Η Αδερφή Ψυχή

Ξέρετε τι λένε για τις αδερφές ψυχές, έτσι; Ότι δεν είναι γραφτό να είναι μαζί. Μην τις μπερδεύετε με τις δίδυμες φλόγες · άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Η δίδυμη φλόγα σου κάνει τη ζωή πατίνι — κόλαση μέχρι να φτάσεις στο αμήν. Σ’ αναγκάζει να αλλάξεις, να σπάσεις, να φτάσεις στα όριά σου.

Η αδερφή ψυχή, όμως, είναι κάτι διαφορετικό. Είναι γαλήνη. Είναι σαν να κοιτάς τον εαυτό σου σε καθρέφτη, αλλά πιο φωτεινό. Δεν είναι μόνο τα κοινά χούγια ή οι ίδιες μουσικές. Είναι το “μαζί” που δεν χρειάζεται πολλά λόγια. Είναι μια ανάσα, μια ματιά, ένα άγγιγμα και νιώθεις σπίτι.

Έτσι και ο Έκτορας. Την βρήκε. Ναι, τόσο τυχερός — κι όμως, τόσο άτυχος. Την αδερφή ψυχή του την γνώρισε όταν ήταν μόλις 19 χρονών. Πιτσιρικάς, με τζιν ξεβαμμένο, γέλιο εύκολο και καρδιά γεμάτη όνειρα. Χαχα… Ποιος σκεφτόταν τότε γάμους και σοβαρά; Άλλοι καιροί. Άλλες αθωότητες.

Η Ιφιγένεια… Πόσο ταίριαζαν! Ήταν σαν σιαμαίοι — έτσι τους έλεγε η γιαγιά της. Πήγαιναν παντού μαζί: σινεμά, θάλασσα, πλατείες, πανηγύρια, ακόμα και στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς. Δεν υπήρχε ο Έκτορας χωρίς την Ιφιγένεια, και το ανάποδο.

Βέβαια, δεν ήταν όλα ρόδινα. Τσακώνονταν. Όπως όλοι. Εκείνα τα καλοκαιρινά μελτέμια δεν ήταν πάντα δροσερά. Κάποιες φορές, φέρνανε μπόρες. Αλλά πάντα, μα πάντα, γύριζαν ο ένας στον άλλο. Σαν μαγνήτες.

Ο Έκτορας της είχε τάξει γάμο. Είχε μπει στο πανεπιστήμιο, έπιασε και μια δουλειά part-time και ένιωθε πως μπορεί. Της είχε πάρει δαχτυλίδι. Το είχε κρύψει κάτω από το μαξιλάρι του, το κοίταζε τα βράδια και χαμογελούσε. Όμως… η ζωή. Η ζωή, που κάνει πλάνα χωρίς να ρωτάει κανέναν. Εκείνη έφυγε. Ξαφνικά. Χωρίς προειδοποίηση. Μια ανατροπή, ένα κακό νέο, μια τραγική στιγμή. Κι ο Έκτορας έμεινε μόνος. Σαστισμένος. Παγωμένος. Ένα παιδί με δαχτυλίδι και χωρίς νύφη.

Η καρδιά του δεν έσπασε αμέσως. Όχι, ήταν αργό και βασανιστικό. Σαν να σβήνει ένα κερί που καίει επίμονα μέσα σε άδειο δωμάτιο. Δεν το άντεχε. Έμεινε μια φωτογραφία.  Ασπρόμαυρη. Κρυμμένη σε μια τσέπη από παλιό πουκάμισο, στην άκρη της ντουλάπας. Η Ιφιγένεια να χαμογελάει, με εκείνα τα μαύρα μάτια που έλεγαν ιστορίες χωρίς φωνή.

Ο χρόνος πέρασε. Ο Έκτορας μεγάλωσε, δούλεψε, έφτιαξε μια κάποια ζωή. Έγινε επιτυχημένος, λέγανε. Όμως μέσα του… λειψός. Γιατί τι να τα κάνεις όλα, αν λείπει το κομμάτι της καρδιάς σου; Όσα χρήματα κι αν βγάλεις, όση καριέρα και να έχεις, όσα σπίτια και να χτίσεις — αν το “μαζί” σου έχει φύγει, όλα φαίνονται ψεύτικα.

Τα βράδια καθόταν μόνος, άναβε τσιγάρο και κοιτούσε το άπειρο. Προσευχόταν. Όχι για θαύματα. Μόνο για ένα πράγμα: Όταν έρθει η ώρα του, να την βρει. Να τη δει. Να της πει όλα όσα έμειναν μισά. Να της δώσει, επιτέλους, το δαχτυλίδι. Γιατί η ζωή είχε άλλα σχέδια. Και τα σχέδια της ζωής δεν τα καταλαβαίνεις πάντα. Ένα πράγμα, όμως, κατάλαβε ο Έκτορας: Όλα μπορούν να αλλάξουν. Με μια λάθος απόφαση. Μια λάθος στιγμή. Στο λάθος μέρος. Την λάθος ώρα. Και τότε… Ό,τι νόμιζες ότι θα κρατήσεις για πάντα, γίνεται ανάμνηση. Και οι ανάσες γίνονται αναστεναγμοί.

Αλλά αυτό που ήταν αληθινό, δεν σβήνει ποτέ. Ζει σε μια φωτογραφία, σε μια ανάμνηση, σε ένα τραγούδι που παίζει τυχαία. Ζει σε εκείνη τη σκέψη που σου ραγίζει την ψυχή, αλλά σε κάνει να χαμογελάς μέσα από τα δάκρυα. Γιατί, όσο κι αν αλλάξει η ζωή… μια αδερφή ψυχή, δεν ξεχνιέται.

Βασιλική Γκόγκα 

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading