Η Μαρίνα τα είχε καταφέρει. Ένα κορίτσι από το νησί, μεγαλωμένο φτωχικά αλλά με αξιοπρέπεια, ήρθε στην Αθήνα λίγο πριν κλείσει τα δεκαοχτώ μια βροχερή μέρα του Οκτώβρη. Ήταν πολύ όμορφη, θα μπορούσε αυτό να της ήταν ένα καλό εισιτήριο για μία πιο άνετη ζωή, όμως τα λόγια της μάνας της, να μην χάσει την αξιοπρέπειά της, ηχούσαν στα αυτιά της λίγο πριν φύγει από το πατρικό της.
Οι αναμνήσεις, ακόμη και στην ηλικία των τριάντα που πλησίαζε, ήταν νωπές όπως οι μυρωδιές από τον καφέ που έψηνε νωρίς το πρωί για τον αγαπημένο της πατέρα, από τον βασιλικό που μοσχομύριζε όταν τον πότιζε σιγά σιγά, από την αύρα της θάλασσας που την έφερνε το αεράκι μέχρι την βεράντα όταν φυσούσε απαλά το απόγευμα. Μα περισσότερο αυτό που θυμόταν, ήταν η μυρωδιά από το γιασεμί το καλοκαίρι, εκεί κάτω από τα φύλλα του και τα μικρά λευκά λουλούδια, άπλωνε τα στρώματα με τα βαμβακερά σεντόνια και τα βράδια ξάπλωνε με τις αδελφές της τιτιβίζοντας όλη την νύχτα σαν τα πουλάκια. Όλα τους τα όνειρα έβγαιναν στα φανερά, τα αστέρια μαρτυρούσαν τις επιθυμίες τους.
Η μεγάλη αδελφή, η Βαρβάρα, τρία χρόνια πιο μεγάλη από αυτήν, ήθελε να παντρευτεί τον Νικόλα και να κάνει πολλά παιδιά. Η μεσαία, η Αγνή, δεν ήξερε ακόμη τι ήθελε να κάνει, μάλλον θα παντρευόταν τον πρώτο που θα της έστελναν προξενιό. Εκείνη πάλι ήθελε να φύγει από το νησί, όχι γιατί δεν αγαπούσε την οικογένειά της ή τον τόπο της, αλλά ένιωθε βαθιά μέσα της ότι μπορούσε να κάνει περισσότερα πράγματα από το να παντρευτεί και να γίνει μία καλή νοικοκυρά. Είχε έφεση στα γράμματα, αγαπούσε τα βιβλία και της άρεσε να χάνεται στις λέξεις τους. Κάθε βράδυ διηγούταν στις αδελφές και στην μάνα τους χαρακτήρες των ηρώων, περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια τις περιπέτειές τους, πού ζούσαν, τι δουλειά έκαναν και ό,τι άλλο της έκανε εντύπωση. Όταν έλαβε ένα γράμμα από την θεία της, την αδελφή του πατέρα της, να την πάρει στην Αθήνα να την βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού γιατί τα χρόνια είχαν περάσει ήδη και υγεία της ήταν κλονισμένη, το βρήκε σαν ένα σημάδι που της έδινε το πράσινο φως για την ελευθερία της.
“Να πας, αφού το ζητάει η αδελφή μου, να πας”, συμφώνησε ο πατέρας χωρίς κανένα δισταγμό.
Μα τι χαρά ήταν αυτή, ποιος να της το ‘λεγε ότι σε λίγους μήνες θα άφηνε το νησί της και θα έμενε στην Αθήνα! Επιτέλους θα σπούδαζε κάτι, όλο και κάποια σχολή θα υπήρχε για εκείνη, συγγραφέας ήθελε να γίνει. Ναι, αυτό της άρεσε, να χώνεται στα χαρτιά και στα μελάνια και να γράφει. Τι; Οτιδήποτε θα της έκανε εντύπωση και θα άρχιζε από το νησί της. Τόσα υπήρχαν για να μεταφέρει στον έξω κόσμο για την πατρίδα της, τις θάλασσες, το απέραντο γαλάζιο μέχρι εκεί που τελειώνει το μάτι σου, τον ουρανό που ακόμη και τον χειμώνα έμενε καθαρός από σύννεφα, για την βροχή που ήταν λυτρωτική για τα σπαρτά… για… για… Ατελείωτες εικόνες σαν χείμαρρος, προπάντων μυρωδιές, του γιασεμιού και του νυχτολούλουδου να πρωταγωνιστούν με λεπτεπίλεπτες οσμές που θα τις ζήλευαν ακόμη και οι διάσημοι κατασκευαστές αρωμάτων. Και λίγο πριν τα όνειρα γίνουν πραγματικότητα, ήρθε ο έρωτας να χτυπήσει την πόρτα της καρδιάς της ένα πρωινό του Ιουνίου.
Είχε πάει στην θάλασσα με τις αδελφές της και εκείνη καθισμένη στην άμμο έμοιαζε με γοργόνα που λιάζεται ανέμελη στα βράχια. Το νερό καθαρό και λαμπερό, ο ήλιος στην αρχή του ταξιδιού του, οι γλάροι πέταγαν ανέμελα. Μία βάρκα από τα μέσα βγήκε στην ακροθαλασσιά, άραξε στην μικρή προβλήτα και ένας ηλιοκαμένος άντρας κατέβηκε με τα γυμνά του πόδια πατώντας γερά στην άμμο. Είχε τον νου του να την δέσει καλά μην του φύγει πίσω και δεν πρόσεξε τα κορίτσια που έκαναν το μπάνιο τους εκεί γύρω.
– Εεε, νεαρέ, πρόσεχε τις κοπέλες, θα τις χτυπήσεις!, του φώναξε η Μαρίνα δυνατά.
Ο Πάνος, ψαράς στο επάγγελμα, δεν ήταν ντόπιος, είχε έρθει από ένα άλλο μέρος να αναλάβει το καΐκι του γέρου Θωμά, ενός μακρινού συγγενή. Δεν ήξερε κανέναν, το μόνο που τον ένοιαζε ήταν η καλή ψαριά, πρώτος έμπαινε στην θάλασσα, τελευταίος έβγαινε. Οι κόποι του έβρισκαν προκοπή, η ψαριά του έφερνε καλά χρήματα. Έριξε μία ματιά στις κοπέλες χωρίς να πει μία κουβέντα και συνέχισε την δουλειά του. Η Μαρίνα σηκώθηκε να του μιλήσει από κοντά, τίναξε τα ρούχα της από την άμμο, φόρεσε το ψάθινο καπέλο της και στάθηκε μπροστά του ζητώντας τον λόγο.
– Καλά δεν ακούς εσύ; Θα τις χτυπούσες έτσι που βγήκες φουριόζος! Ένα συγνώμη δεν βλάπτει, ξέρεις!
Το βλέμμα της έπεσε κατευθείαν πάνω του. Τα δικά της καστανά μάτια επιτέθηκαν στα δικά του τα πράσινα. Ένας πόλεμος ξεκινούσε, κρυφός στην αρχή, ανεξήγητος. Ο Πάνος την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, μισόκλεισε τα βλέφαρά του και ένα απλό συγνώμη βγήκε από τα χείλια του συνεχίζοντας την δουλειά του.
Τουλάχιστον είπε κάτι, σκέφτηκε η Μαρίνα και του γύρισε την πλάτη. Κάθισε πάλι στην άμμο και άνοιξε το βιβλίο της, οι λέξεις πηδούσαν πάνω κάτω, το μυαλό της είχε μείνει κολλημένο στα πράσινα μάτια. Ποτέ της δεν είχε δει αυτό το χρώμα σε άνθρωπο και κυρίως σε άντρα. Τα γαλανά μάτια τα ήξερε καλά, τα μαύρα, τα καστανά , τα πράσινα ποτέ! Ένα χρώμα που αλλάζει και πότε γίνεται το πράσινο της θάλασσας, πότε της ελιάς. Ευτυχώς οι αδελφές της βγήκαν μετά από την θάλασσα και σε λίγο κίνησαν όλες μαζί για το σπίτι. Η Μαρίνα φεύγοντας έριξε μία κρυφή ματιά προς το μέρος του Πάνου μισοκλείνοντας τα βλέφαρα, εκείνος έβγαζε τα τελάρα με τα ψάρια από την βάρκα, αισθάνθηκε όμως κάποιον να τον παρακολουθεί και ενστικτωδώς σήκωσε το κεφάλι προς την άγνωστη κοπέλα. Οι ματιές συγκρούστηκαν κάπου στην μέση. Ο ήλιος είχε προχωρήσει, ένα ελαφρύ αεράκι σηκώθηκε χαϊδεύοντας τα μάγουλά της. Έριξε το βλέμμα κάτω και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Το βράδυ έφτασε και τα στρώματα βγήκαν έξω στην αυλή. Στην μία άκρη κόκκινες γλάστρες με βασιλικά και κατιφέδες στόλιζαν τον άσπρο τοίχο, ενώ στην άλλη πλευρά έβλεπες τις γαρδένιες και τα γαρίφαλα. Τα κορίτσια ξάπλωσαν πάνω από τα σεντόνια και η κουβέντα ήρθε φυσικά γύρω από τον άγνωστο άντρα. Η Βαρβάρα και η Αγνή δεν έβαλαν γλώσσα μέσα, από πού να ήταν, πώς να τον έλεγαν, τι δουλειά είχε στα μέρη τους. Η Μαρίνα αντιθέτως δεν έβγαλε άχνα, μα τι της συνέβαινε; Ήταν ένα ανεξήγητο συναίσθημα, ποτέ η καρδιά δεν είχε χτυπήσει έτσι, ένιωθε παιχνιδάκι στα χέρια του έρωτα. Ένας βαθύς αναστεναγμός βγήκε από τα μέσα της, σήκωσε τα χέρια ψηλά κάνοντας να πιάσει τα αστέρια, να τα φυλάξει στο στήθος της. Σε λίγο την πήρε ένας γλυκός ύπνος, απόψε η βραδιά δεν είχε ιστορίες, είχε όνειρα.
Το επόμενο πρωινό έφτασε γρήγορα, οι πρώτες ακτίνες του ήλιου έγιναν το φυσικό ξυπνητήρι, τα κορίτσια σηκώθηκαν στο λεπτό. Η Μαρίνα έφτιαξε τον καφέ του πατέρα και συμφώνησε να τον συνοδεύσει στην αγορά για τα ψώνια της ημέρας. Θα έκαναν και μία βόλτα στην ψαραγορά για να βρουν πρωινά, φρέσκα ψάρια. Εκεί τον είδε για δεύτερη φορά, ο πατέρας της κίνησε για τον πάγκο του Πάνου καλημερίζοντάς τον.
-Καλημέρα Πάνο αγόρι μου. Να σου συστήσω την μικρή μου κόρη, την Μαρίνα. Σήμερα η γυναίκα μου θέλει να μας ταΐσει ψάρια, θέλω τα καλύτερα. Γιατί αν δεν είναι φρέσκα όπως τα ζήτησε, ποιος την ακούει;
Τα λόγια του πατέρα της την βρήκαν απροετοίμαστη, τι έκπληξη! Από πού να τον ξέρει άραγε, αλλά πού να τολμήσει να ρωτήσει!
– Καλημέρα, απάντησε ο νεαρός κοιτάζοντας και αυτός έκπληκτος την κοπέλα. Μα τι όμορφη που είναι, σκέφτηκε από μέσα του.
Αυτή η συνάντηση ήταν καθοριστική και οι δύο κατάλαβαν ότι κάτι αιωρείται στον αέρα, σαν ηλεκτρισμός, η ώρα που θα γίνονταν οι αποκαλύψεις δεν άργησε να έρθει. Το απόγευμα η Μαρίνα κατέβηκε στην παραλία για ένα απογευματινό μπάνιο και εκεί τον συνάντησε ξανά. Η καθιερωμένη ετοιμασία, τα δίχτυα να είναι τακτοποιημένα για να πέσουν στα κρύα νερά, να είναι καθαρή η βάρκα, ο Πάνος σήκωσε το κεφάλι κοιτώντας την επίμονα. Η Μαρίνα αισθάνθηκε άβολα και το μόνο που έκανε ήταν να ανταποδώσει το βλέμμα της. Δεν βγήκαν λέξεις από τα χείλη, δεν χρειάστηκε, τα μάτια τα είπαν όλα. Σε λίγο η κοπέλα κίνησε προς το μέρος του καλησπερίζοντάς τον. Ο Πάνος ανταπέδωσε απλώνοντας το χέρι του για να την χαιρετήσει. Αυτά τα χέρια πόσα μπορούν να μαρτυρήσουν, αν θες να ξέρεις το πόσο ταιριάζεις με κάποιον, μία χειραψία είναι αρκετή. Από εκείνη την στιγμή δύο άνθρωποι στάθηκαν στην σκακιέρα της ζωής, έτοιμοι να παίξουν ένα παιχνίδι αξέχαστο. Η αύρα του έρωτα, αγκαλιά με εκείνη της θάλασσας, τους τύλιξε για να τους μεταφέρει στον κόσμο του ονείρου.
Οι τρεις μήνες που ακολούθησαν ήταν παραδεισένιοι, κάθε μεσημέρι περίμενε ένα μήνυμα από τον Πάνο για το πού θα βρίσκονταν το βράδυ. Και γέμιζε τις τσέπες της με τα άσπρα λουλούδια από το γιασεμί για να του γεμίσει τα δικά του χέρια και να τα φιλήσει μετά. Ο ουρανός με τα αστέρια, το φεγγάρι που χόρευε με το νερό της θάλασσας, τα ψάρια, η άμμος που κόλλαγε στα κορμιά τους έγιναν μάρτυρες της αγάπης τους. Ο χρόνος κύλισε τόσο γρήγορα, ο Οκτώβρης έφερε μαζί του την μελαγχολία του φθινοπώρου και η Μαρίνα ετοίμασε τα πράγματά της για να ανέβει την Αθήνα. Αλλιώς περίμενε την αναχώρηση από το νησί, θλίψη και δάκρυα πολλά γέμισαν τα μάτια της όταν μπήκε στο πλοίο.
– Θα σου γράφω! έλεγε και ξανάλεγε η Μαρίνα κοιτώντας τα πράσινα μάτια.
– Μη με ξεχάσεις, θα περιμένω!, απάντησε ο Πάνος.
Όταν έφτασε στον Πειραιά την περίμενε η Θεία Όλγα, το ταξί κατευθύνθηκε για το κέντρο της Αθήνας, αλλιώς φανταζόταν την μεγάλη πόλη με εκείνη μέσα της. Το μυαλό, η ψυχή, όλο της το είναι, είχε μείνει πίσω. Ο Πάνος συνέχισε να ψαρεύει περιμένοντας τον ταχυδρόμο, γράμματα δεν ήξερε πολλά, αλλά κάποιος θα τον βοηθούσε να διαβάσει τις λέξεις που θα του έγραφε η αγαπημένη του. Η Μαρίνα δυσκολεύτηκε στην προσαρμογή της, η θεία της χρειαζόταν μεγαλύτερη βοήθεια, για να ξεχάσει τον πόνο της δούλευε όλο και περισσότερο. Ένα γράμμα είχε προλάβει να του γράψει και αυτό με δυσκολία. Τι να του πρωτοπεί; Το πόσο της έλειπε, το πόσο χαοτική ήταν η Αθήνα; Το πόσο αφιλόξενοι ήταν οι άνθρωποι, το πόσο γρήγορα έτρεχαν τα αυτοκίνητα; Πάλι ο χρόνος έκανε την δουλειά του και αυτή την φορά την έκανε πολύ καλά, ο Πάνος έβαλε τα δυνατά του να αγοράσει το καΐκι του γέρου Θωμά, η θάλασσα είχε γίνει το σπίτι του, οι γλάροι έγιναν μάρτυρες του καημού του, η Μαρίνα έπαιζε τον ρόλο της νοσοκόμας για την θεία της με επιτυχία, έτσι πέρασαν τα πρώτα χρόνια. Στα δεύτερα γενέθλιά της μακριά από το πατρικό της, η θεία Όλγα της έκανε δώρο ένα ημερολόγιο, ‘πάρε το καλή μου να γράφεις τις σκέψεις σου, βοηθάει πολύ’.
Έτσι η Μαρίνα ξεκίνησε την γραφή και χωρίς να το αντιληφθεί, γέμισε τις σελίδες του με τις αναμνήσεις της. Το όνομα Πάνος κυριαρχούσε αρχικά παντού, το συναντούσες τουλάχιστον πέντε φορές στην καθεμία, όσο τελείωναν τα φύλλα όμως τόσο αραίωνε, στο τέλος δεν φαινόταν καθόλου. Μετά από δύο χρόνια κατάφερε να γραφτεί σε μία σχολή δημιουργικής γραφής στο κέντρο της Αθήνας. Είχε εξοικειωθεί με τις λέξεις, με το να αποτυπώνει συναισθήματα και σκέψεις στο χαρτί, η πρόοδός της ήταν ανοδική. Η ευκαιρία για να διακριθεί δεν άργησε να έρθει και ένας καθηγητής της πρότεινε να γράψει το πρώτο της βιβλίο, θέμα, μα τι άλλο; Το νησί της, η θάλασσά της και φυσικά ο έρωτάς της με τα πράσινα μάτια. Έναν τέτοιο έρωτα εύχεσαι να τον συναντήσεις μία φορά στην ζωή σου ή μάλλον να το ζήσεις και να τον ρουφήξεις μέχρι να πλημυρίσουν τα μέσα σου. Οι ήρωες του βιβλίου της, που άκουγαν στα ονόματα Μαρία και Παύλος, με τα ίδια ακριβώς αρχικά όπως και τα δικά της με τον Πάνο, έζησαν έναν ονειρικό έρωτα και μέσα από τις δυσκολίες του κατοχής και του εμφυλίου είχαν καταφέρει να καταλήξουν μαζί, δύο ψυχές σε μία.
Η Μαρίνα δεν τον είχε ξεχάσει ποτέ, όσο κι αν είχε προσπαθήσει να ζήσει χωρίς αυτόν, να αποκοπεί από το νησί της και να ζήσει την ζωή που επιθυμούσε, δεν τα είχε καταφέρει. Στην παρουσίαση του βιβλίου ήρθε πολύς κόσμος, οι δικοί της από το νησί επίσης, από τους οποίους έμαθε ότι ο Πάνος είχε αγοράσει άλλα τρία καΐκια και οι δουλειές του πήγαιναν πολύ καλά.
‘Πολύ προκομένο αυτό το παιδί, αλλά άτυχο’, είπε ο πατέρας της, ‘καλά τα καράβια και οι ψαριές, αλλά μέχρι τώρα δεν έχει βρεθεί καμία να σταθεί δίπλα του. Δεν είναι οι έρωτες για μένα, έτσι λέει σε όλους και χάνεται στις θάλασσες. Δικαιολογίες!’.
Η Μαρίνα πάγωσε, δεν κυκλοφορούσε αίμα στις φλέβες, με δυσκολία κατάφερε να απαντήσει στις ερωτήσεις των κριτικών και των δημοσιογράφων.
Στην πορεία το βιβλίο έγινε μεγάλη επιτυχία, η συγγραφέας πήρε και το πρώτο της βραβείο σαν πρωτοεμφανιζόμενη νέα δημιουργός από την εκδοτική εταιρεία και αργότερα ένας σεναριογράφος της πρότεινε συνεργασία για να γίνει σήριαλ στην τηλεόραση. Ένιωσε την απόλυτη ευτυχία, ένα κορίτσι σαν αυτή από ένα νησί, χωρίς γνωριμίες, είχε καταφέρει να επιβιώσει στην ζούγκλα της Αθήνας, να χρησιμοποιήσει το ταλέντο της και να το αξιοποιήσει στην τέχνη της γραφής και μέσα από αυτή να βγάλει από μέσα της όλα τα κρυμμένα συναισθήματα αγάπης.
Όταν άρχισαν τα πρώτα επεισόδια να παίζονται στην μικρή οθόνη, όλοι είχαν καθηλωθεί στα σπίτια τους, ο πατέρας με τους φίλους του στο καφενείο. Σε ένα μικρό πράσινο τραπέζι καθόταν ο Πάνος μόνος πίνοντας το κρασί του, ένιωσε σαν να βρίσκεται εκείνος πρωταγωνιστής με την Μαρίνα του, είχε ταυτιστεί με τους ήρωες γιατί είχε καταλάβει τι κρύβονταν πίσω από τις λέξεις.
Η Μαρίνα εκείνο το καλοκαίρι κατέβηκε στο νησί και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να τρέξει γρήγορα στην μικρή προβλήτα. Στάθηκε μπροστά σε ένα μεγάλο λευκό καΐκι που έφερε το όνομα ΜΑΡΙΝΑ με μπλε γράμματα. Κοίταζε τον ήλιο που έπεφτε μέσα στην θάλασσα σαν να ήθελε να την αγκαλιάσει, να της μιλήσει για τον κρυφό του έρωτα που ένιωθε και σαν από ντροπή είχε γίνει κόκκινος. Τα πορφυρά του χρώματα αντανακλούσαν στο μπλε της θάλασσας που είχε αρχίσει να σκουραίνει, από τα μάτια της κύλισαν δάκρυα και ένας αναστεναγμός βγήκε από τα υγρά της χείλη. Η φωνή του Πάνου ήχησε στα αυτιά της όπως κάνει το αεράκι όταν φυσάει μαΐστρος δροσερά και ανακουφιστικά. Γύρισε το κεφάλι της, δίπλα της στεκόταν εκείνος κοιτώντας την στα μάτια με εκείνα τα ζαλιστικά πράσινα μάτια.
– Ήρθες! Σε περίμενα!, της είπε με τρεμάμενη φωνή
– Ναι, ήρθα και θα μείνω!, απάντησε εκείνη με σιγουριά.
Ο ήλιος είχε βυθιστεί στο νερό, η νύχτα απλώθηκε σιγά σιγά, ο Πάνος δεν βγήκε εκείνο το βράδυ για ψάρια, κράτησε την αγαπημένη του αγκαλιά μην του φύγει, μετρώντας τα αστέρια ένα ένα δίνοντάς της ένα φιλί σε κάθε μέτρημα. Δεν χώρισαν ποτέ ξανά, μέχρι και στο ταξίδι για την άλλη ζωή έφυγαν με διαφορά λίγων ημέρων. Η αγάπη άργησε, αλλά δεν τους γύρισε την πλάτη.
Δήμητρα Καμπόλη
