Τα κεριά της ζωής

“Μάνο, μπορούμε να πάμε στον διάδρομο με τα κεριά; Θέλω να πάρω ένα μεγάλο κερί που μυρίζει λεβάντα για το μπάνιο! Έχουμε φάει τόση ώρα εδώ μέσα και μόνο για την κουζίνα έχουμε ψωνίσει…Έχουμε τόσα δωμάτια να γεμίσουμε! Σε παρακαλώ!”.

“Ρε αγάπη μου, τι να τα κάνουμε τα κεριά; Σου έχω πει, δεν είμαι λάτρης. Δεν τα θέλω! Μου προκαλούν δύσπνοια και εν ολίγοις, δε μ’ αρέσουν!”.

Η Κλειώ τον κοίταζε με περίσσια αγάπη. Ξέρει πως στο τέλος θα περάσει το δικό της. Ο Μάνος δεν της χαλούσε ποτέ χατίρι. Ήταν το παιχνίδι τους. Εκείνη ζητάει μια χάρη, εκείνος μουτρώνει για λίγο και μετά κερδίζει η Κλειώ.
“Άντε πάμε, Κλειώ! Κέρδισες!”, της είπε χαμογελώντας και εκείνη του χάρισε το πιο γλυκό φιλί.

Όταν έφτασαν στον διάδρομο με τα κεριά, ο Μάνος έμεινε πιο πίσω. Την άφησε να περιπλανηθεί στον τεράστιο διάδρομο με τα κεριά. Να μυρίσει τα μικρά βαζάκια, να πιάσει το παγωμένο γυαλί στα χέρια της και να βρει αυτό που πραγματικά θέλει. Εκείνος είχε χρόνο να τσεκάρει τα σχέδια του νέου τους σπιτιού. Το είχαν σχεδιάσει εξ’ ολοκλήρου μόνοι τους. Μερόνυχτα ήταν κλεισμένοι στο γραφείο για να γίνει τέλειος ο χώρος που θα στεγάσει τον έρωτά τους. Ένα μικρό και ευρύχωρο σπίτι.

“Μάνο, το βρήκα! Αχ τι ωραία που μυρίζει!”, ακούστηκε η γεμάτη ενθουσιασμό φωνή της Κλειούς.

Ο Μάνος κοίταξε τη σύζυγό του και αισθάνθηκε πραγματικά τυχερός! Τα μαύρα της μαλλιά πιασμένα αλογοουρά, το υπέροχο σώμα της μέσα σε αθλητικά ρούχα και πάντα με μια τεράστια τσάντα στον ώμο φορτωμένη με ό,τι μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους. Δεν είχε αλλάξει καθόλου κι ας είχαν περάσει τρία χρόνια από τη μέρα που εκείνη πέρασε την πόρτα ως συνεργάτιδα στο αρχιτεκτονικό γραφείο που δούλευε εκείνος. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος και από τις δύο μεριές. Ένιωσαν και οι δύο τις πεταλούδες στο στομάχι και την ανάσα τους να κόβεται στο πρώτο βλέμμα. Αν ο Μάνος, τότε, δεν καθόταν στην μαύρη καρέκλα πίσω από γραφείο, θα ένιωθε τα γόνατά του να λύνονται.

“Αχ, ρε Κλειώ! Αν σου αρέσει τόσο πολύ, πάρ’ το, αλλά θα μου υποσχεθείς πως θα το ανάβεις όταν λείπω από το σπίτι!”.

Η Κλειώ συμφώνησε και κούρνιασε στην αγκαλιά του. Πήρε το κερί, το έβαλε προσεκτικά στο φορτωμένο καρότσι και κίνησαν για το ταμείο κρατώντας τον από το χέρι. Το επόμενο πρωί σηκώθηκε, έφτιαξε τον καφέ της και πήγε στο δωμάτιο που θα γινόταν το γραφείο τους σιγά σιγά. Εκεί υπήρχαν όλες οι κούτες της μετακόμισης, γιατί τις ήθελαν όλες συγκεντρωμένες σε ένα δωμάτιο. Τα δικά της πράγματα και τα πράγματά του Μάνου. Δύο ζωές στριμωγμένες σε μεγάλα χάρτινα κουτιά!

Άνοιξε την πρώτη κούτα… Εκεί υπήρχαν τα βιβλία της και οι πρώτες φωτογραφίες της σχέσης τους. Ο Μάνος είχε μείνει ίδιος κι απαράλλαχτος από την ημέρα που τον είχε γνωρίσει. Πάντα με το πουκάμισο, το τζιν, τα γυαλιά του και τα ατημέλητά μαλλιά του. Όταν τον πρωτοείδε, ήξερε πως εκείνος ήταν ο άνθρωπός της! Το ίδιο πιστεύει και τώρα, τρία χρόνια μετά. Τοποθέτησε τις κορνίζες στη θέση τους και ύστερα έπιασε την πρώτη κούτα που έγραφε “Μάνος”, η οποία είχε στοιβαγμένες τις σημειώσεις του και στον πάτο της κούτας υπήρχαν δέκα κεριά μεσαίου μεγέθους. Οχτώ αρωματικά και χρωματιστά κεριά και δύο άοσμα κι ολόλευκα. Τα δύο λευκά κεριά ήταν τα μόνα με καμένο φιτίλι. Παραξενεύτηκε. Της έχει πει πως δεν του αρέσουν τα κεριά, πως του φέρνουν δύσπνοια και γι’ αυτό το μεγάλο κερί παρέμεινε σβηστό το προηγούμενο βράδυ.

Έβγαλε τα κεριά από την κούτα και τα μετέφερε στο σαλόνι προσεκτικά. Υποσχέθηκε στον εαυτό της πως θα έκανε καρτερικά υπομονή μέχρι εκείνος να επιστρέψει στο σπίτι και να τον ρωτήσει γι’ αυτά τα δέκα κεριά. Συνέχισε να αδειάζει τις κούτες, τοποθετώντας προσεκτικά καθετί στη σωστή του θέση, όμως το μυαλό της ήταν κολλημένο στα κεριά που βρίσκονταν στο τραπεζάκι του σαλονιού.

Πήγε να τον υποδεχτεί όταν άκουσε το κλειδί στην πόρτα. Η ματιά του Μάνου όμως έπεσε πάνω στο μικρό τραπέζι και στα δέκα κεριά που τον περίμεναν λίγο πριν τα χείλη του ακουμπήσουν τα δικά της.

“Πού τα βρήκες αυτά, Κλειώ;”, ρώτησε έκπληκτος ο Μάνος.
“Ήταν στην κούτα με τις σημειώσεις σου. Γιατί έχεις τόσα κεριά ενώ δε σου αρέσουν; Δεν καταλαβαίνω…”, απάντησε η Κλειώ γεμάτη απορία ακολουθώντας τα βήματά του προς το μικρό τραπέζι.

Ο Μάνος δεν απάντησε στην ερώτηση και γονάτισε σαν υπνωτισμένος μπροστά στο τραπέζι με τα δέκα κεριά. Με τρεμάμενα χέρια άρχισε να αγγίζει ένα ένα τα γυάλινα βαζάκια. Κάθε φορά που πλησίαζε ένα στο πρόσωπό του, έκλεινε τα μάτια και ένα αχνό χαμόγελο εμφανιζόταν στα χείλη του. Η Κλειώ τον παρατηρούσε με προσοχή. Δεν ήθελε να διακόψει αυτή τη μικρή ιεροτελεστία. Τα μάτια της ακολουθούσαν τα χέρια του. Όλη την πορεία από τη στιγμή που τα δάχτυλά του αγγίζουν το παγωμένο γυαλί, το δρόμο προς το πρόσωπο, την εισπνοή του και μετά την αργή επιστροφή μέχρι να γυρίσει το κερί στο μικρό τραπέζι.

“Μπορείς να μου εξηγήσεις, σε παρακαλώ, τι είναι αυτά τα κεριά;”, ρώτησε η Κλειώ με φωνή τρεμάμενη.
“Είναι η ζωή μου!”, απάντησε ο Μάνος με τη ραγισμένη του φωνή και τα μάτια του γεμάτα δάκρυα.

Της ζήτησε να του φέρει ένα ποτήρι κρασί, γιατί τα δικά του πόδια δεν τον βαστούσαν. Μόλις η Κλειώ άφησε το ποτήρι μπροστά του, πήρε τη θέση της δίπλα του. Ο Μάνος άρχισε να της διηγείται την ιστορία της Άννας. Μιας κοπέλας με όμορφα γαλάζια μάτια και ηλιοκαμένο δέρμα που μύριζε πορτοκάλι. Φορούσε ένα άρωμα από εσπεριδοειδή όταν έπεσε κατά λάθος πάνω του κι αυτή η σύγκρουση έγινε σχεδόν δέκα χρόνια πριν. Σταμάτησε να μιλάει, ήπιε μια γουλιά από το κρασί του και έδωσε στα χέρια της Κλειούς το πρώτο κερί της σειράς. Το κερί με το άρωμα πορτοκαλιού.

Μόλις η Κλειώ το άφησε στο τραπέζι, συνέχισε την αφήγησή του λέγοντάς της για το πρώτο τους ραντεβού και το πρώτο τους φιλί. Ένα φιλί με άρωμα φράουλας. Αδυνατούσε να θυμηθεί πόσες γρανίτες είχαν πιει αγκαλιασμένοι στο ξύλινο παγκάκι της πλατείας, μέχρι που βρήκαν το θάρρος για εκείνο το φιλί. Έσπρωξε προς το μέρος της Κλειούς το δεύτερο κερί. Το κερί που μύριζε φράουλα. Έπειτα της εξιστόρησε έχοντας ερμητικά κλειστά τα δυο του μάτια, την πρώτη φορά που έκαναν έρωτα και είχε μια μυρωδιά γιασεμιού. Θυμάται πως ήταν καλοκαίρι και είχαν περάσει μόλις δύο μήνες από το πρώτο τους ραντεβού όταν κανένας δεν αντιστάθηκε στο πάθος που εκδηλώθηκε πίσω από την κλειστή πόρτα του σπιτιού του. Ένα μονάχα ανοιχτό παράθυρο γέμισε την ατμόσφαιρα με άρωμα γιασεμιού και έδωσε στην Κλειώ το τρίτο κερί.

Η μυρωδιά του τέταρτου κεριού ήταν τόσο έντονη, που η Κλειώ το έσφιξε στα χέρια της πριν διηγηθεί την ιστορία ο Μάνος. Κανέλα! Η αξέχαστη μυρωδιά του πρώτου τους σπιτιού. Κάθε μέρα, ο φούρνος της γειτονιάς έψηνε δεκάδες μπισκότα και όλη η γειτονιά παραδινόταν στη γλυκιά ευωδιά της κανέλας. Η Άννα ξυπνούσε πάντα πρώτη για να προλάβει να αγοράσει τα πιο ζεστά και μυρωδάτα μπισκότα. Μόλις το τέταρτο κερί ακούμπησε το μικρό τραπέζι, ο Μάνος αφηγήθηκε στην Κλειώ το βράδυ που έκανε στην Άννα την πρόταση γάμου, το βράδυ που μοσχοβολούσε τριαντάφυλλο από την τεράστια ανθοδέσμη που κρατούσε στην αγκαλιά του, όταν γονάτισε και ζήτησε το χέρι της. Έσπρωξε προς στην Κλειώ το πέμπτο κερί.

Της είπε για το βράδυ που έκαναν έρωτα και εκείνη έμεινε έγκυος. Ένα βράδυ που μύριζαν βανίλια τα σεντόνια από εκείνο το μαλακτικό που τόσο λάτρευε η Άννα. Πρέπει να είχε ρίξει μισό μπουκάλι! Της έδειξε το έκτο κερί. Της είπε για το βράδυ εκείνο που του ανακοίνωσε την εγκυμοσύνη. Είχε μια μυρωδιά σοκολάτας απ’ το σουφλέ στο τραπέζι. Δε θυμόταν αν έφαγαν εκείνο το βράδυ. Η Κλειώ μύρισε το έβδομο κερί. Της είπε για τον γάμο τους στο δημαρχείο. Ένα πρωί που μύριζε φυστίκι όλος ο χώρος γιατί ακριβώς δίπλα υπήρχε ένα παγωτατζίδικο και πρωί πρωί έφτιαχναν παγωτό φυστίκι. Εννοείται πως έφαγαν… Το όγδοο κερί μύριζε όπως εκείνο το παγωτό φυστίκι.

Τότε ο Μάνος σταμάτησε να μιλά και κοίταξε τα άλλα δύο κεριά.

“Αυτά τι είναι;”, τον παρότρυνε η Κλειώ να συνεχίσει την αφήγησή του.
“Το τέλος!”, απάντησε σχεδόν ξεψυχισμένα ο Μάνος.

Το ένατο κερί ήταν άοσμο, άχρωμο και καμένο. Το άναψε στο νοσοκομείο ενώ προσευχόταν να σωθεί η Άννα, όταν του είπαν οι γιατροί πως δε θα βγει νικήτρια. Αυτή η καταραμένη αρρώστια εμφανίστηκε ξαφνικά και έτρωγε ό,τι έβρισκε μπροστά της. Δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς την Άννα. Δε θα άντεχε τη ζωή του. Του είπαν πως πρέπει να της πάρουν το παιδί. Οι πιθανότητες δεν ήταν υπέρ τους. Η ζωή του κρεμόταν σε μια κλωστή. Θα έχανε το παιδί και την Άννα. Όλοι οι γιατροί ήταν απαισιόδοξοι. Δεν υπήρχε καμία ελπίδα. Άναβε και έσβηνε κεριά προσευχόμενος για ένα θαύμα. Το δέκατο κερί ήταν εκείνο που άναψε το βράδυ που απεβίωσαν και οι δύο. Κανένας δεν τα κατάφερε… Ούτε εκείνη, ούτε το μωρό… Το άναψε τη μέρα που συνειδητοποίησε πως όλα τελείωσαν…

Ο Μάνος καθ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησης δε συγκρατούσε τα δάκρυά του. Είχε ανοίξει όλη τη ζωή του μπροστά στην Κλειώ και μαζί με τη ζωή του ελευθέρωσε και την ψυχή του. Η Κλειώ τον έκλεισε στην αγκαλιά της, του χάιδευε τα μαλλιά και του έλεγε λόγια αγάπης χωρίς να προσπαθεί να σταματήσει τα δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια της στα μάγουλά της. Η ραγισμένη της φωνή αναδύθηκε με κόπο από τη σιωπή που την έπνιγε… “Γιατί δεν μου τα είπες όλα αυτά νωρίτερα;”.

Ο Μάνος, δίχως να την κοιτάζει, έλεγξε την κοφτή ανάσα του, ξεφύσηξε και απάντησε… “Δεν ξέρω! Φοβόμουν να τα μοιραστώ μαζί σου όλα αυτά. Φοβόμουν να τα σκεφτώ, πόσο μάλλον να μιλήσω σε εσένα. Γι’ αυτό και τα κεριά ήταν θαμμένα στον πάτο της κούτας. Ακριβώς όπως ήταν και στο μυαλό μου. Είναι βαρύ το φορτίο για να το εναποθέσω στους δικούς σου ώμους. Δεν ήθελα να πιστέψεις ούτε στιγμή πως είσαι το δεκανίκι μου. Εσένα σε θέλω στη ζωή μου δίπλα μου κι όχι να πιαστώ για να ζήσω και φοβόμουν ότι αυτό θα νόμιζες… Έτσι τα έκρυψα όλα και προσπάθησα να φτιάξω μια όμορφη και νέα ζωή μαζί σου…”.

Η Κλειώ τον έσφιξε στην αγκαλιά της. “Δεν υπάρχει δεκανίκι σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Η Άννα και το παιδί σου θα ζουν για πάντα μέσα σου, απλά τώρα έκανες χώρο και για μένα στη ζωή σου, μα και στην καρδιά σου! Όταν γνωριστήκαμε είχες πει πως έχεις περάσει δύσκολα και το σεβάστηκα. Δε ρώτησα ποτέ τίποτα. Ούτε όταν πήραμε την απόφαση να παντρευτούμε μέσα στον έρωτά μας, αλλά ούτε και όταν μου ζήτησες να σχεδιάσω το σπίτι μας. Ήξερα πως αυτή θα ήταν η ιστορία μας από τη μέρα που σε πρωτοαντίκρυσα κι από τότε έχουν περάσει σχεδόν τρία χρόνια. Δε με ένοιαζε το πριν κι ούτε το φοβόμουν… Τώρα το σέβομαι διπλά και θα δώσω το χώρο και το χρόνο που σου χρειάζεται, αλλά τώρα και για πάντα θα είμαι δίπλα σου!”.

Ο Μάνος πέρασε τα χέρια του γύρω της και τραβώντας την κοντά του τη φίλησε με πάθος. Έπειτα, πήρε στα χέρια του το κερί με άρωμα λεβάντα που είχαν αγοράσει το προηγούμενο βράδυ, έβγαλε τον αναπτήρα από την τσέπη του και το άναψε. Είχε καταφέρει να ανάψει ένα κερί, μετά από πολλά χρόνια…

Σφιχταγκάλιασε την Κλειώ κι έκατσαν όλο το βράδυ να κοιτούν τη φλόγα του. Κανένας δε μιλούσε. Δε χρειαζόταν. Τα σώματά τους πια έλεγαν όσα, εκείνες τις στιγμές, τα στόματα αδυνατούσαν να εκφράσουν.

Το επόμενο πρωί όλα είχαν μπει στη θέση τους για να ξεκινήσουν το δικό τους ταξίδι.
Με ή χωρίς κεριά…

Κατερίνα Μοχράνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading