Ο κρυφός θαυμαστής – Μέρος 3ο

Προηγούμενο

Γύρισε στο σπίτι της και τα διηγήθηκε όλα στη συγκάτοικό της. Την έβαλε να ορκιστεί ότι δεν έχει καμία ανάμειξη με όλο αυτό, ότι δεν είχε δώσει πληροφορίες για κείνη σε κάποιον. Την ήξερε τόσα χρόνια, μοιράστηκαν μαζί τα τελευταία πέντε χρόνια της φοιτητικής κι όχι μόνο ζωής τους, την πίστεψε, της είχε εμπιστοσύνη. Αλλού έπρεπε να ψάξει.

Ο Θάνος εξαφανισμένος. Είχαν περάσει πάνω από δύο ώρες από τότε που λογοφέρανε έξω από τον παιδότοπο και δεν της έστειλε ούτε ένα μήνυμα, δεν πήρε ούτε ένα τηλέφωνο, να δει πώς ήταν η κοπέλα του. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν ήταν ο εγωισμός ή η αδιαφορία του που τον εμπόδιζε. Ή μήπως την είχε επηρεάσει ο άγνωστος άντρας με όσα της είχε πει; Ήταν αναστατωμένη και με μια απότομη κίνηση, άρπαξε τα κλειδιά της, πέταξε στην συγκάτοικο της ένα ξερό “φεύγω” κι έκλεισε την πόρτα. Λίγη ώρα μετά, άνοιγε το διαμέρισμα του Θάνου. Εκείνος, ξαπλωμένος στον καναπέ, χάζευε τηλεόραση. Όταν την είδε, ανέκφραστος, μίλησε πρώτος.

– Ηρέμησες;
– Αυτό έχεις να πεις;
– Σαν τι περίμενες να πω ρε Σταυρούλα;
– Θάνο με αγαπάς;
– Άντε πάλι! Ρε κορίτσι μου, δεν τα έχουμε πει;
– Όχι! Για την ακρίβεια ένα χρόνο τώρα, εγώ λέω, εγώ ξεγυμνώνω την ψυχή μου, εγώ εκφράζομαι.
– Ωραία! Και τι θέλεις τώρα;
– Για αρχή, να μην έχεις αυτό το ύφος!
– Και τι ύφος να έχω; Μου αφήνεις άλλη επιλογή; Σου υποσχέθηκα ποτέ κάτι παραπάνω από αυτό που μπορώ να σου δώσω;

Η Σταυρούλα πάγωσε. Τον κοιτούσε και ήταν σαν να έβλεπε έναν ξένο απέναντί της. Ο άντρας που πέρασε έναν ολόκληρο χρόνο μαζί του, τώρα, μπροστά της, ήταν ένας ξένος. Δεν του είπε τίποτα, απλά έφυγε, όπως κι εκείνος πριν ώρες. Δεν την εμπόδισε. Δεν την πήρε καν τηλέφωνο να δει αν έφτασε σπίτι, έτσι που έφυγε μες στη μαύρη νύχτα και ταραγμένη.

Όλο το βράδυ στριφογυρνούσε, μάτι δεν έκλεισε. Το πρωί, στον παιδότοπο ήταν χαμογελαστοί και οι δύο, δεν θα επέτρεπαν να δώσουν δικαιώματα, να καταλάβουν κάτι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι. Κάποια στιγμή, χτύπησε το κινητό της, είδε άγνωστο νούμερο, το σήκωσε. Ήταν από το πρώτο δικηγορικό γραφείο που της είχε προτείνει ο κρυφός θαυμαστής της και την ενημέρωσαν ότι η θέση της ανήκει. Ένα επιφώνημα ενθουσιασμού της ξέφυγε και ξαφνικά θυμήθηκε ότι βρίσκεται στον εργασιακό της χώρο. Γύρισε να δει αν είχε καταλάβει τίποτα ο Θάνος, αλλά εκείνος ήταν απορροφημένος στην μεγάλη παρέα με το πάρτι γενεθλίων. Τελείωσε η βάρδιά της, πήγε τον ρώτησε αν θα φύγουν μαζί, χωρίς να του αναφέρει τίποτα για το νέο που μόλις την είχε κάνει τόσο χαρούμενη κι εκείνος ανόρεκτα της είπε ότι έπρεπε να μείνει, αφού το πάρτι δεν τελείωσε. Γύρισε στο σπίτι της κι εκεί που έτρωγε, πήρε το κινητό στα χέρια της. Έπιασε τον εαυτό της να θέλει να του στείλει, να του πει τα νέα, μα ήταν πολύ τολμηρό για τον χαρακτήρα της. Ευχόταν να της στείλει εκείνος κι ας του είπε να το λήξουν, να μη της ξανά στείλει ποτέ. Και τότε…. “Με συγχωρείς. Το παρατράβηξα χωρίς να μου έχεις δώσει το δικαίωμα”.

Η Σταυρούλα ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Σα να διάβασε το μυαλό της. Σα να ήξερε ότι λαχταρούσε να της στείλει μήνυμα. Σκεφτόταν την απάντησή της. Δεν ήθελε να του δώσει θάρρος μα ούτε και να αδιαφορήσει. Αυτός ο άγνωστος άντρας, της προκαλούσε μια γλυκιά αναστάτωση. Σκέφτηκε να αναφερθεί σε ένα ασφαλές θέμα.
“Πριν λίγη ώρα με ειδοποίησαν από το γραφείο του κυρίου Βασιλείου, ότι μου προσφέρουν την δουλειά”.
“Ήμουν σίγουρος! Την αξίζεις την δουλειά! Αυτοί θα κερδίσουν με το που θα ενσωματωθείς στην ομάδα τους”.
“Σε ευχαριστώ, και για την ενημέρωση ότι ψάχνουν άτομο και για τα καλά σου λόγια”
Έστειλε το μήνυμα και σε κλάσματα δευτερολέπτου το μετάνιωσε. Μήπως ήταν τολμηρό; Και γιατί περίμενε με ανυπομονησία να συνεχιστεί ο διάλογος;

“Εύχομαι να είναι η αρχή μιας λαμπρής καριέρας. Είσαι χαρούμενη;”
“Μακάρι, από το στόμα σου και στου Θεού το αυτί! Είμαι ενθουσιασμένη!”
“Πολύ χαίρομαι, αλήθεια! Ο Θάνος, πώς το πήρε που θα φύγεις από το μαγαζί του;”
“Δεν του το είπα ακόμα. Λίγο πριν σχολάσω με ειδοποίησαν, δεν βρήκα τον χρόνο”
“Όπως και να αντιδράσει, αυτή είναι η ευκαιρία σου να λάμψεις! Μείνε προσηλωμένη στο στόχο σου”
“Σε ευχαριστώ πολύ”
“Θα σε αφήσω να το συνειδητοποιήσεις, να το χαρείς και θα ξανά μιλήσουμε”

Ένιωσε τόσο χαρούμενη! Κρατώντας το κινητό στο χέρι, έκανε αυθόρμητα, δύο τρεις σβούρες με ανοιχτά τα χέρια. Πόσο καιρό είχε να νιώσει τόσο ελεύθερη; Πόσο καιρό είχε να κάνει κάτι τέτοιο; Αυτό, το πιο απλό, με ανοιχτά χέρια να κάνει σβούρες, σαν μικρό παιδί! Τελικά πόσες αγαπημένες της συνήθειες είχε εγκαταλείψει για χάρη του Θάνου;
Λίγο αργότερα, τον πήρε τηλέφωνο.
– Θέλω να μιλήσουμε!
– Όχι πάλι κλάψα! Είμαι κουρασμένος.
Η κοπέλα, πήρε μια βαθιά ανάσα. Δεν θα επέτρεπε τίποτα να της χαλάσει την διάθεση.
– Είσαι σπίτι;
– Ναι, μόλις μπήκα.
– Έρχομαι.
Δεν πρόλαβε να πει τίποτα άλλο, ο Θάνος είχε τερματίσει ήδη την κλήση. Η Σταυρούλα έκλεισε τα μάτια της για λίγο, χαμογέλασε και μονολόγησε “ή όλα ή τίποτα”.

