Ξένοι

“Συγνώμη για την ώρα. Θα χρειαστώ οπωσδήποτε βοήθεια αύριο με το στήσιμο της εκδήλωσης. Θα μπορέσεις;”
Η Λουκία ήταν ξύπνια, αν και τρεις το ξημέρωμα, μπροστά από το λάπτοπ, με ένα ποτήρι λευκό κρασί και αρκετή όρεξη για δουλειά. Είχε μόλις κλείσει τη πρώτη της χρονιά ως διακοσμήτρια σε μια εταιρία διοργάνωσης εκδηλώσεων και οι πρωτότυπες ιδέες της, τις οποίες φρόντιζε να υλοποιήσει πάντα με γνώμονα τις προσωπικές επιθυμίες του πελάτη και το μπάτζετ, την έκαναν γρήγορα γνωστή στο χώρο και οι προτάσεις έπεφταν βροχή.
Αυτό το μήνυμα, όμως, δεν το περίμενε.

Ο Πάρης ήταν αδερφός και συγκάτοικος μιας από τις καλύτερες φίλες της, της Νάνσυ, με τον οποίον πάντα αντάλλασσαν καμία κουβέντα οπότε πήγαινε σπίτι τους, πολύ επιφανειακά ωστόσο. Ήξερε ότι ο ίδιος εργαζόταν ως αρχιτέκτονας σε μια μεγάλη πολυεθνική και του είχε ανατεθεί από κοινού με άλλους συναδέλφους να οργανώσουν μια γιορτή για τα δέκα χρόνια επιτυχούς πορείας της εταιρίας στον χώρο της κατασκευής και ανέγερσης πολυτελών κατοικιών σε όλη την Περιφέρεια.

Μετά από περίπου μία ώρα, έπιασε το κινητό στα χέρια της. Διάβαζε το όνομά του πάνω πάνω στην ειδοποίηση και μετά το μήνυμα. Ξανά και ξανά. Δεν ήταν σίγουρη τι και πώς να απαντήσει. Όταν πια αποφάσισε, έγραψε: “Καλημέρα Πάρη. Είμαι ελεύθερη αύριο από τις 5 το απόγευμα και μετά. Δες το και πες μου”, πάτησε το send και μετά έπεσε για ύπνο.

Κοιμήθηκε μόλις τέσσερις ώρες. Φυσικά ξύπνησε με απίστευτη ενέργεια, μιας και είχε παρουσίαση του πρότζεκτ που ολοκλήρωσε το προηγούμενο βράδυ.

Μόνο αφού τελείωσε με την παρουσίαση και είχε φτάσει η ώρα τρεις το μεσημέρι, συνειδητοποίησε ότι δεν είχε διαβάσει την απάντηση του Πάρη. Απλά προσπέρασε την ειδοποίηση το πρωί και της ήρθε σαν flashback τώρα που μπήκε στο αυτοκίνητο για να φύγει. Άνοιξε την εφαρμογή και αναζήτησε το μήνυμα του.
“Στις 6 είναι μια χαρά. Να πούμε σπίτι της Νάνσυ;”

Η Λουκία κοιτάχτηκε στον κεντρικό καθρέφτη και είπε δυνατά στον εαυτό της “Τόσες φορές έχουμε βρεθεί σε αυτό το σπίτι. Και μόνοι μας. Και τίποτα δεν έγινε. Και τέλος πάντων Λουκία, όλα είναι στο μυαλό σου, σύνελθε! Ο άνθρωπος θέλει απλά τη βοήθειά σου”!
Ήπιε δύο μεγάλες γουλιές καφέ και του απάντησε: “Τέλεια, στις 6 θα είμαι εκεί”.

Πήγε σπίτι, έκανε ένα μπάνιο, τσίμπησε κάτι και στην ώρα της χτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματος της Νάνσυ και του Πάρη. Με το που άνοιξε την πόρτα του ασανσέρ, τον είδε απέναντί της. Ψηλός, μελαχρινός, με μακρύ λαιμό, ψηλό κορμό, μαύρα μεγάλα μάτια και καθαρό πρόσωπο.
Ένιωσε ότι κατέβαλε τεράστια προσπάθεια να την βαστάξουν τα πόδια της και να φθάσει μπροστά του.

“Καλησπέρα”, της είπε με χαμόγελο.
“Καλησπέραααα”, απάντησε όλο αμηχανία και περίμενε νόημά του να περάσει. Της πρότεινε να κάτσουν στην τραπεζαρία όπου ήδη είχε ανοίξει το λάπτοπ και είχε στήσει μια μακέτα της εκδήλωσης.
“Πολύ οργανωμένος είσαι”, είπε και έκατσε στην καρέκλα στα δεξιά
“Να φέρω κάτι να πιούμε; Καφέ; Κρασί; Κάτι άλλο;”, ρώτησε με απίστευτη άνεση ο Πάρης
“Ένα κρασί”, απάντησε ενώ ψιθύρισε, “Μη σου πω ολόκληρο μπουκάλι”.
“Ορίστε;”
“Τίποτα, ένα κρασάκι είναι ό,τι πρέπει λέω”, είπε και ο Πάρης κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Επέστρεψε άμεσα, ακούμπησε τα ποτήρια στο τραπέζι και το μπουκάλι στο πάτωμα.
“Ξεκινάμε;”, τον ρώτησε και ο Πάρης αφού σέρβιρε τα ποτήρια τους, άνοιξε το power point και ξεκίνησε να της μιλά για το event και το πώς είχε σκεφτεί να το στήσει. Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος και νιώθοντας ότι βρίσκεται σε γνώριμο έδαφος, χαλάρωσε και άρχισε να του προτείνει κάποιες διορθώσεις τις οποίες ο ίδιος έβρισκε στοχευμένες και την παρακολουθούσε με ιδιαίτερη προσοχή όσο μίλαγε. Όταν πια τελείωσαν είχε νυχτώσει έξω.
“Δεν έχω λόγια να σε ευχαριστήσω!”
“Ε καλά δεν έκανα και τίποτα!”
“5 ώρες δεν το λες και τίποτα. Λοιπόν, θα κάτσεις να τελειώσουμε το μπουκάλι και θα παραγγείλουμε σούσι. Τι λες;”
Η Λουκία δεν ήξερε αν έπρεπε να δώσει καταφατική ή αρνητική απάντηση.
“Θα εκλάβω τη σιωπή ως απάντησή σου. Έλα, πάμε να κάτσουμε στο μπαλκόνι”

Ο Πάρης έκανε την παραγγελία ηλεκτρονικά και για να την ξεκομπλάρει άρχισε να την ρωτάει για τη δουλειά της. Και τα κατάφερε. Το φαγητό ήρθε, το ένα μπουκάλι έγιναν δύο και τα δύο ατελείωτο γέλιο και συζητήσεις.
“Πω πω πέρασε η ώρα!”, είπε η Λουκία κοιτάζοντας το ρολόι της “…καλύτερα να πηγαίνω, να μην ενοχλώ”
“Δεν ενοχλείς”
“Ε πώς, έχεις και τη δουλειά να τελειοποιήσεις”
“Έχω ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο για αυτό. Μείνε. Μου αρέσει η παρέα σου”
“Ισχύει, οι κουβέντες μας κι εμένα μου αρέσουν”
“Μόνο οι κουβέντες;”, τη ρώτησε ο Πάρης και σηκώνοντας την καρέκλα του έκατσε απέναντί της. Εκείνη καθόταν οκλαδόν και βιάστηκε να ισιώσει τα πόδια της, όμως την απέτρεψε βάζοντας τα χέρια του στα γόνατά της.
“Θέλω να νιώθεις άνετα κοντά μου”, συνέχισε και έσκυψε προς το μέρος της

Η Λουκία ένιωθε την ανάσα του που μύριζε κρασί και χωρίς πια να υπάρχει κάτι που να την εμποδίζει, ακούμπησε τα χείλη της στα δικά του. Το φιλί που ακολούθησε ήταν ατελείωτο. Σαν να το περίμεναν και οι δύο καιρό. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο Πάρης την σήκωσε στην αγκαλιά του και ξάπλωσαν στο πάτωμα του σαλονιού. Τα ρούχα δεν άργησαν να αφαιρεθούν από τα κορμιά τους ώστε μέσα στη ζάλη και το πάθος να γίνουν ένα.

Η Λουκία ένιωθε καθ’ όλη την διάρκεια σαν να γνώριζε ο Πάρης ακριβώς ποιο μέρος του κορμιού της να αγγίξει, κάτι που ευχαριστούσε ιδιαίτερα και τον ίδιο κάθε φορά που την ένιωθε να τρέμει στην αγκαλιά του.

Το Σαββατοκύριακο πέρασε χωρίς να ανταλλάξουν κανένα μήνυμα, χωρίς καμία επαφή. Η Λουκία δεν μπορούσε να βγάλει από τη μυαλό της εκείνη τη νύχτα και ούτε και η ίδια ήξερε πώς κρατιόταν και δεν το εξομολογούνταν στη Νάνσυ. Δεν ήξερε γιατί είχε παγιωθεί στο μυαλό της ως κάτι που θα έπρεπε να μείνει κρυφό…

Δεν μίλησαν τελικά για μέρες, μέχρι που η Νάνσυ επέστρεψε από το εξωτερικό και ο πρώτος άνθρωπος που ήθελε να δει ήταν η Λουκία, γι’ αυτό και κανόνισαν έξοδο για ποτό σε ένα μπαράκι κοντά στο σπίτι της.

Φυσικά η Λουκία ήθελε πάρα πολύ να δει τη φίλη της, αλλά ήλπιζε να πετύχει και τον Πάρη. Να καταλάβει γιατί δεν απάντησε στα μηνύματά της σχετικά με το event και γενικότερα γιατί απομακρύνθηκε έτσι. Ακόμα κι αν το μόνο που ήθελε ήταν ένα one night stand, αυτό δεν θα έπρεπε να σημαίνει ότι θα κόψουν κάθε επαφή. Εξάλλου ήταν και η Νάνσυ στη μέση…

Όσο οι δύο τους απολάμβαναν το ποτό και μοιράζονταν τα νέα τους, η Λουκία έπιασε με την άκρη του ματιού της μια γνώριμη φιγούρα. Γύρισε διακριτικά και είδε τον Πάρη αγκαλιά με μια άλλη κοπέλα στον απέναντι δρόμο. Τα αυτιά της άρχισαν να βουίζουν και είχε γίνει πια εμφανές το πού κοίταζε.
“Α, ο Πάρης και η Χαρά!”, είπε η Νάνσυ και κούνησε το χέρι της

Η Χαρά τις πήρε είδηση και πιάνοντας τον Πάρη αγκαζέ, τις πλησίασαν. Η Λουκία δεν το άντεξε! Πήρε την τσάντα της, άφησε δέκα ευρώ στο τραπέζι κι έφυγε. Δεν χαιρέτησε κανέναν. Μπήκε στο αυτοκίνητό της, βρόντηξε την πόρτα και ακούμπησε το κεφάλι της στο τιμόνι. Μετά από λίγο κοιτάχτηκε στον μεσαίο καθρέφτη και είπε στον εαυτό της: “Όλα ήταν στο μυαλό σου τελικά Λουκία! Για αυτόν είσαι απλά μια ξένη!”.

Η πόρτα του συνοδηγού άνοιξε και δίπλα της έκατσε ο Πάρης.
“Έχεις θράσος! Βγες έξω!”
Ο Πάρης έσκυψε να την φιλήσει.
Η Λουκία έβαλε τα χέρια της στο στήθος του και τον σταμάτησε
“Η αδελφή σου και η γκόμενά σου είναι στο μαγαζί! Βγες έξω!”
“Θα βγω. Πες μου ότι δεν θέλεις να μείνω εδώ και θα βγω”, της είπε με μια απίστευτη ηρεμία στη φωνή

Η Λουκία δεν μπορούσε να βρει τη μιλιά της. Έτσι, εκείνος άρχισε να της αφηγείται, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα, τα όσα ειπώθηκαν στην εκδήλωση και να εκθειάζει όσα είχαν φτιάξει μαζί. Την ενημέρωσε ότι ανέφερε και το όνομά της και άφησε το μέιλ της σε μεγάλα ονόματα του χώρου, που μια συνεργασία μαζί τους θα της επέφερε μεγάλα έσοδα. Έκλεισε αυτόν τον μονόλογο με τη φράση: “Δεν έχω ξανανιώσει έτσι με άλλη γυναίκα στο κρεβάτι. Σε θέλω. Τώρα. Αφέσου!”

Η Λουκία δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Ήθελε να τον βρίσει και ταυτόχρονα να τον νιώσει δικό της.

Αφού πέρασε την παλάμη του στο σβέρκο της και την τράβηξε προς το μέρος του, φιλήθηκαν με το ίδιο πάθος και την επόμενη στιγμή ήταν ξαπλωμένοι στα πίσω καθίσματα. Ο Πάρης την έγδυνε με μανία κι εκείνη ένιωθε τόσο ευάλωτη στα χέρια του, που ακολουθούσε τις κινήσεις του. Δεν άργησε πολύ να πραγματοποιήσει την επιθυμία της και να τον νιώσει μέσα της. Δεν ήθελε να τελειώσει ποτέ αυτή η στιγμή τους. Και αν και κράτησε αρκετά, το τέλος τους βρήκε να ντύνονται όπως όπως και τον Πάρη να τη φιλά πεταχτά και να βγαίνει από το αυτοκίνητο.

Η Λουκία τα έβαλε με τον εαυτό της. Ένιωθε τιποτένια τη μια στιγμή και γεμάτη την άλλη. Είχε κοροϊδέψει τον εαυτό της και την άλλη κοπέλα, αλλά για λίγο τον είχε δικό της. Να της κάνει ατελείωτο έρωτα, να την αγγίζει και να της μιλάει όπως κάνεις μέχρι σήμερα δεν το είχε κάνει.

Δεν τόλμησε να του ξαναστείλει μήνυμα. Για τον κόσμο ήταν δύο ξένοι. Κάθε φορά που βρίσκονταν όμως στο αυτοκίνητό της, εκείνος πρώτος τη φιλούσε, μιλούσαν για ώρες και ξάπλωναν στα πίσω καθίσματα.

Σε μια νύχτα όλα άλλαζαν και σε μια νύχτα γίνονταν πάλι ξένοι.

Αγγελική Ανδριοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading