«Γέλασα σήμερα;». Αυτό ρώτησε τον άντρα της η Μαίρη και αμέσως το θεώρησε καθήκον του να επανορθώσει. Το ανέκδοτο που της είπε ήταν τόσο κρύο, που τελικά γέλασαν και οι δύο μαζί.
«Όταν όλα γύρω σου είναι τόσο άσχημα, πού βρίσκεις την όρεξη να γελάς;» την είχε ρωτήσει στην αρχή της γνωριμίας τους, πριν την ζήσει εν δράση.
Την Δευτέρα, η Μαίρη συνάντησε στην τράπεζα τον κύριο Στάθη, που είχε χάσει την επί 30 χρόνια γυναίκα του μόλις λίγους μήνες πριν. Η πληγή του ήταν ανοιχτή και όλοι μπορούσαν να την δουν. Αλλά έκατσε δίπλα του η Μαίρη. Της έδειξε μια φωτογραφία που τράβηξε τις προάλλες με τα εγγόνια του. Εκείνη του είπε ότι ο σκύλος του, ο Ρανταπλάν, που φαινόταν να τρέχει στο βάθος, ήταν η τέλεια πινελιά στην φωτογραφία. Και τότε αντιλήφθηκε ότι τα εγγόνια του είχαν ποζάρει ο ένας δίπλα στον άλλο ανά ύψος.
«Οι Ντάλτονς!» γέλασε με την ψυχή του ο ηλικιωμένος.
Την Τρίτη, έδωσε την σειρά της στο σούπερ μάρκετ σε μια γνωστή της από την γειτονιά. Ο μικρός της ήταν 3 ετών και έτρεχε ζωηρά πάνω κάτω τραβώντας όλα τα βλέμματα. Κάποια ήταν αποδοκιμαστικά, αλλά όχι της Μαίρης, που πάντα θυμόταν ότι οι μεγάλοι πρέπει να γίνουν σαν τα παιδιά και όχι το ανάποδο.
«Ευχαριστώ», της είπε η γυναίκα και άρχισε να περνάει τα ψώνια της.
«Νόμιζα ότι μου είχες πει ότι κόψατε την πάνα», παρατήρησε όμως ότι ήταν το μικρό νούμερο.
«Προμήθειες», χάιδεψε τη κοιλιά της.
«Ω! Με το καλό!»
«Δεν ξέρω τι θα γίνω…»
«Αρχηγός της συμμορίας», την βοήθησε να τακτοποιήσει τις τσάντες και απασχόλησε τον μικρό ρωτώντας τον πώς περνάει στον παιδικό.
«Πες το ψέματα», γέλασε και είδε έναν κύριο να προσφέρεται να την βοηθήσει να πάει τις τσάντες στο αυτοκίνητο. Τότε είπε ξανά ευχαριστώ από μέσα της, γιατί το παράδειγμα της Μαίρης έγινε παράδειγμα και για τους υπόλοιπους.
Την Τετάρτη, έκανε βόλτα με τον άντρα της στο πάρκο και έπιασαν κουβέντα με έναν νεαρό που έβγαζε βόλτα το σκύλο του. Ήταν ένα ημίαιμο που είχε μαζέψει από το δρόμο και είδε σε αυτό, τον φίλο που κανείς άλλος δεν παρατήρησε.
«Τυχερό πλάσμα!», του είπε ο άντρας της.
«Πολύ ζωηρός όμως, αναρωτιέμαι πόσο θα κρατήσει ακόμα. Δεν θα μου μείνει παπούτσι στο τέλος».
«Πόσο είναι τώρα;» ρώτησε η Μαίρη και έσκυψε να τον χαϊδέψει.
«Δέκα μηνών», απάντησε ο νεαρός.
«Α! Η εποχή των δεινοσαύρων!» δήλωσε και ο νεαρός γέλασε γιατί ταυτίστηκε απόλυτα.
Την Πέμπτη, πήγαν στην λαϊκή να προμηθευτούν φρέσκα λαχανικά και φρούτα. Εκεί που σταμάτησαν στον πάγκο με τις ντομάτες, φωνάζει ο άντρας πίσω από τον πάγκο «καλώς την όμορφη κοπελιά» και η Μαίρη βλέπει να στέκεται δίπλα της μια μεγάλη γυναίκα.
«Έχουμε και τα τυχερά μας», την σκούντησε.
«Σίγουρα δεν σας ενοχλεί η προσφώνηση;» ρώτησε η Μαίρη και η γυναίκα χαμογέλασε.
«Εκτιμώ την ανησυχία σου», της εξήγησε ότι είναι χρόνια χήρα και το εκλαμβάνει ως κομπλιμέντο.
«Τότε, αν θέλει η νύφη και ο γαμπρός…», ανασήκωσε τους ώμους και η γυναίκα γέλασε και την αγκάλιασε.
Την Παρασκευή το βράδυ, της χτύπησε την πόρτα η γειτόνισσα για να ζητήσει βοήθεια σε κάτι. Ο άντρας της έλειπε σε επαγγελματικό ταξίδι και της Μαίρης έφυγε Σαββατοκύριακο να δει τους γονείς του.
«Λοιπόν, τι λες;» στάθηκαν πάνω από το σκυλάκι με το χτυπημένο πόδι.
«Θα το αναλάβω», είπε με το ύφος της ευθύνης που δεν σε αφήνει να προσπεράσεις τον πόνο του άλλου. «Κουτσά, στραβά στον Άγιο Παντελεήμονα!» είπε και η γειτόνισσα της γέλασε ευχαριστημένη.
Σάββατο πρωί, οι δύο γυναίκες έκαναν οτοστόπ για να κατέβουν στην πόλη.
«Α, ρε Μαίρη ποιος να μου το έλεγε ότι θα ξαναζούσα κάτι τέτοιο!».
«Επικίνδυνες αποστολές 6!», γέλασαν και οι δύο.
Έφτασαν στον κτηνίατρο που ανέλαβε και τακτοποίησε το σκυλάκι βάζοντας νάρθηκα.
«Δεν μπορώ να πω με σιγουριά, αλλά μάλλον έχει νινάκια», τους δήλωσε.
«Όπα, τι είναι αυτά;»
«Μωράκια ,καλέ!»
«Άντε, βρε Δάφνη, θα γίνουμε πάλι γιαγιάδες!» γέλασε ο κτηνίατρος που τελικά είχε άδικο μιας και χωρίς υπέρηχο, προέβλεψε λάθος την εγκυμοσύνη.
Κυριακή πρωί, στο σχόλασμα της εκκλησίας, η Μαίρη και η Δάφνη συζητούσαν ποια από τις δύο θα κρατούσε τελικά το σκυλάκι, πότε θα κανόνιζαν την στείρωση και ό,τι άλλο θα έκαναν για την ευζωία του. Τους άκουσε και πλησίασε ένας ηλικιωμένος που το ζήτησε για το κυνήγι.
«Ακόμα κυνηγάς στην ηλικία σου, κυρ Νίκο;»
«Εξαρτάται», είπε πονηρά.
«Ακόμα δεν πάτησες έξω από την εκκλησία και κάνεις καμάκι στην φιλενάδα μου;» δεν κρατήθηκε η Μαίρη.
«Αν είναι το τυχερό μου;»
«Ούτε τον σκύλο δεν σου δίνω, λες να σου δώσω την φίλη μου;» έσκασαν στα γέλια και αυτές και όσοι άκουγαν.
«Πες μας το μυστικό σου, Μαίρη, πού βρίσκεις την όρεξη να γελάς τόσο πολύ;» ρώτησε μια ενορίτισσα που αποχώρησε τελευταία. Ήταν μια ερώτηση που άκουγε συχνά.
«Αν κάνεις τις σωστές ερωτήσεις, θα καταλάβεις πόσο αγαπάς τον εαυτό σου», της απάντησε και έφυγαν αγκαζέ. Μέχρι την επόμενη εβδομάδα, που κάθε μία μέρα θα ήταν μια ευκαιρία να χαρίσει αγάπη και κατανόηση και να ρωτήσει τον εαυτό της στο τέλος της μέρας αν γέλασε σήμερα.
CC
