Το σταυρωτό παλτό

Μάιος, 2022
Ο Γιάννης σηκώθηκε αμέσως με το που ξεπρόβαλε ο ήλιος εκείνο το Κυριακάτικο πρωινό. Αν και τις άλλες ήμερες της εβδομάδας ξυπνούσε το ίδιο νωρίς, ωστόσο η Κυριακή δεν ξεχώριζε όσον αφορά το ξύπνημα. Κατά τα άλλα ήταν για αυτόν μέρα χαλάρωσης. Ο ελληνικός καφές σήμαινε ‘’ιεροτελεστία’’, διπλός, μέτριος, με καϊμάκι, που τον απολάμβανε αραχτός στον τριθέσιο μπλε καναπέ με τις κουρτίνες τραβηγμένες μέχρι τέρμα, για να μπει έστω και μία ακτίνα φωτός στο μικρό του σπίτι. Τις άλλες μέρες έβαζε την καφετιέρα με τον γαλλικό καφέ να τρέχει και αυτός γρήγορα σαν να ήθελε να τον μιμηθεί στο τρέξιμο, σπίτι, μετρό, δουλειά και πάλι σπίτι, τηλεόραση, ύπνος.

Έμενε στο Παγκράτι, πίσω από την Εθνική Πινακοθήκη, σε ένα μικρό διαμέρισμα του τρίτου ορόφου μιας παλιάς πολυκατοικίας που δεν είχε ούτε ασανσέρ, με την κουζίνα που χώραγε με το ζόρι έναν άνθρωπο και το στενό μπαλκόνι στο οποίο ούτε μία γλάστρα δεν μπορούσες να βάλεις και για καρέκλα ούτε λόγος. Δεν ήθελε να μετακομίσει σε μεγαλύτερο, γιατί ήταν η μοναδική κληρονομιά από τον πατέρα του. Χάζεψε για λίγο τηλεόραση και μετά από καμιά ώρα ήταν έτοιμος, ντυμένος με το τζιν παντελόνι και το αγαπημένο του γαλάζιο πουκάμισο, και φυσικά έμενε αξύριστος. Πόσο μεγάλο ήταν για αυτόν το μαρτύριο κάθε πρωί να φοράει διαφορετικό κουστούμι και τα μάγουλα να γυαλίζουν από το ξύρισμα!

Η κυριακάτικη βόλτα στο κέντρο της Αθήνας, είχε γίνει η αγαπημένη του συνήθεια. Κατέβηκε στο Σύνταγμα και με το που έφτασε στην Ερμού, με αργό βήμα πήρε τον δρόμο προς τα κάτω. Δεν έκανε καμία στάση μέχρι το Μοναστηράκι και όταν έφτασε στην πλατεία, σήκωσε το βλέμμα στον αττικό ουρανό, πήρε μία βαθιά ανάσα, έκλεισε για δευτερόλεπτα τα μάτια του σαν να ήθελε να προσευχηθεί για λίγο ευχαριστώντας τον Θεό για το δώρο ζωής που του είχε χαρίσει. Δεν είχε κλείσει χρόνο από την περιπέτεια υγείας του, ο όγκος των ευθυνών στο λογιστήριο μιας πολυεθνικής, με πολλούς υπαλλήλους κάτω από την ομπρέλα του και εκατομμύρια προβλήματα που έπρεπε να βρουν την λύση τους από “χθες”, του κλόνισαν τον ψυχικό του κόσμο και ένα πρωί μόλις είχε ανοίξει τα μάτια του, αρνήθηκε να σηκωθεί ή μάλλον το κορμί του δεν υπάκουσε στην εντολή… ‘σήκω αμέσως’.
Πέρασε ένα μήνα στο νοσοκομείο και ακόμη έναν στο σπίτι αναρρώνοντας σιγά σιγά χωρίς να του λείψει βέβαια η δουλειά. Η περιπέτεια αυτή ήταν η αιτία να μάθει να αγαπάει έστω για λίγο τον εαυτό του και να του προσφέρει ένα “δωράκι”, ένα “λουκουμάκι” όπως έλεγε και ένα από αυτά ήταν η κυριακάτικη βόλτα στο Μοναστηράκι.

Τα παλιά αντικείμενα ήταν η αγάπη του, ειδικά τα συλλεκτικά ρούχα. Όχι γιατί ήθελε να τα φορέσει, αλλά γιατί το καθένα είχε να σου πει μία ιστορία έχοντας περάσει από τόσα χέρια για να καταλήξει στην βιτρίνα ενός παλαιοπωλείου μετά από πενήντα, εξήντα, ίσως και περισσότερα χρόνια. Εκεί, στην Ηφαίστου, ανάμεσα στα μαγαζιά, μπορούσε να απολαύσει κανείς τον καφέ του ή έναν μεζέ με ούζο σε ένα καφενείο με τις ψάθινες καρέκλες και αυτό το αποκαλούσε “το έξτρα λουκουμάκι”. Το μάτι του ωστόσο έπεσε στην βιτρίνα του απέναντι καταστήματος, ένα σταυρωτό μαύρο παλτό με όρθιο γιακά και χρυσά κουμπιά του κίνησε την περιέργεια. Όταν τελείωσε ο μεζές και το ούζο, μπήκε στο μαγαζί για να το χαζέψει καλύτερα. Έπιασε την κουβέντα με τον μαγαζάτορα, έναν πενηντάρη με ψαρά μαλλιά, μετρίου μεγέθους, με μεγάλη κοιλιά και βρήκε πολύ ενδιαφέρουσα την συζήτηση μαζί του.

-Ξέρεις τι γινόταν εδώ παλιά; Σαν να βρισκόσουν στην πηγή του φορεμένου ρούχου. Κάθε μεσημέρι μετά τη μία, έσκαγαν μύτη οι παλιατζήδες με τα τσουβάλια στους ώμους γεμάτα με κοστούμια, παλτά, παντελόνια. Από νωρίς το πρωί άρχιζαν την γύρα στις γειτονιές της Αθήνας, αγοράζοντας τα ρούχα που οι καημένοι ιδιοκτήτες αναγκάζονταν να αποχωριστούν για λίγα τάλαρα. Αχ αυτή η ανέχεια, πώς έκανε τους ανθρώπους να πουλούν το μοναδικό κουστουμάκι ή το καλό τους ρούχο για να επιβιώσουν, να δώσουν παράταση στην πείνα που τους θέριζε… “Πόσα τάλαρα γυρεύεις αδελφέ;” ρώταγε ο παλιατζής. “10 τάλαρα και λίγα λέω!”. “Τι; Σαν πολλά δεν ζητάς; Δεν βλέπεις ότι το παντελόνι έχει το ρεβέρ φθαρμένο, η τσέπη από μέσα είναι σκισμένη, το παλτό κάνει χνούδι; Πάρε 5 και να είσαι ευχαριστημένος”. Και με τα 5 τάλαρα τάιζε ολόκληρη οικογένεια για 10 μέρες. Μετά έχει ο Θεός, κάτι άλλο θα βρισκόταν προς πώληση, ένα τραπεζομάντηλο, ένα πάπλωμα. Κάποιες φορές το ρούχο μύριζε βενζίνη για να φύγουν οι λεκέδες, να καλογυαλίσει και να φαίνεται σαν καινούριο. Έτσι το ένα ρούχο άλλαζε χέρια και να σου ο νέος κάτοχος όμορφος, κομψός, έτοιμος για επίσκεψη στα ανάκτορα! Όχι βρε, το πίστεψες; Να φιγουράρει στο κορίτσι ντεεε!
Τα άκουσε όλα αυτά προσεκτικά ο Γιάννης και έβγαλε από το πορτοφόλι του 50 ευρώ για το σταυρωτό αντρικό παλτό. Ο μαγαζάτορας το τύλιξε προσεκτικά σε μία χάρτινη σακούλα και αφού του το έδωσε, τον ρώτησε από περιέργεια τον λόγο που το αγόρασε.
-Μου αρέσουν τα παλιά αντικείμενα, αλλά αυτό το ρούχο μου φάνηκε ότι έψαχνε έναν νέο ιδιοκτήτη. Θα τα ξαναπούμε σύντομα φίλε μου, ευχαριστώ.