Τον βρήκε αραχτό, μπροστά στην τηλεόραση.
– Έχω ένα νέο, του είπε, μπαίνοντας κατευθείαν στο ζητούμενο.
– Ακούω, της είπε ανόρεκτα και χωρίς καν να γυρίσει να την κοιτάξει, με το βλέμμα σταθερό στην τηλεόραση, αποκαρδιώνοντάς την εντελώς.
Έκατσε δίπλα του, τον φίλησε στο μάγουλο και έριξε την βόμβα.

– Από ένα δικηγορικό, που άφησα βιογραφικό, με κάλεσαν πριν λίγη ώρα και πιάνω δουλειά από Δευτέρα!
Μόνο όταν τελείωσε την πρότασή της, γύρισε, την κοίταξε ανέκφραστος και η δική του βόμβα ήταν μεγαλύτερη.
– Γι’ αυτό χαίρεσαι; Σιγά το πράγμα!
Τον κοίταξε με απορία και πίκρα ταυτόχρονα.
– Τι εννοείς; Γιατί να μη χαίρομαι;
– Θα σε έχουν για να βγάζεις φωτοτυπίες και να κάνεις καφέδες! Αλλά κατά τα άλλα θα είσαι σε δικηγορικό γραφείο!

Σηκώθηκε από τον καναπέ, κούνησε το κεφάλι της αποδοκιμαστικά με ένα μορφασμό αγανάκτησης και επεξεργαζόταν τα λόγια της, γιατί αν έλεγε ό,τι είχε μες στη ψυχή της εκείνη τη στιγμή, θα μάλωναν άσχημα.
– Ενώ που κάνω καφέδες για τους πελάτες σου είναι καλύτερα;
– Πιο πολλά λεφτά παίρνεις τώρα, να είσαι σίγουρη.
– Τα όνειρα για σένα δεν έχουν καμία αξία; Α! Ξέχασα! Η αξία μεταφράζεται μόνο σε χρήμα.
– Φυσικά! Τα όνειρα δεν τρώγονται. Και, ΑΝ, καταφέρεις να τα πραγματοποιήσεις. Ο κόσμος εκεί έξω είναι σκληρός. Άλλο τα όνειρα, άλλο η πραγματικότητα.
– Πίστευα πως θα χαιρόσουν για μένα.
– Δεν είμαι νιάνιαρο φοιτητάκος να χαίρομαι με το τίποτα.
– Τίποτα; Τίποτα οι σπουδές μου και τα όνειρά μου;
– Την εμμονή σου με το δικηγοριλίκι δεν την καταλαβαίνω.
– Εμμονή! Μάλιστα! Όλο και καλύτερο γίνεται! Με ωραίες λέξεις με περιγράφεις!
– Είσαι πολύ μικρή ακόμα και…

Δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρόταση του και η Σταυρούλα τον διέκοψε.
– Θυμάσαι ποιος είναι ο αγαπημένος μου ηθοποιός και γιατί;
Ο Θάνος την κοίταξε με απορία.
– Πού κολλάει αυτό;
– Απάντησέ μου.
– Όχι, δεν θυμάμαι. Έχει σημασία;
– Για μένα, μεγάλη! Θα περπατούσες μαζί μου στη βροχή;
– Τι χαζομάρες είναι αυτές τώρα;
– Θα περπατούσες;
– Σου ξαναλέω, δεν είμαι κανένας πιτσιρικάς ανέμελος, να κάνω επιπολαιότητες και καραγκιοζιλίκια.
– Οι άνθρωποι, όταν αγαπάνε, κάνουν και πράγματα έξω από την ζώνη ασφαλείας τους, τσαλακώνονται, γίνονται καραγκιόζηδες,για χάρη του άλλου.
– Γελοιοποιούνται δηλαδή!
– Όχι! Αγαπάνε και νοιάζονται, είναι τα σωστά ρήματα!
– Σταυρούλα, θέλεις να καταλήξεις κάπου; Να μη χρονοτριβούμε!
– Ναι, φυσικά! Θα παραιτηθώ από τον παιδότοπο. Δεν ξέρω αν πρέπει να παραιτηθώ και από σύντροφός σου.
– Σε απαλλάσσω και από τις τρεις μέρες που μένουν, μέχρι τη Δευτέρα, για να μπορέσεις να προετοιμαστείς για τις μεγάλες υποθέσεις, της είπε και το σαρκαστικό χαμόγελό του, την ενόχλησε πάρα πολύ.
– Ειλικρινά, σε λυπάμαι! Έχεις μεγάλα κόμπλεξ! Εύχομαι να βρεις κάποτε την ουσία.
– Αν πρέπει κάποιον να λυπάσαι, αυτή είσαι εσύ! Κοίτα τα δικά σου προβλήματα, θα έχεις πολλά να λύσεις.

Δεν του απάντησε. Τον κοίταξε κατάματα, σα να έψαχνε να βρει, έστω και την ύστατη στιγμή, τον άντρα που ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα ένα χρόνο πριν. Δεν μπορεί να είχε πέσει έξω τόσο πολύ. Ήταν πάντα τόσο προσεχτική στις επιλογές της! Κι όμως, τυφλώθηκε από έρωτα κι ένα χρόνο μαζί του, έχασε τον εαυτό της, της παιδικότητα στον τρόπο ζωής της, την αφέλειά της, την ανεμέλιά της, τις συνήθειές της, για να τον ευχαριστεί, για να την αποδεχτεί, για να συμβαδίζουν.

Ανέβηκε στο μηχανάκι και καθώς γυρνούσε σπίτι της, άρχισε μια καλοκαιρινή μπόρα. Σταμάτησε κάπου, έκατσε κάτω από ένα υπόστεγο κι έστειλε μήνυμα.
“Παραιτήθηκα και από την δουλειά του και από την ζωή του! Θέλεις να περπατήσουμε μαζί στη βροχή;”
“Πού είσαι; Έρχομαι!”

Περίμενε με αγωνία να λυθεί επιτέλους το μυστήριο του θαυμαστή που είχε αγγίξει την ψυχή της, μέσα από ένα κινητό τηλέφωνο. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Ήταν παράτολμη η κίνησή της, μα ήθελε τόσο πολύ να συναντήσει εκείνον που από απόσταση, με επιμονή και ενδιαφέρον είχε εισχωρήσει στο μυαλό και την ψυχή της τόσο, όπως δεν είχε την τόλμη και την διάθεση τελικά, ο άνθρωπος που μοιράστηκε ένα χρόνο από την ζωή της.

Ένα αμάξι πάρκαρε στο σημείο που τον περίμενε. Όταν βγήκε, η έκπληξή της ήταν φανερή στο πρόσωπό της. Ακουγόταν από το cd το αγαπημένο της τραγούδι κι εκείνος, κοιτώντας την στα μάτια, σιγοτραγουδούσε με νόημα τους στίχους. “Σαν τρελός μες στη νύχτα γυρνώ σαν χαμένος απόψε, με σκυμμένο κεφάλι ζαλισμένος το βήμα μου σέρνω. Κάπου κάπου ξεχνιέμαι και νομίζω εσένα πως βλέπω. Απόψε, πού να βρίσκεσαι, πες μου πού πας και τι κάνεις απόψε. Μη μ’ αφήνεις φοβάμαι, την τρέλα της πλάνης μου διώξε…”.

– Εσύ;, ψέλλισε και τον είδε να τείνει το χέρι του προς το μέρος της, εκεί, κάτω από την βροχή
– Χορεύουμε;, την ρώτησε και περίμενε την αντίδρασή της

Χρυσούλα Καμτσίκη

Συνεχίζεται…

One response to “Ο κρυφός θαυμαστής – Μέρος 3ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading