ύπουλη, όχι όμως ανίκητη να ξέρεις. Σε μια από τις πολλές συζητήσεις μας, μου πρότεινε να βρω έναν τρόπο για να διοχετεύσω όλα αυτά που ένιωθα ή αυτά που θα ήθελα να νιώσω. Έτσι γεννήθηκε η ΤΗΠΑΤΑ. Στη φαντασία μου ήταν ένα χαρούμενο κορίτσι, λίγο αλλοπρόσαλλη και πάντα αισιόδοξη. Έκανε συνέχεια σκανταλιές, ντυνόταν σαν να κουβαλούσε μαζί της το ουράνιο τόξο και δε φοβόταν τίποτα. Γράφοντας για τις περιπέτειές της, ουσιαστικά έγραφα αυτά που ονειρευόμουν και εγώ να κάνω για να νιώσω χαρούμενη και ξέρεις κάτι; Ένιωσα! Πήρε κάποιο καιρό φυσικά, γι’ αυτό υπάρχει και αυτή η ολόκληρη σειρά παιδικών βιβλίων. Εσένα σε πρόσεξα στο γραφείο της μητέρας μου, είναι η ψυχολόγος που επισκέπτεσαι τους τελευταίους έξι μήνες. Αναγνώρισα κατευθείαν τα σημάδια, διότι ήταν κάτι που είχα περάσει και η ίδια. Σε παρακολουθούσα όταν ερχόσουν για τις συνεδρίες σου και περίμενες στην αίθουσα αναμονής από το δικό μου γραφείο. Είμαι παιδοψυχολόγος και μοιραζόμαστε τον ίδιο όροφο με τη μαμά, τα γραφεία μας είναι αντικριστά».
«Μα πώς γίνεται τότε να μη σε θυμάμαι;»
«Δεν θα μπορούσες να με προσέξεις έτσι χαμένος που ήσουν μονίμως στις σκέψεις και στο κινητό σου, άσε που και πάλι δε θα με αναγνώριζες»
«Τι εννοείς; Δεν καταλαβαίνω, δεν περνάς και πολύ απαρατήρητη»
«Μα δεν ήμουν έτσι τότε. Θα σου εξηγήσω, λίγη υπομονή. Σε έβλεπα λοιπόν επί μήνες στη αίθουσα αναμονής και ομολογώ ότι μου άρεσες εμφανισιακά, πολύ. Με στεναχωρούσε όμως η θλίψη στα μάτια σου. Ήθελα να σε δω να χαμογελάς έστω και μια φορά. Όχι απαραίτητα σε εμένα, απλά να χαμογελάς. Δεν έβλεπα να βελτιώνεται η διάθεσή σου, αντιθέτως κάθε φορά φαινόσουν όλο και περισσότερο σκυθρωπός. Τότε ήταν που αποφάσισα να πάρω δραστικά μέτρα. Δεν ξέρω αν ήταν σωστό ή λάθος. Δεν ξέρω καν αν είχα το δικαίωμα να επέμβω, όμως το έκανα. Αποφάσισα να γίνω η ίδια η ηρωίδα μου, θα γινόμουν η Τηπάτα. Αυτή με είχε σώσει εμένα μια φορά και ίσως μου έκανε τη χάρη να βοηθήσει και εσένα. Την επόμενη κιόλας μέρα πήγα στο κομμωτήριο και αφού έκοψα τα μαλλιά μου, τα έβαψα σε πορτοκαλί χρώμα. Αργότερα επισκέφτηκα την αγορά και αγόρασα ό,τι πιο αλλοπρόσαλλο ανακάλυψα σε ρούχα και έκλεισα ραντεβού στην εταιρεία που δουλεύεις για να ξεκινήσω μαθήματα οδήγησης. Εδώ να σημειώσω πως δε νιώθω καθόλου περήφανη που σε παρακολούθησα για να μάθω που εργάζεσαι, συγγνώμη. Συγγνώμη επίσης και για τα μαθήματα, κι αυτό ψέμα ήταν, έχω δίπλωμα εδώ και χρόνια. Όταν όμως έκανα επίτηδες χαζομαρίτσες και σε άκουγα να φωνάζεις μια πατάτα και μια πατατουλίτσα, ήταν αστείο. Δε θα γελούσα ποτέ επίτηδες εις βάρος σου, όμως το γέλιο είναι μεταδοτικό και ξέρεις, είχες αρχίσει κι εσύ μέρα με τη μέρα να χασκογελάς. Κάθε μέρα και ένα χαμόγελο επιπλέον, σαν εκείνες τις πατάτες κάποτε. Τη μέρα που πήρα το δίπλωμα, για δεύτερη φορά στη ζωή μου, σε είδα να χαμογελάς πλατιά επιτέλους. Η Τηπάτα τα κατάφερε! Λοιπόν τώρα ξέρεις όλη την αλήθεια και έχεις κάθε δικαίωμα να μη μου ξαναμιλήσεις. Πρέπει και εγώ να πηγαίνω, να περάσω από το κομμωτήριο να σουλουπώσω τα μαλλιά μου. Συγγνώμη και πάλι Άλκη, το μόνο που ήθελα ήταν να σε δω χαρούμενο».
Σηκώθηκε να φύγει από το γραφείο. Γύρισε τη πλάτη της και προχώρησε προς την έξοδο όταν τον άκουσε να ξεκαρδίζεται στα γέλια, για πρώτη φορά. Είχε ήδη φτάσει στη πόρτα όταν ένιωσε να την αγκαλιάζει και να τη τραβάει πίσω.
«Βρε Πατατουλίτσα Πατάτα, είσαι τελείως τρελένγκω τελικά! Θα πήρες από την Τηπάτα εσύ! Ποιο κομμωτήριο κυρία μου; Λατρεύω τα μαλλιά σου έτσι όπως είναι, κι εσένα σε λατρεύω! Πρέπει να πάμε για να δοκιμάσω επιτέλους τις περίφημες αγαπημένες σου πατάτες. Είσαι ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί κι ας τρώμε κάθε μέρα πατάτες!».
Την είχε κλείσει στην αγκαλιά του γελώντας για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό.
Kolokufoula
