Ο Άλκης, η Ιουλία κι ο Λάμπης, μόλις είχαν βγει από το τελευταίο μάθημα των εξετάσεων και κατευθύνονταν χαλαροί πια, στο στέκι τους, στην πλατεία, τρία στενά πέρα από το λύκειό τους. Από το νηπιαγωγείο συμμαθητές, έφτασαν να τελειώνουν την δευτέρα λυκείου και ήταν αχώριστοι όλα αυτά τα χρόνια. Αποκαλούσαν την παρέα τους, “το τρίο λάμδα”, αφού και τα τρία ονόματα, εμπεριείχαν το γράμμα λάμδα. Διαφορετικοί χαρακτήρες, μα αυτό ήταν που τους ένωνε.
Ο Άλκης ασυνεπής, ξεχασιάρης, είχε ένα θέμα με τον χρόνο, τις υποχρεώσεις και τα πρέπει. Οι φίλοι του ήταν εκεί, να τον οργανώνουν, να τον συντονίζουν.
Η Ιουλία χωρίς αυτοπεποίθηση, απαισιόδοξη, το ποτήρι της ζωής το έβλεπε μισοάδειο. Είχε τους δύο φίλους της να της κρατούν το χέρι, να της δείχνουν τις ομορφιές της ζωής και τις δικές της, του χαρακτήρα της.
Ο Λάμπης απόλυτος, έντονος, νευρικός, στήριζε μέχρι τέλους αυτό που πίστευε και συχνά διαπληκτιζόταν με κόσμο. Εκεί, είχε τους άλλους δύο, να πατάνε φρένο, να του θυμίζουν πως ο καθένας έχει την γνώμη του, μπορεί να την εκφράζει ελεύθερα χωρίς να είναι απαραίτητο να την αποδεχτούν οι συνομιλητές του, πως δεν είχε πάντα δίκιο.
– Μας έκαψε ο Γιαννέτος ρε! Τι θέματα ήταν αυτά;
– Ρε συ Άλκη τι περίμενες; Όλη η χρονιά έτσι πέρασε, στις εξετάσεις θα άλλαζε στυλ;
– Εγώ, φοβάμαι πως έγραψα βάση.
– Εσύ κορίτσι μου πάντα έτσι λες και γράφεις δεκαοχτάρια, άντε παράτα μας!
Η Ιουλία, γελώντας έσπρωχνε τον Λάμπη για το σχόλιο του και πλησιάζοντας στο παγκάκι τους, κοιτάχτηκαν και οι τρεις.
-Ποια είναι αυτή που κάθεται στο παγκάκι μας μωρέ;, γκρίνιαξε πρώτος ο Άλκης.
– Πάμε να κάτσουμε αλλού;, ψιθύρισε η Ιουλία.
– Τι λες καλέ; Αμέσως εσύ! Αυτό είναι το παγκάκι μας. Θα πάμε να κάτσουμε κι ας φύγει αυτή!, αποφασιστικά έληξε τη κουβέντα ο Λάμπης.
Στριμώχτηκαν δίπλα στην γυναίκα που καθόταν στην γωνία. Ανέλυαν τα θέματα της άλγεβρας που πριν λίγη ώρα είχαν γράψει, ο Άλκης κοπανιόταν γιατί με αυτά που άκουγε από τους άλλους δύο, συνειδητοποίησε ότι έχασε δύο θέματα και οι φίλοι του γελούσαν με τις αντιδράσεις του. Έπειτα, έπιασαν το θέμα “βαθμοί” που τους περίμεναν την επομένη και πόσο επηρέαζε τον καθένα τους. Αυτή που ήταν εμμονική με τους βαθμούς, ήταν το κορίτσι της παρέας. Μιλούσαν δυνατά, γελούσαν, πείραζαν ο ένας τον άλλο, σηκώνονταν, κάθονταν πολλές φορές στο παγκάκι και η γυναίκα δίπλα τους, δεν γύρισε ούτε μια φορά το κεφάλι της προς το μέρος τους. Να τους χαμογελάσει, να πει κάτι, έστω και να γκρινιάξει που χαλούσαν την ησυχία της. Τίποτα, ούτε κιχ, ούτε το παραμικρό βλέμμα. Το αντίθετο. Φαινόταν τρομαγμένη και κάπου στα χαμένα, με το βλέμμα κολλημένο μπροστά, με ένα τρέμουλο στο σώμα και στο κεφάλι. Τα παιδιά κοιτάχτηκαν για μια ακόμη φορά και σταμάτησαν να μιλάνε, να κινούνται. Σα να αποφάσισαν, επικοινωνώντας με τα μάτια, να αφουγκραστούν την κατάσταση της μυστήριας γυναίκας που είχε εισβάλει στο παγκάκι τους. Παρατηρώντας την, πρόσεξαν πως φορούσε παντόφλες ζεστές, χειμωνιάτικες κι όχι παπούτσια, καλτσόν σκούρο και μάλλινη μπλούζα, ενώ τελείωνε σε δύο μέρες ο Μάιος κι ο καιρός ήταν ιδιαίτερα ζεστός. Δεν κρατούσε τίποτα, ούτε τσάντα, ούτε πορτοφόλι, ούτε κινητό τηλέφωνο. Η Ιουλία, έκανε ένα νόημα στα αγόρια και αποφάσισε να της μιλήσει.
– Καλημέρα! Σας ζαλίσαμε ε;
Εκείνη δεν ανταποκρίθηκε. Συνέχισε στον ίδιο ρυθμό με πριν. Τα παιδιά δεν σταμάτησαν να ανταλλάσσουν ματιές και άρχισαν πια να υποψιάζονται πως κάτι πήγαινε στραβά με αυτή τη γυναίκα. Η Ιουλία, έβγαλε από το σακίδιο πλάτης που κουβαλούσε μαζί της, το σακουλάκι με τα τυροπιτάκια που από βραδύς είχε κάνει η μαμά της, για να τα μοιραστεί με τα παιδιά και έτεινε το χέρι της προς την άγνωστη.
– Θέλετε; Τα κάνει η μαμά μου, είναι πολύ νόστιμα, της είπε μελιστάλακτα, παρατηρώντας την.
Η περίεργη γυναίκα, αργά αργά, διστακτικά, γύρισε το κεφάλι της προς το νεαρό κορίτσι και ανέκφραστη, χωρίς να μιλήσει, σήκωσε με τους ίδιους αργούς ρυθμούς το χέρι της και πήρε ένα τυροπιτάκι. Το μασουλούσε με όρεξη και με το κεφάλι σκυφτό, αποφεύγοντας την επαφή με τα τρία παιδιά. Μόλις το έφαγε, η Ιουλία πλησίασε το σακουλάκι πάλι.
– Πάρτε κι άλλο, όσα θέλετε.
Πήρε άλλα δύο και τα έτρωγε με ευχαρίστηση.
Ο νευρικός της παρέας, άρχισε να ενοχλείται με την όλη κατάσταση. Έκανε νόημα στους άλλους να φύγουν. Η κοπέλα, με ηρεμία, με μόνο ένα βλέμμα κι ένα σήκωμα του χεριού της, του έδωσε να καταλάβει, ότι έπρεπε να χαλαρώσει. Εκείνος όμως, δεν έδειξε να θέλει να ελέγξει την έντασή του.
– Άντε, σηκωθείτε!, είπε απότομα.
Τότε, η γυναίκα δίπλα του, μαζεύτηκε φοβισμένη, τον κοίταξε και σηκώθηκε. Γύρισε προς την κοπέλα, της ψιθύρισε “ευχαριστώ” κι έφυγε. Την έβλεπαν να κινείται αργά, σα να μην ήξερε πού πήγαινε, κοιτώντας δεξιά αριστερά, μέχρι που δεν την έβλεπαν άλλο.
– Ρε Λάμπη!
– Άσε μας ρε μητέρα Τερέζα! Άντε απλωθείτε στο παγκάκι μας τώρα που έφυγε.
– Είσαι κάφρος ρε φίλε!, είπε ο Άλκης, που ως τότε, δεν είχε μιλήσει, μόνο παρατηρούσε.
– Ρε βλαμμένα, αφού η γυναίκα ήταν στον κόσμο της, δεν την είδατε; Την ταΐσαμε, τέλος, ας πάει σπίτι της!
Δεν έδωσαν συνέχεια, είχαν τα δικά τους θέματα να ασχοληθούν. Την επόμενη μέρα, αργά το απόγευμα, που είχε πέσει κάπως ο ήλιος, συναντήθηκαν και βάδιζαν προς το γνωστό τους σημείο, όταν ο Λάμπης δυσανασχέτησε έντονα.
– Πάλι αυτή εδώ;
– Ρε, δε μας ενόχλησε χθες η γυναικούλα, αφήστε την!
– Ιουλία, έλεος! Δεν έχεις και τυροπιτάκια μαζί σου!, ειρωνικά σχολίασε ο Λάμπης.
Τον κεραυνοβόλησε το κορίτσι και μαζεύτηκε. Έκατσαν όπως και χθες κατά τον ίδιο τρόπο δίπλα της και η Ιουλία με ζεστασιά την καλημέρισε, χωρίς να περιμένει αντίδραση από εκείνη. Προς έκπληξή της, η γυναίκα της χαμογέλασε και ανταπέδωσε μια σβησμένη, μουδιασμένη καλημέρα. Η Ιουλία πήρε θάρρος και συνέχισε.
– Αν σας ενοχλούμε, να πάμε σε άλλο παγκάκι.
– Όχι, δεν με ενοχλείτε. Είστε καλά παιδιά.
Έκατσε λίγο δίπλα τους, κοιτάζοντας σταθερά μπροστά και κάτω και ξαφνικά σηκώθηκε κι έφυγε, χωρίς να πει τίποτα.
Ο Λάμπης, άδραξε την ευκαιρία.
– Δόξα Τω Θεώ, το κατάλαβε ότι έπρεπε να φύγει.
– Παιδιά, μήπως χάθηκε; Μήπως την αναζητάνε οι δικοί της κι εμείς δεν κάναμε τίποτα; Τόσες εξαφανίσεις ακούμε κάθε μέρα, απορημένη μίλησε η Ιουλία.
– Η αλήθεια, με τα ίδια χειμωνιάτικα ρούχα, με παντόφλες, με ύφος στα χαμένα…, πρόσθεσε ο Άλκης.
– Ρε πάτε καλά; Σιγά μη μπλέξουμε με την τρελή! Πείτε τώρα, θα πάμε θάλασσα αύριο;
Τρία δεκαεπτάχρονα, μέσα στη αφέλεια και την ξεγνοιασιά της νιότης, άλλαξαν κουβέντα.
Η Ιουλία το βράδυ, στο δωμάτιό της, δεν έβρισκε ησυχία. Μετάνιωνε που δεν ασχολήθηκε περισσότερο. “Κι αν όντως έχει χαθεί; Κι αν τριγυρίζει μες στη νύχτα στην πλατεία; Κι αν κινδυνεύει; Πώς την αφήσαμε έτσι;”, με αυτές τις σκέψεις, μπήκε κι έψαξε στο silver alert, μήπως βρει κάτι.
Πόσοι άνθρωποι εξαφανισμένοι! Έκανε κύληση στην οθόνη του κινητού της, αντίκριζε φωτογραφίες ανθρώπων με τα στοιχεία τους και ήταν τόσοι πολλοί. Σφίχτηκε η ψυχή της. Καμία από τις γυναίκες που είχε δει μέχρι τώρα δεν ταίριαζε με την γυναίκα της πλατείας. Μέχρι που….
Στην κοινή τους ομάδα, στις δώδεκα τη νύχτα, τα μηνύματα δίχασαν την τριάδα.
Ιουλία: “Ψάχνοντας, βρήκα την γυναίκα της πλατείας, στο silver alert”.
Άλκης: ” Ρε την καημένη”.
Ιουλία: “Σε δέκα λεπτά να είστε έξω από το σπίτι μου, να πάμε να δούμε αν είναι κατά κει”.
Λάμπης: “Ρε πας καλά; Σιγά μη μπλεχτούμε”.
Άλκης: “Ρε bro πόσα κιλά μaλakaς είσαι;”.
Λάμπης: “Λιγότερα από σένα, που θες να το παίξεις σωτήρας”
Ιουλία: “Άλκη, άστον στον πλανήτη του. Θα έρθεις εσύ;”.
Άλκης: ” Έρχομαι”.
Στην πυλωτή, πρώτος έφτασε ο Λάμπης, που δεν το σήκωσε τελικά η ψυχή του, να αφήσει τους κολλητούς του μόνους. Ίσως τελικά, να μην ήταν και τόσο κάφρος όσο ήθελε να δείχνει. Όταν τον είδαν οι άλλοι δύο, δεν είπαν τίποτα. Μόνο χαμογέλασαν με το χαμόγελο εκείνο της σιγουριάς, που φανέρωνε ότι ήξεραν ποιον είχαν δίπλα τους τόσα χρόνια και με τις παλάμες τους έκαναν το τριαδικό, “κόλλα πέντε” που έκαναν από μικρά όταν συμφωνούσαν σε κάτι.
Την είδαν από μακριά, επάνω στο παγκάκι ξαπλωμένη, κουλουριασμένη. Για να μη την τρομάξουν, πλησίασαν ήσυχα και η Ιουλία, της χάιδευε τον ώμο όσο πιο απαλά μπορούσε. Όταν άνοιξε τα μάτια της, τινάχτηκε, τρομαγμένη. Κάτω από τον χαμηλό φωτισμό του φαναριού, δίπλα στο παγκάκι, μη ξέροντας τις προθέσεις τους, σήκωσε τα χέρια της μπροστά της, σε θέση άμυνας, για να προστατεύσει τον εαυτό της. Η κοπέλα κατανοώντας τον φόβο της, συνέχισε να την χαϊδεύει και να της χαμογελάει. Μόνο τότε, η γυναίκα αφέθηκε στο χάδι και ηρέμησε. Της πήγαν κι ένα σάντουιτς κι άρχισε να το τρώει λαίμαργα. Αφού της έδωσαν χρόνο να φάει, η Ιουλία την ρώτησε.
– Πώς σας λένε;
– Ζωή.
– Κυρία Ζωή, μένετε εδώ κοντά;
– Δεν ξέρω, απάντησε ταραγμένη. Η κόρη μου είναι οδοντίατρος, θα έρθει, δεν θα έρθει;, αναζητούσε επιβεβαίωση η δόλια.
– Πολύ σωστά, θα έρθει να σας πάρει, της είπε καθησυχαστικά η Ιουλία και δεν σταμάτησε στιγμή να την αγκαλιάζει.
Λίγη ώρα μετά, μια γυναίκα με ένα κοριτσάκι, έτρεχαν προς το μέρος τους. Η γυναίκα έπεσε στην αγκαλιά της και την φιλούσε ανακουφισμένη. “Μανούλα μου, είσαι καλά;”, έλεγε και ξαναέλεγε. Η γυναίκα στο 0παγκάκι, σοκαρισμένη ακόμα, της χάιδευε τα μαλλιά και ψιθύριζε με παράπονο, “πού ήσουν;”. Η κόρη, της ζητούσε συγγνώμη, έκλαιγε και της υποσχόταν ότι δεν θα επέτρεπε ποτέ ξανά να νιώσει μόνη και φοβισμένη.
Οι τρεις φίλοι, παρακολουθούσαν αμίλητοι, δίνοντάς τους χρόνο. Κάποια στιγμή, γύρισε προς τα παιδιά και τους χαμογέλασε.
– Σας ευχαριστώ πολύ. Ο Θεός να σας έχει καλά.
– Δεν κάναμε τίποτα, είπε η Ιουλία και κοιτούσε το κοριτσάκι που είχε καθίσει δίπλα στη γιαγιά της και της μιλούσε.
– Πέμπτη μέρα σήμερα που την ψάχναμε. Κανείς δεν πήρε τηλέφωνο μέσω του silver alert κι έφτασε τόσο μακριά από την περιοχή μας! Ζήσαμε έναν εφιάλτη, κανείς να μη ζήσει αυτή την αγωνία! Έχει προχωρημένη άνοια, ξεχνάει πολύ, μα δεν φανταζόμασταν ότι θα μας συνέβαινε αυτό.
– Όπως σας είπα και στο τηλέφωνο, ήταν και χθες εδώ. Δεν πήγε κι εμάς το μυαλό μας. Συγγνώμη που δεν επικοινωνήσαμε νωρίτερα.
– Εσύ να ζητήσεις συγγνώμη κορίτσι μου; Σας ευχαριστώ που την ταΐσατε, την σεβαστήκατε. Να σας χαίρονται οι γονείς σας.
– Να είστε καλά. Κι εσείς τώρα να ηρεμήσετε και κυρίως να νιώσει ασφάλεια η μαμά σας.
– Παιδιά, από την αναστάτωση, ούτε συστήθηκα, ούτε σας ρώτησα. Είμαι η Έφη κι από δω η κόρη μου η Ζωή, που έχει το όνομα της μανούλας μου.
– Εγώ είμαι η Ιουλία, όπως σας είπα στο τηλέφωνο κι από δω οι φίλοι μου, Άλκης και Λάμπης.
Τα αγόρια χαμογέλασαν εγκάρδια και η Έφη που ένιωθε πια να επιστρέφει η καρδιά της στη θέση της, θυμήθηκε τους καλούς της τρόπους και τους έδωσε το χέρι της.
– Είστε λοιπόν οι τρεις σωματοφύλακες της μανούλας μου. Σε έναν κόσμο που σφυρίζει αδιάφορα για το τι συμβαίνει στον διπλανό του, που αποξενωθήκαμε σε τέτοιο βαθμό, που η καλοσύνη και το νοιάξιμο φαντάζουν περίεργα και ύποπτα, βρέθηκαν τρία νέα παιδιά, να αφουγκραστούν μια κατάσταση. Με συγκινείτε, μακάρι η Ζωΐτσα μου, να γίνει σαν εσάς.
– Η Ιουλία μας, είναι πάντα μια αγκαλιά για όλους!, είπε καμαρώνοντας ο Άλκης για την παιδική του φίλη. Κι εμείς, είμαστε από μικρά, το “τρίο λάμδα”.
– Κι έτσι να είναι πάντα το κορίτσι σας! Όμως κι εσείς, που την συνοδεύσατε, που την ακολουθήσατε. Να είστε πάντα το “τρίο λάμδα”, αγαπημένοι και με τα χέρια ανοιχτά προς πάσα κατεύθυνση ανάγκης. Θα μου επιτρέψετε να σας δώσω ένα χρηματικό ποσό, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης.
– Ούτε να το σκέφτεστε!, πήρε τον λόγο ο Λάμπης. Άλλωστε, τι σωματοφύλακες θα ήμασταν αν δεχόμασταν αμοιβή;
Όλοι χαμογέλασαν και η Ιουλία, του έκλεισε το μάτι, ικανοποιημένη.
– Μανούλα μου, πάμε; Να κάνουμε ένα ζεστό μπανάκι, να βάλεις νυχτικιά και να ξαπλώσεις; Έχεις να μου πεις και τις περιπέτειές σου! η Έφη, χαμογέλασε πικρά, αναλογιζόμενη πόσο διαφορετικά θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί τα πράγματα.
Η κυρία Ζωή, σηκώθηκε και πήρε αγκαλιά ένα ένα τα παιδιά. Ίσως και να μη κατάλαβε πολλά από όσα συνέβησαν. Ίσως να μη θυμόταν καν πώς βρέθηκε στην πλατεία και πώς πέρασε αυτές τις πέντε μέρες μακριά από το σπιτικό και τους δικούς της ανθρώπους. Μπορεί το μυαλό να την εγκατέλειψε και να ξεχνούσε, μα η καρδιά, πάντα αναγνωρίζει ένα ζεστό βλέμμα κι ένα τρυφερό χάδι, ένα τυροπιτάκι κι ένα σάντουιτς όταν έχεις μέρες να φας. Κι αυτά, η νεαρή κοπέλα με τους φίλους της, δεν τα τσιγκουνεύτηκαν. “Σας ευχαριστώ” τους είπε φεύγοντας, “ελάτε όποτε θέλετε να σας φιλέψω κι εγώ”.
Η Έφη, με τις δύο Ζωές της, διέσχιζαν την πλατεία, πηγαίνοντας στο αυτοκίνητό τους, δοξάζοντας τον Θεό, που υπάρχουν ακόμα άνθρωποι και οι τρεις νέοι, οι τρεις σωματοφύλακες, έμειναν πίσω χαμογελαστοί με τρεις, τεντωμένες, γεμάτες περηφάνια παλάμες, να χτυπούν το “κόλλα πέντε”.
Χρυσούλα Καμτσίκη

One response to “Οι τρεις σωματοφύλακες”
«Οι τρεις σωματοφύλακες» μου άρεσαν παρά πολύ!!
Μου άφησαν την ελπίδα στην ψυχη, ότι Ναι! Υπάρχουν και υπέροχα παιδιά εκεί έξω….