Κάθε μέρα η ίδια ιστορία. Η Μαργαρίτα δεν ήθελε να πάει στο σχολείο. Της ήταν τόσο δύσκολο και ένιωθε να πνίγεται κάθε φορά που έκλεινε πίσω της την πόρτα του σπιτιού. Έλεγε στη μαμά της πως δεν μπορούσε να πάει σχολείο και πάντα έβρισκε μια δικαιολογία, άλλοτε έναν πονοκέφαλο, άλλοτε ένα πονεμένο πόδι. Το οποίο, όπως έλεγε, ακόμα την ενοχλούσε, παρ’ όλο που το είχε στραμπουλίξει όταν ήταν πέντε χρονών. Ήταν το «δεκανίκι» της, το άλλοθι που τη βοηθούσε να αποφεύγει τη μέρα που την τρομοκρατούσε.
Το μαρτύριό της είχε ξεκινήσει στα μισά του δημοτικού, όταν οι συμμαθητές της άρχισαν να την κοροϊδεύουν για τα παραπανίσια κιλά της. Δεν ήταν μόνο τα σχόλια για την εμφάνισή της. Κάποιοι την υποτίμησαν, αμφισβητώντας τη νοημοσύνη της και κάνοντάς την να νιώθει ανίκανη και τόσο μόνη. Κάθε λέξη τους ήταν σαν μικρή βελόνα στην καρδιά της και εκείνη δεν ήξερε πως να προστατευτεί.
Σκόρπια, σε συζητήσεις με τη μαμά της ή πολλές φορές σε διαλόγους στο μυαλό της που ποτέ δεν κατάφερε να κάνει, η Μαργαρίτα είχε πει πως τα παιδιά στο σχολείο την ενοχλούσαν. Πως ήθελε να μένει μόνη στα διαλείμματα ή, το πολύ πολύ, με τους μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού φίλους της. Κάθε μέρα ένιωθε πως έπρεπε να αποδεικνύει την αξία της, να δείξει πως άξιζε να είναι μέρος της παρέας, να κερδίσει μια θέση ανάμεσά τους.
Δεν ήταν μόνο τα παιδιά του σχολείου της που την κορόιδευαν. Παιδιά της ηλικίας της, ακόμη κι από διαφορετικά σχολεία, έμοιαζαν να ψάχνουν ευκαιρία να την εκφοβίσουν. Σαν να είχε πάνω της ένα σημάδι που τα προκαλούσε, έναν αόρατο στόχο.
Όπως εκείνο το μεσημέρι, μετά το σχολείο, όταν περπατούσε ανέμελη με έναν από τους αγαπημένους της φίλους, τον Νικόλα. Τον Νικόλα… που διάλεξε να φύγει πολύ νωρίς απ’ τη ζωή. Πιθανότατα γιατί δεν άντεξε τα πικρά σχόλια των γύρω του. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία…
Εκείνη τη μέρα, καθώς περπατούσαν μαζί, κάποια παιδιά από το διπλανό δημοτικό τους σταμάτησαν. Χωρίς λόγο, χωρίς αφορμή. Άρχισαν να τη χλευάζουν, με τον ίδιο πληγωτικό τρόπο. Ένα από τα δύο παιδιά, μασώντας κάτι στο στόμα του, την πλησίασε και την έφτυσε στο πρόσωπο. Μασημένα μανταρίνια. Η μυρωδιά την χτύπησε πρώτη, αυτή η γλυκόξινη, γνώριμη μυρωδιά. Πάντα της θύμιζε τη φροντίδα της μαμάς της. Κάθε χειμώνα της έβαζε δυο μανταρινάκια στην τσάντα, με το ίδιο γλυκό μοτίβο: «Δύο σου βάζω Μαργαρίτα μου, ξέρω πόσο σ’ αρέσουν». Κι εκείνη χαμογελούσε πάντα.
Η Μαργαρίτα δεν μίλησε. Ούτε έκλαψε. Δεν ήξερε τι να νιώσει πρώτα. Αμηχανία, ντροπή ή θυμό; Στεκόταν παγωμένη, με το πρόσωπό της υγρό και τα μάτια του Νικόλα καρφωμένα πάνω της, γεμάτα σιωπηλή συμπόνια. Και έτσι αμίλητοι συνέχισαν στον δρόμο προς τη γειτονιά τους.
Γυρίζοντας στο σπίτι, η Μαργαρίτα διηγήθηκε στους γονείς της τι είχε συμβεί. Εκείνοι την άκουσαν με προσοχή, την αγκάλιασαν με αγάπη και τη βοήθησαν να αλλάξει και να πλυθεί. Ήταν φανερά αναστατωμένοι, αλλά προσπάθησαν να μείνουν ήρεμοι. Της εξήγησαν πως η συμπεριφορά των άλλων παιδιών δεν είχε να κάνει με την ίδια, αλλά με το πώς είχαν μεγαλώσει. Πόση αγάπη είχαν, ή δεν είχαν δεχτεί μέσα στο δικό τους σπίτι. Της είπαν πως εκείνη δεν φταίει και πως η αξία της δεν εξαρτάται από τα λόγια κανενός.
Ο πατέρας της ρώτησε αν η Μαργαρίτα γνώριζε ποιο ήταν αυτό το παιδί και τους εξήγησε πως δεν γνώριζε το όνομά του, παρά μόνο ότι πήγαινε στο διπλανό δημοτικό σχολείο.
Το μοτίβο στο σχολείο παρέμενε σχεδόν το ίδιο, παρόλο που οι γονείς της Μαργαρίτας είχαν ενημερώσει τον δάσκαλό της, τον κύριο Χριστόπουλο, πως το παιδί τους υπέφερε από τον καθημερινό εκφοβισμό. Ο κύριος Χριστόπουλος, ξαφνιασμένος, υποστήριξε πως δεν είχε υποπέσει κάτι στην αντίληψή του μέχρι τότε. Με τη σειρά του, ζήτησε από τη Μαργαρίτα να τον ενημερώσει αν τα παιδιά την πείραζαν ξανά.
Η στιγμή εκείνη δεν άργησε να έρθει. Και όταν η Μαργαρίτα αποφάσισε να του μιλήσει, εκείνος αντί να δείξει κατανόηση της απάντησε: «Μαργαρίτα, νομίζω ότι λες ψέματα. Εγώ δεν είδα και δεν άκουσα τίποτα. Εμένα γιατί δεν με κοροϊδεύουν που είμαι χοντρός;»
Η Μαργαρίτα τον κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα και του είπε: «Μα κύριε, είσαστε ο δάσκαλος! Σας φοβούνται. Μήπως και δεν τους βάλετε καλούς βαθμούς. Για αυτό δεν λένε τίποτα σε εσάς. Εμένα δεν με αφήνουν σε ησυχία και δεν αντέχω άλλο, αλήθεια!»
Ο κύριος Χριστόπουλος πήρε μια βαθιά ανάσα και της απάντησε ξερά, βάζοντας βιαστικά τα διαγωνίσματα στην τσάντα του: «Καλά. Θα δούμε αύριο»
Σε αντίθεση με το πώς ένιωθε στο σχολείο, στο σπίτι η Μαργαρίτα ήταν ένα εντελώς διαφορετικό παιδί. Ήταν πάντα έξυπνη και δημιουργική, γεμάτη όνειρα και ιδέες, και απολάμβανε την αμέριστη αγάπη της οικογένειάς της. Εκεί ήταν το καταφύγιό της, το μέρος όπου ένιωθε αποδεκτή και ασφαλής. Όμως κάθε πρωί, βγαίνοντας από το σπίτι, όλα αυτά γίνονταν μια σύγκρουση. Η αγάπη και η σιγουριά του σπιτιού συγκρούονταν με τον φόβο και την αμφισβήτηση που τη βασάνιζαν στο σχολείο.
Η Μαργαρίτα περίμενε πώς και πώς να κλείσουν τα σχολεία για το καλοκαίρι. Η εποχή ξεγνοιασιάς και χαράς που λαχταρούσε! Βόλτες με το ποδήλατο, ζωγραφική στη βεράντα και μουσική που δεν έλειπε ποτέ. Ή ακόμα και εκείνες τις μέρες στο χωριό στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς. Αυτή η προσωρινή χαρά γέμιζε την καρδιά της, αλλά στο πίσω μέρος του μυαλού της ήξερε πως το καλοκαίρι ήταν ακριβώς αυτό. Προσωρινό.
Τα πράγματα δυσκόλεψαν ακόμα περισσότερο όταν πήγε στο γυμνάσιο. Εκεί βρέθηκε με αρκετούς νέους συμμαθητές από άλλα σχολεία και γενικότερα παιδιά που δεν γνώριζε. Η ανασφάλεια μεγάλωσε, και η Μαργαρίτα ένιωθε ξανά ξένη ανάμεσα σε άγνωστα πρόσωπα.
Δεν άργησαν να ξεκινήσουν τα καινούρια προβλήματα με τα παιδιά του σχολείου, όσο κι αν προσπαθούσε να είναι διακριτική, χωρίς να προκαλεί. Κάποια μεγαλύτερα παιδιά άρχισαν να τη φωνάζουν “τέρας”, πνιγμένα στα γέλια. Έτρεχαν γύρω της στους διαδρόμους την ώρα του διαλείμματος, στήνοντας έναν κύκλο που δεν την άφηνε να ξεφύγει.
Άρχισε να κλείνεται περισσότερο στον εαυτό της και να φοβάται για το τι θα γίνει την επόμενη μέρα. Ακόμα και οι συμμαθήτριες που έκαναν παρέα έτρεχαν να βγουν από την τάξη για να μην τις προλάβει βγαίνοντας για διάλειμμα. Άλλοι της φώναζαν «Μοιάζεις με άντρα», «Βρωμάς σαν ψοφίμι», «Αν ποτέ χάσεις κιλά ίσως και να γίνεις όμορφη» και άλλα τέτοια βαθιά πληγωτικά λόγια που πρόσθεταν κι άλλα βαρίδια στην καρδιά της.
Ήθελε να τελειώσει γρήγορα και να πάει στο φροντιστήριο αγγλικών ή στο σπίτι, ακούγοντας την αγαπημένη της ξένη μουσική. Άλλωστε, αυτός ήταν και ο κυρίως λόγος που ήθελε να μάθει αγγλικά. Ήθελε να μπορεί να τραγουδάει τα τραγούδια που της άρεσαν και να καταλαβαίνει τους στίχους. Βέβαια, ακόμα και για αυτό κάποιοι συμμαθητές της είχαν να πουν κάτι. Σχολίαζαν την προφορά της στα αγγλικά, πιστεύοντας πως ήταν επιδεικτικά ψεύτικη. Ενώ η αλήθεια απείχε πολύ από αυτό.
Συνηθισμένη πια από την καθημερινή λεκτική βία, άρχισε να μην δίνει πολλή σημασία. Μέχρι που μια μέρα, ένας συμμαθητής της την κοίταξε ψυχρά στα μάτια και της είπε: «Είσαι τόσο άσχημη που δεν θα σε φιλήσει ποτέ κανείς. Και κάθε φορά που σε φιλάει ο μπαμπάς σου στο μάγουλο, εσύ καyλwνεiς».
Η Μαργαρίτα σαστισμένη στάθηκε για λίγο και έφυγε να κρυφτεί στις τουαλέτες για να κλάψει. Αναγούλιασε από την ωμή χυδαιότητα και δεν μπορούσε να χωρέσει ο νους της πώς ένα παιδί μπορούσε να σκεφτεί, πόσο μάλλον να ξεστομίσει, κάτι τέτοιο.
Εκείνη τη μέρα ένιωσε πόνους στο σώμα της, σαν να ράγιζε από μέσα. Βαθιά λυπημένη γύρισε στο σπίτι και, κλείνοντας δυνατά την πόρτα του δωματίου της, με τη μουσική στο τέρμα, άρχισε να κλαίει ξανά ενώ καθόταν στο κρεβάτι της.
Μαρτύριο. Κάθε μέρα μαρτύριο. Δεν έλεγε τίποτα σε κανέναν. Πάλευε μόνη της. Αναρωτιόταν αν τελικά είχαν δίκιο. Αν της άξιζε μόνο τέτοια συμπεριφορά. Αν ήταν όντως το τέρας που έβλεπαν οι άλλοι. Με τέτοια εμφάνιση, καλά της έκαναν. Μόνο πόνος της άξιζε, έτσι άρχισε να σκέφτεται. Ίσως να μην της αξίζει να ζει.
Πόσες φορές έφτασε τα πρόθυρα να κάνει κακό στον εαυτό της. Άρχισε να αυτοτραυματίζεται και να τρώει ακόμη περισσότερο. Οι γονείς της προσπάθησαν να τη βοηθήσουν, αλλά η Μαργαρίτα ζούσε σε έναν διαρκή θυμό. Δεν ήθελε να ακούσει τίποτα και κανέναν. Οι σκέψεις της πήγαιναν όλο και πιο κοντά στο κακό, όλο και πιο κοντά στην καταστροφή. Δεν άντεχε άλλο.
Το ξαφνικό άνοιγμα της πόρτας του δωματίου την ξύπνησε από τις σκέψεις της. Η μικρή της αδερφή, η Αγγελική, μπήκε στο δωμάτιο και τη ρώτησε αν ήθελε να πάνε μαζί στο πάρκο. Η Μαργαρίτα την αγκάλιασε και της έγνεψε καταφατικά. Αν και η Αγγελική ήταν σχεδόν έξι χρόνια μικρότερη, πάντα έκαναν βόλτες μαζί, άλλες φορές περπατώντας παράλληλα στις ράγες του τρένου και άλλες φορές με τα ποδήλατα κοντά στο ποτάμι. Η Μαργαρίτα ένιωθε ασφαλής με την μικρή της αδερφή και ήξερε πως πάντα, αν και μικρότερη είχε μια δική της ώριμη, ήρεμη δύναμη.
Στο πάρκο η Αγγελική έπαιζε με τα άλλα παιδάκια και η Μαργαρίτα, καθισμένη σε ένα παγκάκι, την παρακολουθούσε χαμογελώντας απαλά. Χαιρόταν που αδερφή της έπαιζε ανέμελα με τα υπόλοιπα παιδιά και ευχόταν μια μέρα οι άλλοι να προσπεράσουν την εικόνα της και να δουν ποια πραγματικά είναι.
Κοίταξε τα παιδιά που έτρεχαν τριγύρω μαζί με την αδερφή της. Θυμήθηκε τους τρεις φίλους της από το δημοτικό, όλα αγόρια, που κάποτε ήταν συνέχεια μαζί. Παίζανε σχεδόν σε κάθε διάλειμμα σαν μικρή συμμορία. Κι υστέρα όλο αυτό άλλαξε. Τα αγόρια άρχισαν να μεγαλώνουν και το moto τους ήταν «Boys only» φάση. Η Μαργαρίτα κοίταξε στον ουρανό και κάπου εκεί ανάμεσα στα σύννεφα έστειλε μια ευχή. Η ώρα είχε περάσει και έπρεπε να γυρίσουν σπίτι. Με ένα νεύμα η Αγγελική ήρθε κοντά της και της ζήτησε να μείνουν άλλα πέντε λεπτά, η Μαργαρίτα χαμογέλασε και συμφώνησε.
Φτάνοντας στο σπίτι ο μπαμπάς τους καλωσόρισε και πήρε την Μαργαρίτα στην άκρη για να της μιλήσει.
«Μαργαρίτα, ξέρω πολύ καλά τις δυσκολίες που περνάς στο σχολείο. Ξέρω πως μαζί μας νιώθεις ασφαλής, αλλά δεν γίνεται να είσαι συνέχεια με τους μεγάλους ή την αδερφή σου. Θέλω όμως, σε παρακαλώ, να βρεις μια φίλη πραγματική. Δεν είναι δυνατόν σε όλο το σχολείο να μην υπάρχει ένα κορίτσι με καλή ψυχή»
«Μπαμπά δεν θέλω να στεναχωριέσαι για εμένα. Εγώ περνάω καλά μαζί σας!»
«Ναι βρε κορίτσι μου, αλλά δεν γίνεται. Πρέπει να συναναστρέφεσαι και με παιδιά της ηλικίας σου! Κάποιο παιδί εκεί έξω θα θέλει να γίνετε φίλοι!»
«Νομίζω πως το μόνο κορίτσι που μπορώ να σκεφτώ είναι η Ελπίδα, πάντα μου μιλάει ευγενικά και είναι στην ηλικία μου. Πηγαίνουμε μαζί στο φροντιστήριο αγγλικών, αλλά στο σχολείο είναι σε άλλο τμήμα οπότε δεν έχω πολύ θάρρος να της μιλήσω»
Ο μπαμπάς της χωρίς να μιλήσει, πήγε προς το σαλόνι και γύρισε πίσω με τον τηλεφωνικό κατάλογο στα χέρια.
«Ορίστε ο κατάλογος. Βρες τον αριθμό του σπιτιού της και πες της να βρεθείτε. Τώρα, δεν θέλω αύριο να σε δω ξανά κλεισμένη στο δωμάτιό σου!»
«Ρε μπαμπά έχει τόσους με αυτό το επίθετο! Πώς θα το βρω; Δεν ξέρω το όνομα του μπαμπά της! Μόνο το όνομα του αδερφού της ξέρω, τον φωνάζουν Φώντα από το Ξενοφώντα. Οπότε θα ψάξω με το πατρώνυμο του μπαμπά της!»
Μπαμπάς και κόρη στέκονταν πάνω από το κατάλογο και έψαχναν τα ονόματα ένα ένα. Μετά από λίγο βρήκαν το σωστό ονοματεπώνυμο χρησιμοποιώντας το πατρώνυμο ως οδηγό. Ο μπαμπάς της Μαργαρίτας της έφερε το τηλέφωνο και επέμενε να τηλεφωνήσει στην Ελπίδα. Η Μαργαρίτα πληκτρολόγησε τον αριθμό και στην άλλη άκρη της γραμμής απάντησε με γλυκιά φωνή η Ελπίδα.
«Ναι;»
«Εε…,γεια σου Ελπίδα! Η Μαργαρίτα είμαι, που πηγαίνουμε μαζί στα αγγλικά. Καλά είσαι; Πήρα να δω αν αύριο έχεις ελεύθερο χρόνο να βρεθούμε»
«Γεια σου Μαργαρίτα! Ναι, μπορώ αύριο. Θέλεις να έρθεις στο σπίτι μου και να καθίσουμε έξω στο μπαλκόνι;»
«Ναι, μια χαρά! Τι ώρα να έρθω; Είναι καλά γύρω στις 18:00;»
«Μια χαρά είναι εκείνη την ώρα. Θα σε περιμένω! Καλό βράδυ»
Ο μπαμπάς της Μαργαρίτας, περήφανος για την τόλμη της, χαμογέλασε και τα μάτια του έλαμψαν από χαρά. Η Μαργαρίτα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν τόσο εύκολο τελικά και περίμενε πώς και πώς το αύριο για να βρεθούν με την Ελπίδα.
Την επόμενη μέρα η μαμά της της έδωσε ένα μικρό κουτάκι με σοκολατάκια για να το προσφέρει στην Ελπίδα, ως ένδειξη εκτίμησης. Η ώρα ήταν 17:30 και η Μαργαρίτα τρομερά αγχωμένη κοίταζε το κόκκινο ρολόι της κάθε τόσο. Τελικά φόρεσε τα παπούτσια της, κατέβηκε στην αυλή και πήρε το ποδήλατό της. Η Ελπίδα δεν έμενε πολύ μακριά οπότε η Μαργαρίτα δε ζήτησε από τον μπαμπά της να την πάει με το αυτοκίνητο. Σε μερικά λεπτά ήταν έξω από την αυλόπορτα της Ελπίδας και η Ελπίδα περίμενε στο μπαλκόνι χαμογελαστή. Η Μαργαρίτα κατέβηκε από το ποδήλατο, άνοιξε την αυλόπορτα και ανέβηκε τα σκαλάκια που οδηγούσαν στο μπαλκόνι.
Η Ελπίδα καλωσόρισε την Μαργαρίτα και κάθισαν στις καρέκλες γύρω από το τραπεζάκι. Με φανερή αμηχανία η Ελπίδα προσπάθησε να ανοίξει την συζήτηση ρωτώντας για το σχολείο, τα αγγλικά και για τα σχέδια της Μαργαρίτας για το καλοκαίρι. Η Μαργαρίτα, αν και πολύ μαζεμένη στην αρχή, σταδιακά άρχισε να νιώθει πιο άνετα, δίνοντας την ευκαιρία για την εξέλιξη μιας νέας φιλίας.
Τα κορίτσια συνέχισαν να συζητάνε για μουσική, αγαπημένους τραγουδιστές και συγκροτήματα. Η Ελπίδα λάτρευε την Άννα Βίσση και η Μαργαρίτα τους Backstreet boys. Κάποιες στιγμές γελούσαν μέσα στις συζητήσεις τους και οι ώρες κύλησαν πολύ γρήγορα.
Ήταν ήδη αργά και η Μαργαρίτα χαμογέλασε λέγοντας πως πρέπει να γυρίσει σπίτι και ευχαρίστησε με ειλικρίνεια την Ελπίδα που την δέχτηκε στο σπίτι της σήμερα. Η Ελπίδα γλυκά και διακριτικά της είπε να ξαναέρθει. Τα κορίτσια χαρούμενα για την έκβαση του σημερινού απογεύματος, κανόνισαν να βρεθούν ξανά σύντομα και καληνύχτισαν η μια την άλλη.
Από εκείνο το βράδυ τα δύο κορίτσια έγιναν πολύ καλές φίλες. Με μια φιλία αληθινά όμορφη, όσα εμπόδια και να υπήρχαν από τους έξω. Πολλά παιδιά ρωτούσαν την Ελπίδα πώς κάνει παρέα με την Μαργαρίτα που είναι τόσο χοντρή και πώς δεν ντρέπεται να κυκλοφορεί μαζί της. Η Ελπίδα έδινε πάντα την ίδια απάντηση: «Εγώ δεν κοιτάζω το πώς φαίνεται η Μαργαρίτα, εγώ γνωρίζω ποια είναι η Μαργαρίτα και αυτό είναι το σημαντικό. Εσείς δεν την ξέρετε και για αυτό κρίνετε χωρίς να γνωρίζετε ποια πραγματικά είναι».
Η Μαργαρίτα δεν γνώριζε τίποτε από αυτά τότε, παρά μόνο στο μακρινό μέλλον, όταν πια μεγάλωσαν της τα εκμυστηρεύτηκε η Ελπίδα. Κάτι ακόμα που δεν γνώριζε τότε ήταν πως από το μπαλκόνι που ξεκίνησε η φιλία τους θα ξεκινούσε ένα ακόμα ταξίδι.
Την ημέρα του γάμου της Ελπίδας περπάτησαν πλάι πλάι, από αυτό το μπαλκόνι που ξεκίνησε η φιλία τους, προς την εκκλησία. Θα γινόντουσαν κουμπάρες σε λίγα λεπτά και η σφραγίδα της φιλίας τους περίμενε να ανοίξει το επόμενο κεφάλαιο. Η Μαργαρίτα βαθιά συγκινημένη προσπαθούσε να σταθεί άξια τον περιστάσεων και η αγάπη της για την Ελπίδα έκρυβε μια βαθιά ευγνωμοσύνη.
Το είχε πει πολλές φορές στην Ελπίδα πως είναι το κορίτσι που την έσωσε, η ελπίδα της πως σε αυτόν τον κόσμο υπάρχουν καλόκαρδοι άνθρωποι και συνήθως εμφανίζονται στις ζωές μας όταν το έχουμε πιο πολύ ανάγκη. Ίσως, κάπως, ο ρόλος τους είναι ένα είδους αποστολής ώστε να μας βοηθήσουν να σωθούμε από τα αληθινά τέρατα…
Daisy
