Τα μικρά και απλά πράγματα έχουν αξία

Ο κύριος Μανώλης, ένας καλοστεκούμενος ογδοντάρης παππούς, με τα λευκά μαλλιά που δεν έλεγαν ακόμη να πέσουν, με το ασπριδερό δέρμα σαν μικρού παιδιού και τα κόκκινα μάγουλα, εξακολουθούσε να είναι γοητευτικός παρόλο την ηλικία του. Αν τον ρωτούσε κανείς πόσα χρόνια κουβαλάει στην πλάτη, θα έλεγε εξήντα, δεν ένιωθε παραπάνω. Ίσως γιατί η δουλειά που έκανε τον γέμιζε, ίσως γιατί προβλήματα σοβαρά δεν είχε αντιμετωπίσει μέχρι τον θάνατο της γυναίκας του, της Σοφούλας του, όπως την αποκαλούσε, που τον κοίταζε στα μάτια μέχρι που έφυγε από την ζωή μία μέρα σαν την σημερινή. Τι κι αν την περνούσε δεκαπέντε χρόνια, ποτέ δεν ξέρει κανείς πότε είναι το γραπτό του να φύγει για το αιώνιο ταξίδι, έτσι έμεινε εκείνος πίσω με τα παιδιά και τα εγγόνια μόνος σε ένα σπίτι εκατό τετραγωνικών στο κέντρο της Αθήνας.

Ζούσε σε ένα διαμέρισμα του τέταρτου ορόφου στην Πατησίων, ενός φορτωμένου από την κίνηση δρόμου της Αθήνας. Σε άλλη περίπτωση τα χιλιάδες αυτοκίνητα, λεωφορεία, τρόλεϊ που μεταφέρουν τόσο κόσμο καθημερινά, θα μπορούσαν να οδηγήσουν τον οποιοδήποτε που διαμένει σε αυτόν το δρόμο σε κατάθλιψη ή και σε νευρικό κλονισμό, όχι όμως τον κύριο Μανώλη. Τα παιδιά του μακριά πια με τις οικογένειές τους και τις δουλειές του, εκείνος μόνος παρέα με τις αναμνήσεις και τις παλιές φωτογραφίες, κυρίως τις ασπρόμαυρες από την εποχή της γνωριμίας του με την αγαπημένη του, από τον γάμο του και το γαμήλιο ταξίδι στην Θεσσαλονίκη. Τα απογεύματα, καθισμένος στην βελούδινη κόκκινη πολυθρόνα, απολάμβανε το τσάι του ξεφυλλίζοντας τα άλμπουμ κοιτώντας με προσοχή μία μία τις φωτογραφίες. Αν γνώριζε ότι θα έμενε μόνος αργότερα, θα φρόντιζε να έβγαζε μόνο την γυναίκα του φωτογραφία, σε όλες τις ηλικίες, να την βλέπει και να την νιώθει περισσότερο κοντά του. Έτσι τον έβρισκε το βράδυ και μετά ο ύπνος ήταν πιο γλυκός. Τα πρωινά ξυπνούσε νωρίς, πολλές φορές ο ήλιος δεν είχε ξεπροβάλει, τι να κάνει στο κρεβάτι; Αφού έπινε τον καφέ του, φορούσε το ωραίο του κουστούμι του, το καφέ παλτό του, έτοιμος να ξεκινήσει την μέρα του όπως τότε που πήγαινε σχολείο. Δάσκαλος ήταν ο κύριος Μανώλης και από τα χέρια του είχαν περάσει εκατοντάδες παιδιά. Ήταν αγαπητός σε όλους, παιδιά, γονείς και συναδέλφους. Όταν συνταξιοδοτήθηκε, μερικοί πρώην μαθητές του τον τίμησαν με την παρουσία τους στην γιορτή που είχε γίνει προς τιμή του, αναφέροντας τις καλές στιγμές που θυμόνταν από τα μαθητικά τους χρόνια όταν τον είχαν δάσκαλο. Αρκετοί έγιναν δικηγόροι και γιατροί, σίγουρα επαγγέλματα που αποφέρουν χρήμα, όμως κάποιοι άλλοι ακολούθησαν τον δρόμο της καρδιάς τους, ένας από αυτούς, ο Νίκος έγινε ζωγράφος και ένας άλλος, ο Παύλος συγγραφέας. Η αναγνωσιμότητα άργησε να έρθει, αλλά η επιμονή τους και η δουλειά, όπως τους τα είχε διδάξει ο κυρ -Μανώλης, έφερε τα ποθητά αποτελέσματα.

Ήξερε καλά τι σημαίνει ευτυχία ο παππούς, η πνευματική καλλιέργεια ήταν για αυτόν πολύ σημαντική, να μιλάει η καρδιά και όχι το μυαλό. Σε αυτό είχε συμβάλει τα μέγιστα η γυναίκα του, μαζί της ένιωθε ότι ήταν ένα σώμα, μία ψυχή. Το μεγαλύτερο δώρο που είχε λάβει στην ζωή του ήταν η αγάπη που τους συνέδεε. Στην επέτειο του θανάτου της φόραγε λοιπόν τα καλά του, έπαιρνε το τρόλεϊ, κατέβαινε στην Πανεπιστημίου και κατευθυνόταν στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Καθόταν με υπομονή σε μία καρέκλα, έβγαζε το παλτό του και παρατηρούσε τον κόσμο που καθόταν στα διπλανά καθίσματα. Έπειτα σηκωνόταν και ζητούσε από την γραμματεία να τον βοηθήσουν και να του δώσουν στοιχεία από ειδικές συλλογές, κυρίως χειρόγραφα, με κείμενα από την εποχή της βυζαντινής περιόδου, στην οποία είχε μεγάλη αδυναμία. Μετά, αφού ερχόταν το μεσημέρι, πήγαινε απέναντι στην Σταδίου με κατεύθυνση την Βουκουρεστίου, για να απολαύσει το μεσημεριανό του με ιδιαίτερη πολυτέλεια. Του άρεσε τόσο πολύ αυτή η έξοδος, ξεχνούσε την μοναξιά του και έτσι καθιέρωσε την επίσκεψη στην βιβλιοθήκη μία φορά τον μήνα και αργότερα μία φορά την εβδομάδα. Είχε γίνει γνώριμος πια στους υπαλλήλους που τον καλωσόριζαν τα πρωινά με έναν γλυκό λόγο.

Η ευτυχία για τον κύριο Μανώλη είχε αλλάξει πρόσωπο, ήταν εκείνο της δεσποινίδας Μαρίας ή Ασπασίας, των υπαλλήλων στην γραμματεία ή του Σπύρου, του σερβιτόρου στο καφέ. Τι χρόνο να κυνηγήσει σε αυτή την ηλικία; Το μόνο που του είχε μείνει ήταν να παρατηρεί τον κόσμο και μέσα σε αυτόν τον ίδιο του τον εαυτό. Μέχρι τα ενενήντα είχε δει και είχε ζήσει πολλά και καλά, μετρούσε τους ανθρώπους που τον σεβάστηκαν και ήταν αρκετοί μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας, δεν φοβόταν να είναι μόνος, ήξερε πως το τέλος πλησίαζε και ήθελε να τα έχει καλά με τον εαυτό του μέχρι την έσχατη στιγμή. Το μεγαλύτερο μέρος της προσευχής του ήταν ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!

Ένα πρωινό του Φλεβάρη, που το κρύο ήταν πια πολύ αισθητό, η καρέκλα του στην βιβλιοθήκη έμεινε κενή. Στην αρχή δεν αναρωτήθηκε κανείς, όμως μετά από μία εβδομάδα η Μαρία κάλεσε στο σπίτι του, η κόρη του ανακοίνωσε με θλίψη τον θάνατό του. Στο σαρανταήμερο μνημόσυνό του, εκτός τους συγγενείς, παρευρέθηκαν οι γραμματείς της βιβλιοθήκης, οι μαθητές του Νίκος και Παύλος. Όλοι μαζί μαζεύτηκαν στο αγαπημένο του στέκι. Εκεί τους περίμενε μία έκπληξη. Ο κύριος Μανώλης είχε φτιάξει ένα άλμπουμ με παλιές φωτογραφίες από την ζωή του, από τα χρόνια στο σχολείο, από τις εκδρομές με την οικογένεια και τα παιδιά του και φυσικά από το γαμήλιο ταξίδι με την γυναίκα του. Στην πρώτη σελίδα είχε γράψει με καλλιγραφικά γράμματα “Δεν έχει τόσο σημασία τι θα γίνετε όταν μεγαλώσετε. Σημασία έχει να είστε ευτυχισμένοι”. Ολόκληρο το νόημα της ζωής σε λίγες μόνο λέξεις!

Δήμητρα Καμπόλη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading