Κάπου, σε ένα σύμπαν μακρινό, ζούσαν όλα μας τα παιδικά όνειρα. Ξέρεις, εκείνα που κάναμε τότε που μας έλεγαν πως μπορούμε να γίνουμε ό,τι θέλουμε — αρκεί να μεγαλώσουμε. Και πως το μεγάλωμα θα είναι όμορφο, με το χαμόγελο πλατύ και αληθινό. Μα πολλές μέρες μας βρίσκουν με ένα μειδίαμα και το κεφάλι σκυφτό. Γιατί, όταν το σηκώνουμε, αντικρίζουμε τον κόσμο και τρομάζουμε.
Έγραψα για εκείνον τους πιο πολύτιμους μου στίχους. Λένε πως, αν σε ερωτευτεί ένας συγγραφέας, ποτέ δεν πεθαίνεις· ζεις για πάντα στις γραμμές των βιβλίων του, στους μουντζουρωμένους στίχους των παλιών του τετραδίων, στα τσαλακωμένα σημειώματα που κρύβει στο συρτάρι του. Μα σ’ εκείνον δεν άξιζε η αθανασία. Όχι, όχι. Του άξιζε να μείνει θνητός, για να μη μολύνει τη γη όσο τη γυρίζει. Όχι, όχι. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως μάθημα, γιατί αυτό το μάθημα μολύνει τον εσωτερικό κόσμο και καλλιεργεί ανασφάλειες και φόβους. Όχι, όχι — τα συναισθήματα δεν διδάσκονται. Πρέπει να πάθεις για να μάθεις. Ό,τι ακούς με τα αυτιά ή βλέπεις με τα μάτια, νομίζεις πως δεν θα σου συμβεί ποτέ· πως ανήκει σε ένα άλλο, παράλληλο σύμπαν.
«Φτάνει μόνο να μεγαλώσω», λέγαμε παλιά, όταν μας ρωτούσαν πώς θα εκπληρώσουμε τα όνειρά μας. Μα δεν ξέραμε πως δεν αρκεί να αναπτυχθεί το σώμα μας — πρέπει να μεγαλώσει και ο νους, και η καρδιά μας. Και πολλοί νόμιζαν πως η καρδιά μας θα διαλυθεί στην προσπάθεια να τους χωρέσει, ενώ ο νους μας θα διαβρωθεί στην προσπάθεια να κατανοήσει τα τεχνάσματά τους. Κάποιες καρδιές σκίστηκαν σε αυτή την προσπάθεια — ίσως για λίγο να νέκρωσαν, αλλά με τον καιρό επουλώθηκαν και απέκτησαν ξανά σφυγμό.
Κάποιες άλλες, όμως, αιμορράγησαν τόσο πολύ που σταμάτησαν οριστικά. Και οι κάτοχοί τους… δεν είναι πια μαζί μας.
Οι τελευταίοι, ίσως, αφού έφυγαν, έγιναν ηλιαχτίδες. Ηλιαχτίδες που καίνε τα μάτια όσων τις έβλαψαν, κάθε φορά που κοιτούν τον ήλιο. Ηλιαχτίδες που, παράλληλα, ζεσταίνουν την ψυχή όσων τους μοιάζουν λιγάκι. Ηλιαχτίδες που σπάνε τον πάγο που κρατά εγκλωβισμένους εκείνους που δεν παίρνουν τη ζωή στα χέρια τους. Ηλιαχτίδες που λιώνουν το παγωμένο τείχος ανάμεσα σε ανθρώπους που άξιζε να συναντηθούν.
Φωτεινές ηλιαχτίδες που κάνουν μια ηλιόλουστη μέρα να μοιάζει κάπως πιο μαγική, κάπως πιο ξεχωριστή — ακριβώς όπως κι εκείνες.
Ιωάννα Χαντζαρά