Ο Γιάννης πήρε τον δρόμο της επιστροφής όλο χαρά για το καινούριο του απόκτημα, που δεν είχε αποφασίσει ακόμη πού θα το έβαζε. Όταν έφτασε σπίτι, έβαλε λίγο ουίσκι στο κοντό ποτήρι, κάθισε στον καναπέ και πήρε στα χέρια του το παλτό. Φαντάστηκε τον άντρα που θα το φόραγε, μάλλον ψηλός θα πρέπει να ήταν και λίγο γεροδεμένος. Πόσο θα του πήγαινε και πόσο αρρενωπός θα φαίνονταν… Άνοιξε τα κουμπιά, ύστερα από τόσα χρόνια είχαν διατηρήσει περιέργως την λάμψη τους, ο γιακάς ήταν ακόμη σκληρός, όρθιος και δεν έπεφτε εύκολα. Στο τέλος το κοίταξε από μέσα, η φόδρα σε ένα σημείο κάτω από τις μασχάλες είχε σκιστεί και μετά έβαλε τα χέρια του στις τσέπες. Στην δεξιά μεριά έπιασε κάτι, το τράβηξε έξω και με έκπληξη είδε έναν κιτρινισμένο φάκελο που είχε πάνω του με καλλιγραφικά γράμματα το όνομα ΑΓΓΕΛΙΚΗ.Η περιέργεια φούντωσε και αφού ήπιε μια γουλιά από το ποτό του, κράτησε την ανάσα του για δευτερόλεπτα και μετά άνοιξε τον φάκελο προσεκτικά μην σκιστεί το χαρτί. Ένα χαρτί με ωραία γράμματα, ξεθωριασμένα φυσικά από τον χρόνο, εμφανίστηκε μπροστά του. Με αγωνία άρχισε το διάβασμα, οι λέξεις χοροπηδούσαν με κενά, αλλά μπόρεσε να καταλάβει το περιεχόμενο.

Αγαπημένη μου,
Είσαι για μένα το φως, ο ήλιος και το φεγγάρι μαζί! Δεν μπορώ να φανταστώ την ζωή μου μακριά από σένα! Θα έρθω το βράδυ κάτω από το παράθυρό σου να σε δω έστω για λίγο. Μετά θα φύγω ταξίδι για να μαζέψω λεφτά και να έρθω να σε ζητήσω από τον πατέρα σου… Σ’ αγαπώ. Γιάννης!

Απίστευτο! Το ίδιο όνομα με το δικό του! Ποιος ξέρει γιατί ήταν ακόμη ο φάκελος στην τσέπη και δεν παραδόθηκε ποτέ στον παραλήπτη του. Τι παιχνίδια παίζει αυτή η ζωή! Πόσο δύσκολο θα ήταν η διεκδίκηση μίας γυναίκας εκείνη την εποχή χωρίς να έχεις εξασφαλίσει τα προς το ζην! Και πόσο ταπεινωτικό να πουλάς το παλτό σου; Κοίταξε προσεκτικά το πίσω μέρος του φακέλου και διάβασε το πλήρες όνομα και την διεύθυνση του παραλήπτη.
“ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ – ΔΕΙΝΟΚΡΑΤΟΥΣ 5”

Μα καλά, αυτό ήταν τόσο κοντά στο σπίτι του, από την άλλη πλευρά της λεωφόρου. Άραγε τι να βρίσκεται τώρα εκεί; σκέφτηκε.

Το βράδυ έφτασε χωρίς να το καταλάβει, η επόμενη μέρα θα ήταν πολύ δύσκολη, γιατί έπρεπε να μείνει μέχρι αργά στην δουλειά. Η μία συνάντηση μετά την άλλη για τον προϋπολογισμό της εταιρείας που έπρεπε να κινηθεί σύμφωνα με τους κανονισμούς της μάνας εταιρείας στο εξωτερικό. Στα διαλείμματα, το μυαλό του στριφογύριζε στο παλτό και στο γράμμα. Γιατί να βρίσκεται ακόμη στην τσέπη; Τι είχε μεσολαβήσει;

Δεκέμβρης, 1955
Ο Γιάννης φόρεσε το μαύρο του σταυρωτό παλτό, έριξε μία ματιά στον μικρό καθρέφτη που ήταν δίπλα από το σιδερένιο κρεβάτι του, πήρε μία βαθιά ανάσα και άνοιξε την ξύλινη πόρτα με όσο θάρρος του είχε απομείνει. Στο τραπέζι υπήρχε ένας φάκελος με ένα γράμμα. Σε αυτό είχε καταθέσει την ψυχή του. Η αγάπη του για την Αγγελική ήταν πέρα από την λογική του. Θα έφευγε για ένα και μοναδικό ταξίδι για να μαζέψει χρήματα και να πάει στον πατέρα της με το κεφάλι ψηλά και να ζητήσει το χέρι της.

Δεν ήταν από την ίδια πάστα, όχι, αυτός έμενε στην Δραπετσώνα, δίπλα στο λιμάνι και εκείνη στο Κολωνάκι. Μεγάλη η κοινωνική διαφορά, όμως μεγάλη και η αγάπη του. Πήρε διστακτικά τον φάκελο, τον έβαλε στην δεξιά του τσέπη και ξεκίνησε με τα πόδια από το σπίτι του για το λιμάνι. Ήταν μια μουντή χειμωνιάτικη μέρα λίγο πριν τα Χριστούγεννα, τι γιορτή κι αυτή! Μια φορά όλη κι όλη στην μέχρι τώρα ζωή του των εικοσιπέντε χρόνων είχε νιώσει την χαρά αυτής της γιορτής. Ήταν τότε που ο πατέρας του είχε καταφέρει να εξασφαλίσει λίγα δράμια κρέας για το γιορτινό τραπέζι και η μάνα του το είχε μαγειρέψει στην ξυλόσομπα με πατάτες και τι πατάτες… μικρές, στρογγυλές και ξεθωριασμένες. Πού είχε βρει τα λεφτά ο πατέρας; Πάντα τον βασάνιζε αυτή η σκέψη, μεροκαματιάρης ήταν ο άνθρωπος, στο λιμάνι φόρτωνε και ξεφόρτωνε και ο πόνος στην μέση δεν έλεγε να περάσει. Έφυγε λίγα χρόνια μετά, όταν τον καταπλάκωσε ένα μέρος από το φορτίο ενός πλοίου. Έμεινε η μητέρα κι αυτός να την φροντίζει μέχρι να φύγει και αυτή από την ζωή. Για σπουδές ούτε λόγος, φορτωτής κι αυτός, με την προίκα που του είχε αφήσει ο πατέρας, την καρότσα, που στις δόξες της είχε δει μπαούλα να πηγαινοέρχονται από το λιμάνι στις γύρω γειτονιές, σακιά με τσιμέντο να φορτώνονται στα πλοία. Ο Γιάννης ήταν δουλευταράς και με τα λίγα λεφτά αγόρασε και ένα παλτό, μαύρο, σταυρωτό, με ωραία χρυσά κουμπιά, να μην κρυώνει και ένα ζευγάρι μεταχειρισμένα μαύρα παπούτσια, να κυκλοφορεί σαν άνθρωπος κι αυτός.

Όταν έφτασε έξω από το λιμάνι, χάζεψε τα πλοία, σε λίγο καιρό θα ήταν κι αυτός μέσα σε ένα από αυτά για να σαλπάρει για μακριά, για πόσο καιρό δεν ήξερε ακόμη. Μετά θα έπαιρνε τον δρόμο με τα πόδια μέχρι την Αθήνα, προορισμός το σπίτι της Αγγελικής, να δώσει το γράμμα στην υπηρέτρια που κάθε μεσημέρι πήγαινε στον φούρνο για ψωμί. Η γλυκιά του Τασία, πόσο πολύ είχε βοηθήσει στην επικοινωνία μεταξύ τους! Ό,τι ήθελε να πει στην αγαπημένη του, το έλεγε σε εκείνη πρώτα και αυτή της το μετέφερε.

Η Αγγελική Κωνσταντινίδη, ήταν μία κοπέλα με μοναδική ομορφιά και χάρη. Είχε κλείσει τα δεκαοκτώ και ο πατέρας της, τραπεζικός, ευκατάστατος, ονειρευόταν τον καλύτερο γαμπρό για την μονάκριβη κόρη του. Την είχε μεγαλώσει με φροντίδα μόνος του, η γυναίκα του είχε πεθάνει στην γέννα. Πόσο της έμοιαζε! Στο πρόσωπό της έβλεπε εκείνη, τα πράσινα μάτια της και το στόμα της ήταν ακριβώς όπως και τα δικά της. Η μικρή μεγάλωνε και άνθιζε, με τα γαλλικά της, την παιδεία της, την μουσική της, θα γινόταν η τέλεια σύζυγος. Όμως η μοίρα τα ήθελε αλλιώς, αλλά εκείνος θα τα εμπόδιζε αυτά τα περίεργα σχέδια. Πού ακούστηκε η κόρη του να είναι ερωτευμένη με αυτόν τον τιποτένιο από την Δραπετσώνα; Είχε ρωτήσει και είχε μάθει για του λόγου του. Ούτε παλτό δεν είχε να φορέσει. Πώς θα την ζούσε, με τι μέσα, ή μήπως πίστευε ότι θα έμπαινε στο σπίτι του γαμπρός και θα του έτρωγε τα ωραία του χρήματα;

Ο Γιάννης έχωσε βαθιά το χέρι του στην τσέπη για να πάρει κουράγιο και κίνησε να διασχίσει τον δρόμο, περνώντας τις γραμμές του τραμ που ήταν σε κίνηση. Αλλά ο νους του ήταν αλλού, στην συνάντησή του με το μπουγαρίνι του, έτσι την φώναζε γιατί μύριζε σαν κι αυτό, σαν το αρωματικό στολίδι των αυλών στις γειτονιές της Δραπετσώνας. Σε δευτερόλεπτα ακούστηκε ένα μπαμ, η σύγκρουση ήταν μοιραία, ο νεαρός άντρας χτυπημένος βρέθηκε κάτω από τις ρόδες του. Μάταια προσπάθησαν οι περαστικοί να τον συνεφέρουν. Ο θάνατος ακαριαίος και ο Γιάννης έφυγε για το μεγάλο ταξίδι χωρίς να δώσει το γράμμα. Τα νέα μαθεύτηκαν γρήγορα, οι εφημερίδες έγραψαν για το συμβάν και η Αγγελική έμαθε για τον θάνατό του από την Τασία, την υπηρέτρια που της το είχε πει ο φούρναρης. Η νεαρή έπεσε σε κατάθλιψη, από την οποία μπόρεσε να συνέλθει μετά από πολλούς μήνες. Ο πατέρας της την πάντρεψε μετά από λίγο καιρό με έναν φημισμένο καρδιολόγο που την πέρναγε είκοσι και βάλε χρόνια. Ποτέ της δεν τον αγάπησε, η καρδιά της ήταν δοσμένη αλλού, το μυαλό της ταξίδευε κάθε μέρα, κάθε λεπτό σε εκείνον.

Ο Στάθης, γείτονας του Γιάννη, λίγο πριν την κηδεία του, κράτησε το παλτό για τον εαυτό του, να ζεσταίνεται τις κρύες μέρες του χειμώνα και να θυμάται τον φίλο του. Δούλευαν και οι δύο στο λιμάνι με τις καρότσες τους δίπλα δίπλα, να μιλούν για να όνειρά τους και τους καημούς τους. Αχ ο έρωτας, τι παιχνίδια παίζει εις βάρος των ψυχών! Και τι ψυχών, σαν του Γιάννη καμιά… έλεγε συνέχεια στους γείτονες μετά τον άδικο χαμό του. Όμως μία πνευμονία τον ανάγκασε και αυτόν να μείνει στο κρεβάτι, κανένα μεροκάματο δεν μπορούσε να κάνει και έτσι βρέθηκε στην δύσκολη θέση να πουλήσει το παλτό του φίλου του στον παλιατζή που γύρναγε στους δρόμους από το πρωί, με αντάλλαγμα λίγα τάλαρα, τόσα όσα για να την βγάλει λίγες μέρες. Έτσι το μαύρο πανωφόρι βρέθηκε κρεμασμένο σε ένα παλιατζίδικο στην Ηφαίστου, εκεί στο Μοναστηράκι, στα αζήτητα για πολλά χρόνια. Το γράμμα έμεινε στα κρυφά, σαν να μην ήθελε να φανερωθεί, μέχρι που βρέθηκε ένας άλλος Γιάννης να το διαβάσει.

Δεκέμβρης, 2022
Ο Γιάννης έφυγε αργά από το γραφείο, τι μέρα και η σημερινή! Το μυαλό του γεμάτο από νούμερα και ημερομηνίες, η περίοδος των γιορτών ήταν ο εφιάλτης του. Αντί να χαίρεται με τα φώτα στους δρόμους, με την γιορτινή ατμόσφαιρα, με τα γλυκά και τα στολίδια, εκείνος είχε να αντιμετωπίσει τον πρόεδρο, τον αντιπρόεδρο και τους συμβούλους. Πήρε το μετρό και κατέβηκε μία στάση πιο πριν, να περπατήσει μέχρι το σπίτι, μήπως και ξεκαθαρίσει λίγο τις σκέψεις του. Αφηρημένος όπως ήταν, δεν πρόσεξε το αυτοκίνητο που πέρασε με κόκκινο και στο λεπτό βρέθηκε κάτω από τις ρόδες του. Κόσμος μαζεύτηκε γύρω του και μετά από αρκετή ώρα βρέθηκε στο ασθενοφόρο με προορισμό το νοσοκομείο του Ευαγγελισμού. Ζαλισμένος και μισολιπόθυμος, το μόνο που θυμόταν για καιρό ήταν δύο πράσινα γυναικεία μάτια να τον κοιτούν και μια φωνή να του λέει… κρατήσου φίλε μου, σε λίγο φτάνουμε. Στο καρτελάκι που ήταν καρφιτσωμένο στην μπλούζα, έγραφε το όνομά της, ΑΓΓΕΛΙΚΗ.

Μα τι παιχνίδια παίζει η μοίρα καμιά φορά… Έναν χρόνο μετά, ο Γιάννης κατέβηκε την στολισμένη Ερμού μια Κυριακή πρωί, όλο χαρά για να συναντήσει την αγαπημένη του, το μπουγαρίνι του, όπως του άρεσε να την φωνάζει, την Αγγελικούλα του, προορισμός το Μοναστηράκι, τα παλιατζίδικα της Ηφαίστου. Στην δεξιά του τσέπη είχε ένα μικρό κουτί από κόκκινο βελούδο με ένα μονόπετρο. Η κοινή τους ζωή μόλις θα ξεκίναγε!

Δήμητρα Καμπόλη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading