Ο πατέρας, όταν βγήκε από το νοσοκομείο εκείνη την φθινοπωρινή μέρα στα τέλη Σεπτέμβρη, μπήκε στο σπίτι κλαίγοντας. Αλλιώς είχε φύγει πριν δύο μήνες και αλλιώς επέστρεψε. Δύο μήνες κάθισε στο νοσοκομείο, δύο μήνες μέσα στον πόνο και την αγωνία της επιβίωσης. Τέσσερις είχαν φύγει για την εκδρομή, τρεις γύρισαν, ο Θεός είχε διαλέξει εκείνον να μείνει πίσω, τι σχέδια είχε φάνηκαν μέσα στον χρόνο.
Τον πρώτο καιρό ο πατέρας καθόταν στο κρεβάτι ακίνητος σχεδόν, εντολές γιατρού, σιγά σιγά άρχισε να σηκώνεται και το μπαλκόνι ήταν το καταφύγιό του. Για καλή του τύχη ο γείτονάς του, ο κύριος Αντώνης, ένας γνήσιος κρητικός με τα μουστάκια του, έγινε ο φίλος που δεν έφυγε από το πλευρό του εκείνον τον καιρό. Ο χρόνος που είναι γιατρός έκανε την δουλειά του τέλεια στην οικογένεια αυτή και έτσι πορεύτηκαν στο μέλλον.
Ο πατέρας είχε ένα χόμπι που αποδείχτηκε σωτήριο, η ενασχόλησή του με τον κήπο και το χώμα ήταν το φάρμακο που του απάλυνε τον πόνο της απώλειας. Είχε φυτέψει μία μπουκαμβίλια με κόκκινα λουλούδια εκεί στην άκρη του κήπου, στην μεσοτοιχία με την γειτόνισσα. Την καμάρωνε που μεγάλωνε και φούντωνε το καλοκαίρι, σαν ένα μικρό περσικό χαλί ήταν με τα κόκκινα χρώματά της.
Μετά από καιρό ήρθαν φίλοι να τον δουν στο σπίτι, κάθισαν και στον κήπο να πιούν καφέ και εκεί έπεσε το μάτι τους στο φυτό.
-Αχ καλέ κύριε Χρήστο, έχεις μπουκαμβίλια; Δεν το ξέρεις ότι φέρνει γρουσουζιά; Θάνατο σημαίνει όταν την έχεις σπίτι σου. Γι’ αυτό πέθανε και η γυναίκα σου.
Ο πατέρας γούρλωσε τα μάτια του, κούνησε το κεφάλι του, “μα εγώ πίστευα ότι πέθανε γιατί είχε έρθει η ώρα της…”, είπε ο καημένος.
Γύρισε το κεφάλι του στο φυτό που είχε μεγαλώσει αρκετά και είχε αρχίσει να γίνεται ένα πανέμορφο δεντράκι, μισόκλεισε τα μάτια, έσφιξε τα χείλη και σκέφτηκε να την κόψει, σαν να ήθελε να της πει “εσύ φταις για όλα!”.
Το βράδυ στριφογύριζε στον ύπνο του, μέχρι και την συγχωρεμένη είδε όνειρο χωμένη μέσα στα κόκκινα λουλούδια και την επόμενη μέρα πήρε την απόφαση να την ξεριζώσει. Καημένη μπουκαμβίλια τι έπαθες! Άδειος ο τοίχος, ούτε σαγηνευτικά χρώματα από περσικό χαλί, ούτε μυρωδιές, ούτε τίποτα. Ο πατέρας κάθε φορά που έβγαινε στον κήπο αναστέναζε βαθιά, ένας καημός για την γυναίκα που έχασε, ένας για το δεντράκι του.
-Βρε πατέρα, τι σε έπιασε και σένα τώρα, τι σου έφταιγε το λουλουδικό; Τέλος πάντων, αφού το αποφάσισες, δεν πειράζει. Εδώ χάνονται άνθρωποι, τα φυτά θα κοιτάμε τώρα; μίλησε η φωνή της λογικής, δηλαδή η μεγάλη κόρη.
Ο καιρός πέρασε, ο τοίχος κενός, ο πόνος δεν έλεγε να φύγει, πήγαινε και ερχόταν και μία μέρα ο πατέρας πήγε μία επίσκεψη σε έναν φίλο που είχε κήπο και αυτός. Εκεί την είδε πάλι, όμορφη, φουντωτή, με τα εκρηκτικά κόκκινα χρώματά της, κομψότατη να έχει καλύψει τον μισό τοίχο και έμεινε εκστασιασμένος από την αρχοντιά της. Όταν διηγήθηκε στον φίλο του την περιπέτειά του εκείνος τον έφερε στα λογικά του:
– Τι έκανε λέει; Αχ Χρήστο μου, η μοίρα παίζει παράξενα παιχνίδια, η γυναίκα σου έφυγε γιατί έφταιγε κάποιος άλλος και όχι η μπουκαμβίλια σου.
– Έχεις δίκιο, θα επανορθώσω αμέσως.
Έτσι κι έγινε, μετά από λίγες μέρες ένα άλλο φυτό μπήκε στην ίδια θέση, ο πατέρας πήγαινε κάθε μέρα και παρακολουθούσε την πρόοδό του, λες και θα φούντωνε μέσα σε μία μέρα.
Τα χρόνια πέρασαν, έφυγε και ο πατέρας για το μεγάλο ταξίδι και εμείς που μείναμε πίσω τους θυμόμαστε γιατί υπάρχουν οι μπουκαμβίλιες!
Δήμητρα Καμπόλη

One response to “Η Μπουκαμβίλια”
[…] Η αγάπη δεν πονάει Η Μπουκαμβίλια […]