-Όλα εντάξει για αύριο; Είσαι έτοιμος; ρώτησε ο Ιάκωβος τον Χαράλαμπο.
-Ναι, μόλις γύρισα από την αποθήκη, βρήκα στα εργαλεία του παππού μου μία μικρή φορητή κάμερα. Την έχω κρύψει κάτω από την σκάλα.
-Ωραία, αύριο πρωί πρωί, κατά τις οκτώ θα σε περιμένουμε κάτω από το μεγάλο πεύκο.
Η επόμενη μέρα δεν άργησε να έρθει, πριν αρχίσουν τα τζιτζίκια να τραγουδούν και οι δεκαοχτούρες να λένε τα δικά τους, οι μικροί μας φίλοι είχαν ήδη ξυπνήσει. Ένα ποτήρι γάλα ήταν αρκετό για να κρατήσει τα στομάχια τους ήσυχα και ξεκίνησαν για το μεγάλο πεύκο, στην πλαγιά ενός μικρού λόφου όπου βρισκόταν η εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Από κάτω φαινόταν το γαλάζιο της θάλασσας, μία να άπλωνες το χέρι σου, θα νόμιζες ότι την έπιανες.
Όταν ο Ιάκωβος αντίκρυσε τον Χαράλαμπο έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
-Μα καλά, πώς είσαι ντυμένος έτσι, σε σαφάρι θα πας;
Ο Χαράλαμπος, ένα οκτάχρονο αγόρι με κοντά μαλλιά που τους έβαζε τζελ για να στέκονται όρθια, φορούσε ένα μπεζ μπλουζάκι με κοντά μανίκια, μπεζ κοντή βερμούδα που έκανε το ποδαράκια του να φαίνονται πιο λιγνά, καπέλο στο ίδιο χρώμα, καλτσάκια μπεζ και λευκά αθλητικά παπούτσια. Ούτε ήξερε τι ήταν το σαφάρι που μόλις είχε αναφέρει ο φίλος του, απλά ήθελε να ταυτιστεί με τις εξερευνήσεις που θα έκαναν. Στο ένα χέρι κρατούσε μια φορητή κάμερα ,έναν μεγεθυντικό φακό και μία φωτογραφική μηχανή. Έμοιαζε με τον Ντέιβιντ Λίβινγκστον, τον διάσημο εξερευνητή της Αφρικής, του ‘φερνε λίγο και στα χρώματα και στο παρουσιαστικό.
-Εγώ σε έχω ρωτήσει ποτέ, πώς πας στην θάλασσα φορώντας τα βατραχοπέδιλα και την μάσκα, από την ώρα που σκας μύτη στην παραλία; Σαν πάπια με μάσκα μοιάζεις καημένε μου! Έλα τώρα άσε τις ερωτήσεις και ετοιμάσου, πάρε θέση. τα μικρά στάθηκαν με ευλάβεια πάνω από την μυρμηγκοφωλιά με σκυμμένο το κεφάλι και τα χέρια πίσω από την πλάτη, σαν τους επιθεωρητές έμοιαζαν στα σχολεία παλιά.
– Μόλις ξεμυτίσουν τα μυρμήγκια, άρχισε να βγάζεις φωτογραφίες. Πού πάνε, πού βρίσκουν φαΐ, τι είδους είναι αυτό και πώς το μεταφέρουν στην φωλιά τους.
Ο Ιάκωβος κράτησε την ανάσα του, μόλις βγήκαν τα πρώτα μικροσκοπικά έντομα τρέχοντας σαν να έκαναν αγώνα εκατό μέτρων στους Ολυμπιακούς αγώνες, σε αργή κίνηση όμως, σήκωσε την φωτογραφική μηχανή προσπαθώντας να τα αποθανατίσει στα πρώτα τους βήματα. Ο Χαράλαμπος τα παρακολουθούσε κι αυτός περπατώντας αργά προς την κατεύθυνση που πήγαιναν, μη τυχόν και τα τρομάξει και λοξοδρομήσουν. Μέσα στην ησυχία ακούγονταν ο ήχος που κάνει η φωτογραφική μηχανή όταν βγάζει φωτογραφίες… κλικ, κλακ και φυσικά τα πουλάκια που τιτίβιζαν από νωρίς το πρωί. Θα έκανε ζέστη πάλι και η Νάντια τους είπε με την επιβλητική φωνή της:
-Δεν πιστεύω να καθίσουμε όλο το πρωί να χαζεύουμε μυρμήγκια; Έχουμε και δουλειές να κάνουμε!
-Σιγά καλέ, τι δουλειές, να μιλάς με τις φιλενάδες στο τάμπλετ εννοείς; απάντησαν τα αγόρια ομόφωνα.
Ο μικρός φωτογράφος σήκωνε το αριστερό χέρι για να δείχνει το σημάδι του και με το άλλο αποθανάτιζε τα μικροσκοπικά μαύρα μυρμήγκια που δούλευαν ακατάπαυστα. Πάνω κάτω, πώς κουνούσαν τις κεραίες τους, το κεφάλι τους και με τι χάρη λύγιζαν την μέση τους. Ο μικρός εξερευνητής κρατούσε τον μεγεθυντικό φακό σε απόσταση αναπνοής, για να μπορεί να τα παρατηρεί καλύτερα. Πόσο μεγάλα φαίνονταν τελικά κάτω από τον φακό, σούπερ ήρωες με κεραίες ήταν! Τα περισσότερα ήταν έξω από την φωλιά τους διανύοντας ένα μεγάλο ταξίδι, από την μία άκρη του πάρκου στην άλλη, ο δρόμος προς την ευχαρίστηση που προσφέρει το φαγητό είναι τόσο δύσβατος, στο διαβατό τους έχουν να ανέβουν σε πέτρες, να σκαρφαλώσουν σε δέντρα. Ό Χαράλαμπος τα κοίταζε εκστασιασμένος, αυτή η μικρή πλάτη πόσο βάρος μπορούσε να αντέξει, φύλλα, σπόρια, ψίχουλα, έμοιαζαν με τους λιμενεργάτες που σηκώνουν τόσα εμπορεύματα, τόσα τσουβάλια ασήκωτα και βαριά, έτσι και τα μικρά αυτά έντομα, είναι οι εργάτες της φύσης.
-Κοιτάξτε πώς κουνιούνται, πόσο γρήγορα πάνε! Α, αυτό γυρνάει πίσω κιόλας, έχει ένα ψίχουλο στην πλάτη του. Πάμε πιο κοντά να δούμε πού το βρήκε.
Τα μικρά έκαναν λίγα βήματα μπροστά και βρέθηκαν σε έναν παράδεισο με φαγητά. Από τα σκουπίδια οι γάτες είχαν ρίξει λίγο ψωμί που είχε ανακατευτεί με τα φύλλα. Εδώ μιλάμε για λουκούλλειο γεύμα. Τα υπόλοιπα έντομα επιτάχυναν το βήμα, μην τυχόν χάσουν τα ψίχουλα από κανένα πουλί και έχουμε μάχη μυρμήγκια vs σπουργίτια, αλίμονο! Τον δρόμο της επιστροφής τον είχαν πάρει αρκετά με φύλλα στην πλάτη, πρασινάδες, ψίχουλα, σπόρους, φλούδες από φρούτα. Ο δρόμος είχε γεμίσει στην άνοδο και στην κάθοδο με δεκάδες από αυτά και τα παιδιά τα χάζευαν το πόσο ακούραστα δούλευαν.
-Ουφ, κουράστηκα τόση ώρα όρθια! Με έπιασε η μέση μου να σκύβω!, ακούστηκε η Νάντια. Ήθελε να φανεί απελπισμένη, μήπως και πείσει τα αγόρια να φύγουν πιο νωρίς. Αλλά που τέτοια τύχη!
Σε λίγο κάθισαν στο χώμα, ο Χαράλαμπος έβγαλε το καπέλο του, ο Ιάκωβος άρχισε τα παράπονα, γουργούριζε η κοιλιά του, η Νάντια διψούσε και η ζέστη είχε προχωρήσει για τα καλά.
-Ξέχασα την κάμερα!, φώναξε ο Ντέινβιντ Λίβινγκστον, δηλαδή ο Χαράλαμπος χωρίς καπέλο. Στο λεπτό σηκώθηκε, πήρε το εργαλείο στα χέρια του και την τοποθέτησε με προσοχή στην φωλιά των μυρμηγκιών. Οι εκπλήξεις που τους περίμεναν ήταν τόσο έντονες, που τα παιδιά είχαν να συζητούν για τις ανακαλύψεις τους για πολύ καιρό. Ένας μικρόκοσμος, ένα βασίλειο, μία αποικία σε μικρογραφία με πληθυσμό εκατοντάδες μικροσκοπικά μαύρα έντομα με κεραίες. Πώς είχαν χωριστεί κάτω από το χώμα, τι κόσμος υπήρχε. Πολλά από αυτά δούλευαν ασταμάτητα, τακτοποιώντας τα ευρήματά τους σε κατηγορίες. Ένα μίνι σούπερ μάρκετ με τα φαγητά στοιβαγμένα σε κατηγορίες, με πωλητές και ταμίες, έτσι φάνηκε στα μάτια τους η φωλιά τους. Και πιο πέρα, κάποια άλλα κάθονταν ακούνητα, σαν να περιμένουν από τα πιο μικρά ή αδύναμα να τους φέρουν το φαγητό έτοιμο στο πιάτο.
– Α, εδώ το πράγμα σοβάρεψε! Πού ακούστηκε να κάθονται και να τους υπηρετούν οι άλλοι; είπε η Νάντια
-Βασίλισσες λέγονται, είπε ο Χαράλαμπος. Όπως και στις φωλιές των μελισσών, έτσι κάνουν και αυτά. Το διάβασα σε ένα βιβλίο που μου το έκανε δώρο η θεία Δήμητρα, αυτή η γυναίκα πια όλο βιβλία μου χαρίζει, να διευρύνω τις γνώσεις μου, λες και δεν μου έφτανε το σχολείο.
-Σχολείο, α πα πα, που το θυμήθηκες τώρα!, είπε ο Ιάκωβος, καλά δεν περνάμε εδώ; Εγώ λέω να κάτσουμε στην γιαγιά για πάντα, μια χαρά περνάμε.
Εκείνη την στιγμή έσκασε μύτη μία καφέ γάτα που κυνηγούσε κάτι πουλιά. Η καημένη πεινούσε, άνοιξε το στόμα της, έβγαλε την κόκκινη γλώσσα της μαζεύοντας ό,τι έβρισκε γρήγορα μην τυχόν και της το πάρει κανείς και μείνει νηστική.
-Ξουτ, φύγε γάτα!, φώναξε ο Χαράλαμπος κουνώντας τα χέρια του.
-Μα τι σε πείραξε το ζωντανό; Πεινάει κι αυτό!, είπε η Νάντια.
-Εεε, δικηγόρε εσύ, σταμάτα να τους υπερασπίζεσαι όλους!
Σε λίγο φάνηκε ένα περίεργο πτηνό με ριγωτά φτερά, πιτσιλωτό λοφίο και μακρύ ράμφος, κατεβαίνοντας με ταχύτητα από την πτήση του σαν τα αεροπλάνα-καμικάζι. Τσουπ και σε δευτερόλεπτα προσγειώθηκε μπροστά στα μάτια τους.
-Χα, χα κοίτα ένα πουλί Χαράλαμπε! Σου μοιάζει, έχετε ίδιο πεταχτό τσουλούφι!
Τα παιδιά έβαλαν τα γέλια.
– Λες να αρχίσω να ψάχνω κι εγώ το φαγητό μου τρυπώντας το έδαφος με την μύτη μου; Και για να μαθαίνετε, τσαλαπετεινός λέγεται, απάντησε ο Χαράλαμπος.
-Έτσι θα σε φωνάζω κι εγώ από δω και πέρα, κύριε τσαλαπετεινέ!, μίλησε και ο Ιάκωβος χαριτολογώντας.
-Τελικά αυτά τα μυρμήγκια έχουν χάρη, ποιος να το πίστευε ότι κάτω από το χώμα κρύβεται μία ολόκληρη αυτοκρατορία! Νομίζω ότι αν τα μιμηθούμε κι εμείς ως προς την τάξη τους, οι γονείς μας δεν θα μας λένε συνέχεια “μαζέψτε το δωμάτιό σας, κάντε εκείνο ή το άλλο”!, είπε η Νάντια σαν πιο μεγάλη.
-Εγώ το μαζεύω, γιατί η μάνα μου με κυνηγάει συνέχεια, δεν τολμώ να το αφήσω ακατάστατο!, απάντησε ο Χαράλαμπος.
-Τι θα γίνει, εδώ θα μείνουμε για πάντα; ρώτησε ο Ιάκωβος. Πεινάω και με περιμένουν τα ψαράκια
-Ωραία, ας καθίσουμε για λίγο να ξεκουραστούμε και μετά πάμε σπίτια μας. Τι λέτε να δώσουμε ραντεβού πάλι αύριο εδώ, να φέρουμε τα φαγητά μας και να κάνουμε ένα πικ νικ; Έτσι θα αφήσουμε πολλά ψιχουλάκια για τα μυρμήγκια.
-Τέλεια! Αφού θα έχει και φαΐ δεν υπάρχει πρόβλημα!, συμφώνησε ο Ιάκωβος.
-Ας βγάλουμε μια φωτογραφία όλοι μαζί!, είπε η Νάντια.
Ο Χαράλαμπος ξαναφόρεσε το καπέλο του, ο Ιάκωβος κοίταξε τον φακό με χάρη και τσαχπινιά και η Νάντια αγκάλιασε τα αγόρια με τα χέρια της, ένα δύο τρία… κλικ κλακ.
Οι περιπέτειες στο βουνό ή στην θάλασσα είναι ό,τι καλύτερο για τα παιδιά, η επαφή με την φύση χαρίζει τα καλύτερα δώρα, ακόμη και τα μικροσκοπικά μυρμήγκια έχουν να διδάξουν πολλά. Το μόνο που πρέπει να κάνουμε εμείς οι μεγάλοι, είναι να δίνουμε το καλύτερο παράδειγμα στα παιδιά μας, δηλαδή αγάπη και σεβασμό.
Δήμητρα Καμπόλη
