Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ – LA REYNA – Κεφάλαιο 17 – Η Αλήθεια της Ornela

Προηγούμενο

Μοναστηράκι – Σάββατο μεσημέρι – 13:24

Η αγορά βουίζει. Πλανόδιοι πουλούν κομπολόγια, βινύλια, κρυφά όνειρα. Τουρίστες παντού – φωτογραφίζουν, γελούν, διαπραγματεύονται τιμές. Μυρωδιές από κάρυ, γύρο και λιβάνι μπλέκονται με την υγρασία.

Ένα παλιό γκρι Nissan Almera γλιστρά ανάμεσα στα στενά. Το παρκάρει σκονισμένο, χαμηλό, σχεδόν αόρατο. Η πόρτα ανοίγει. Ένα χέρι με ρυτίδες πιάνει την τραγιάσκα, τη στερεώνει προσεκτικά. Μετά μια μαγκούρα. Σκυφτός, σχεδόν τρεμάμενος, ο Διοικητής της ΓΑΔΑ κατεβαίνει από το όχημα, σαρώνει με το βλέμμα τον κόσμο.

Φοράει παλτό ξεθωριασμένο, παντελόνι σιδερωμένο με τη “γραμμή” και γυαλιά μυωπίας – όλα πάνω του φωνάζουν “παππούς της γειτονιάς”.

Περπατάει ανάμεσα στα τραπέζια, χαζεύει τσάντες, κρατάει τον ρόλο του. Φτάνει έξω από ένα μικρό κατάστημα: “Χάντρες – Κρύσταλλοι – Ενέργεια”

Μέσα, η Ornela στέκεται γυρισμένη πλάτη . Φοράει φουλάρι, μακριά σκουλαρίκια, φόρεμα ριχτό. Πιάνει κρυστάλλους, προσποιείται ενδιαφέρον. Το χέρι της περνά ελαφρά πάνω από έναν νεφρίτη.

– «Αυτός φέρνει γαλήνη… ή ήταν ο αμέθυστος;» μουρμουρίζει.

Ο “παππούς” μπαίνει αργά.

– «Μήπως μπορείτε να με βοηθήσετε; Η εγγονή μου έχει γενέθλια και… ε, δεν βλέπω καλά πια»

Η Ornela στρέφεται. Του πιάνει το μπράτσο – φαινομενικά για βοήθεια. Αλλά είναι εκείνη που καθοδηγεί.

Σκύβουν μαζί μπροστά σε ένα κουτί με πολύχρωμες χάντρες. Χαμηλόφωνα, χωρίς να συναντηθούν τα βλέμματά τους:

– «Όλα είναι εδώ. Φάκελοι. Ονόματα. Δίκτυο. Ο Shpetim ήταν δικός του. Τον έστελνε για “στρατολόγηση”. Και τώρα… θα του τα πάρουμε όλα»

– «Τα σημεία έχουν εντοπιστεί. ΟΠΚΕ, Δίωξη, Αντιτρομοκρατική. Απόψε. Την ίδια ώρα. Θα τον τελειώσουμε»

– «Πρόσεξε πώς θα με πάρουν. Πρέπει να δείχνει τυχαίο. Ό,τι κι αν γίνει… μην με προστατέψεις.  Άσε με να γίνω φάντασμα για λίγο»

– «Δεν θα σε ξεχάσω. Και δεν θα αφήσω να πληρώσεις μόνη σου»

Η Ornela παγώνει για ένα κλάσμα.

– «Μόνη μου πλήρωνα τόσα χρόνια. Απόψε… πληρώνουν εκείνοι»

Ο διοικητής κουνά ελαφρά το κεφάλι. Ακουμπά ένα πεντάευρω στον πάγκο.

– «Κράτησέ τα. Μοιάζει καλό το βραχιολάκι. Να είσαι καλά, κορίτσι μου…»

Στρέφεται και φεύγει. Χάνεται στο πλήθος. Η Ornela μένει εκεί. Ακίνητη. Τα μάτια της γυαλίζουν. Όχι από φόβο. Από εκδίκηση. Τα δάκρυα δεν πέφτουν ακριβώς. Μένουν στις άκρες. Τρέμουν, όπως και τα χείλη της.

“Σήμερα θα πληρώσετε όλοι. Για κάθε βράδυ, για κάθε αίμα, για κάθε σιωπή”

Σφίγγει τις χάντρες στο χέρι της. Μία απ’ αυτές σπάει. Δεν την νοιάζει. Μόνο η αρχή την νοιάζει.

Και αυτή… μόλις γράφτηκε.

Βασιλική Γκόγκα

Συνεχίζεται…

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading