Ο Γιάννης πλησίασε την Κλειώ με το ίδιο γλυκό χαμόγελο, όπως έκανε κάθε φορά που την έβλεπε στο γυμναστήριο. Ως γυμναστής, την ρωτούσε αν υπήρχε κάποια απορία σχετικά με τις ασκήσεις ή τα όργανα και φρόντιζε ανά πάσα στιγμή να την διορθώσει, ώστε να αποφύγει τους τραυματισμούς. Και αν και στις αρχές εκείνη ήταν κάπως απόμακρη και διστακτική, η διαχυτικότητά του και ο ευγενικός του χαρακτήρας την ‘μαλάκωσαν’ και πλέον, όποτε τους δινόταν η ευκαιρία, συζητούσαν και για άλλα θέματα, γνωρίζοντας καλύτερα ο ένας τον άλλον. Όταν, μάλιστα, λόγω ασθενείας ή άλλων υποχρεώσεων η Κλειώ έχανε κάποια προπόνηση, στην αμέσως επόμενη ο Γιάννης εκδήλωνε ανοιχτά ότι του έλειψε η παρουσία της.
Έτσι και σήμερα, μετά από μια ολόκληρη βδομάδα απουσίας, αφού την συνεχάρη που έκανε σωστά το σετ, ανέμενε να ολοκληρώσει για να μιλήσουν.
Η Κλειώ ξεφύσηξε και πέρασε την πετσέτα γύρω από τον λαιμό της.
«Καλημέρα!», του είπε με χαμόγελο
«Μας έλειψες, περιττό να το επισημάνω! Καλημέρα!»
«Άσε με, αρρώστησα πάλι! Πάνω που ανεβάζω τον πήχη, με περιμένει η ίωση στη γωνία», είπε και γέλασαν μαζί
«Τώρα είσαι καλά;»
«Καλύτερα σίγουρα. Έπιασε και η ζέστη, θα πεθάνουν τα μικρόβια, θα ησυχάσω πιστεύω»
Ξανά γέλια.
«Δεν την αντέχω καθόλου τη ζέστη να ξέρεις. Χειμώνας και πάλι χειμώνας!… Άσε τα εκατό ντουζ την ημέρα! Αλλά, ξέρεις κάτι; Το καλοκαίρι έχει άλλες μυρωδιές…»
«Ιδρώτα!»
«Χαχαχα δεν εννοούσα αυτό ακριβώς. Η αλμύρα της θάλασσας, οι μυρωδιές των λουλουδιών τη νύχτα…»
«Αα μάλιστα, είσαι και ρομαντική. Να σε προσγειώσω τότε. Τα ερκοντίσον που θα καίνε όλη μέρα;»
«Αναγκαίο κακό; Λέω να ολοκληρώσω το σετ, με παραπροσγείωσες»
«Έγινε. Ό,τι χρειαστείς είμαι εδώ γύρω»
Η Κλειώ του χαμογέλασε και επέστρεψε στη γυμναστική της. Ωστόσο, σήμερα δεν μίλησαν όσο άλλες φορές. Ο Γιάννης δεχόταν συνεχώς τηλεφωνήματα τα οποία ήταν ολιγόλεπτα και γεμάτα ένταση.
Με το τέλος της προπόνησης, πήγε να τον χαιρετήσει. Μιλούσε με κάποιον άλλον προπονητή και παρόλο που πάντα της έλεγε έστω ένα φευγαλέο ‘γεια’, δεν γύρισε καν να την κοιτάξει. Γεμάτη απορία έφυγε. Δεν την απασχόλησε ιδιαίτερα, γιατί το βράδυ είχε κανονίσει έξοδο με μεγάλη παρέα στην οποία συμπεριλαμβανόταν και ο Άλκης, που μιλούσαν τελευταία μέσω Instagram και επιτέλους θα γνωρίζονταν κι από κοντά. Έτσι, το μυαλό της μονοπωλούνταν στο τι θα φορέσει.
Επέλεξε μια λευκή μακριά φούστα με σκίσιμο στο πλάι και ένα χρυσαφί κροπ τοπ, που διέγραφε άψογα τους κοιλιακούς της. Βάφτηκε ελαφρά και άφησε το μαλλί λυτό. Μόλις την είδαν οι φίλες της ούρλιαξαν μπροστά στο θέαμα, σαν μικρά κορίτσια και η Κλειώ πάλευε να κρύψει τα κατακόκκινα μάγουλά της. Έκατσαν στο τραπέζι που είχαν κάνει κράτηση και περίμεναν και τους υπόλοιπους.
Είχαν φτάσει περίπου μεσάνυχτα και ο Άλκης δεν είχε εμφανιστεί. Η Κλειώ είχε πειστεί ότι δεν θα έρθει κι έτσι αποφάσισε να πιει λίγο παραπάνω αφού θα γύριζε με τις φίλες της σπίτι. Πριν καν ξεκινήσουν, όμως, τα σφηνάκια ο σερβιτόρος τις ενημέρωσε ότι η πρώτη γύρα ήταν κερασμένη. Ρώτησαν από ποιον κι εκείνος έδειξε έναν άντρα που καθόταν στη μπάρα. Η Κλειώ γύρισε να κοιτάξει και είδε τον Γιάννη! Όλο χαρά, σηκώθηκε και πήγε να του μιλήσει.
Μόλις έφτασε δίπλα του έσκυψε στο αυτί του, μιας και η μουσική ήταν αρκετά δυνατή.
«Σε ευχαριστούμε για τα σφηνάκια. Σειρά μου τώρα. Πόσοι είστε στη παρέα;», ρώτησε και έκανε νόημα στον μπάρμαν
«Τρεις», απάντησε και την σύστησε σε άλλους δύο άντρες που ήδη την κοιτούσαν από πάνω μέχρι κάτω.
«Πώς και από εδώ;», ρώτησε η Κλειώ και τσούγκρισαν τα ποτήρια τους
Ένας από τους άλλους πήγε να της απαντήσει, αλλά ο Γιάννης πέρασε το χέρι του στη μέση της και την τράβηξε κοντά του.
«Είναι καινούργιο μαγαζί και σκεφτήκαμε ότι θα είναι ωραία Παρασκευή βράδυ. Εσείς;»
«Κι εμείς το ίδιο», απάντησε με χαμόγελο η Κλειώ και για την επόμενη ώρα μιλούσαν ασταμάτητα. Μάλιστα οι δύο παρέες είχαν συγχωνευτεί και η βραδιά προχωρούσε ευχάριστα.
Λίγο πριν το ξημέρωμα, η Κλειώ αποφάσισε να αποχωρήσει. Σχολίασε με τις φίλες της την πλήρη αδιαφορία του Άλκη και τις καθησύχασε πως θα την γυρίσει σπίτι ο Γιάννης.
Βγαίνοντας από το μαγαζί, της πρότεινε να περπατήσουν παραλιακά να φύγει η πολλή ζάλη πριν οδηγήσει. Η Κλειώ συμφώνησε. Πήραν τα παπούτσια στο χέρι και κατευθύνθηκαν προς την ακροθαλασσιά.
«Τώρα κατάλαβα τι εννοούσες όταν μιλούσες για τις μυρωδιές το καλοκαίρι»
«Είδες…;», του είπε η Κλειώ και τον έπιασε από το μπράτσο. Γενικά υπήρχαν αγγίγματα όλο το βράδυ αλλά από πλευράς της, τα εκλάμβανε ως φιλικά. «Τι σου άρεσε περισσότερο;»
«Η μυρωδιά σου», της απάντησε κι εκείνη έμεινε ακίνητη
«Με συγχωρείς αν σε φέρνω σε δύσκολη θέση. Αλλά, εδώ που φτάσαμε πρέπει να στο πω. Όποτε είμαι δίπλα σου με ηλεκτρίζεις, με διεγείρεις, η καρδιά μου χτυπάει ανελέητα, θέλω να σε αγγίξω και δεν μπορώ. Δεν πρέπει»
Και τότε η Κλειώ του έδωσε μια απάντηση που δεν περίμενε.
«Τι περιμένεις;»
Ο Γιάννης άπλωσε τα χέρια του στους ώμους της και τα χάιδεψε μέχρι τα ακροδάχτυλα.
«Χάνω τον έλεγχο μαζί σου. Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο; Ότι έχω μια κοπέλα σπίτι που με αγαπάει και δεν θέλω να πληγώσω την ψυχή της»
«Τι θα έκανες αν αυτό, μεταξύ μας… προχωρούσε;»
«Τι θα έκανες αν την άφηνα;»
«Γι’ αυτό μιλούσες με ένταση σήμερα στο τηλέφωνο;»
«Μου αρέσεις πολύ. Τόσο πολύ που δεν μπορώ να αφοσιωθώ στη δουλειά αν δεν περάσεις μια μέρα. Και η κοπέλα μου το έχει καταλάβει. Το μυαλό μου είναι αλλού»
Οι δυο τους κοιτάζονταν, χωρίς να παίρνει ο ένας το βλέμμα του από τον άλλον.
«Γιατί δεν φεύγεις;», την ρώτησε ο Γιάννης
«Μου μίλησες ανοιχτά. Λοιπόν, κι εγώ σε θέλω… πολύ! Χάρηκα που η βραδιά μου έκλεισε με εσένα και όχι με κάποιον άλλο. Για να είσαι εδώ και όχι σπίτι, κάτι σημαίνει και Θεέ μου, είσαι τόσο σέξι απόψε!»
Ο Γιάννης, μετά την τελευταία της κουβέντα, την άρπαξε και τη φίλησε με πάθος. Παραμέρισε τα πάντα και έζησε κάθε τους λεπτό σαν να ήταν μοναδικό. Ήθελε να αποτυπώσει τη μυρωδιά της πάνω του, να τη κάνει δικιά του, να τη αγγίξει επιτέλους…
Η ανατολή του ηλίου τους βρήκε αγκαλιά με τα ρούχα μισάνοιχτα, τα μαλλιά ανακατεμένα με άμμο και τα πόδια εκεί που σκάει το κύμα.
«Δεν ξέρω πώς θα προχωρήσεις, εγώ την αποψινή βραδιά δεν την αλλάζω με τίποτα», του είπε η Κλειώ και ίσιωσε τη φούστα της. Έφτιαξε το τοπάκι και τα μαλλιά της, τον φίλησε στο μάγουλο κι έφυγε.
Μετά από δύο μέρες στο γυμναστήριο την πλησίασε και τη φίλησε μπροστά σε όλους.
«Μου απέδειξες γιατί είναι μαγικό το καλοκαίρι. Σιγά μην μείνω στον χειμώνα!», της είπε και αγκαλιάστηκαν.
Αγγελική Ανδριοπούλου
